Αυτό είναι το παράδοξο της ισραηλινής κάλπης. Ο συνασπισμός του χάνει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το Λικούντ παραμένει πρώτο κόμμα. Και ο ίδιος, τρία χρόνια μετά τη μεγαλύτερη αποτυχία ασφαλείας στην ιστορία του Ισραήλ, εξακολουθεί να βρίσκεται στο κέντρο κάθε υπολογισμού για την επόμενη ημέρα.

Με καταμετρημένο το 85,6% των ψήφων, το μπλοκ του εμφανίζεται να εξασφαλίζει 53 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ, έναντι 48 για την αντιπολίτευση υπό τον πρώην αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων Γκάντι Άιζενκοτ. Τα δύο αραβικά κόμματα συγκεντρώνουν τις υπόλοιπες 19. Καμία από τις δύο βασικές παρατάξεις δεν φτάνει τις 61 έδρες που απαιτούνται για πλειοψηφία. Η καταμέτρηση παραμένει ανοικτή.

Η εκλογική υποχώρηση του Νετανιάχου είναι πραγματική. Η απομάκρυνσή του από την εξουσία, όμως, παραμένει πολιτικό ζητούμενο. Αν οι αντίπαλοί του δεν συμφωνήσουν σε βιώσιμη κυβερνητική λύση, εκείνος παραμένει επικεφαλής της απερχόμενης κυβέρνησης, διατηρώντας χρόνο, πρωτοβουλίες και περιθώρια διαπραγμάτευσης.

Από την ευθύνη για την καταστροφή στην υπόσχεση της προστασίας

Μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, το ερώτημα έμοιαζε να είναι πότε θα τελείωνε η πολιτική σταδιοδρομία του Νετανιάχου.

Ο ηγέτης που είχε οικοδομήσει την υπεροχή του πάνω στην υπόσχεση της ασφάλειας βρισκόταν αντιμέτωπος με την κατάρρευσή της. Η επίθεση, οι περίπου 1.200 νεκροί και η μαζική ομηρία έπληξαν τον πυρήνα της πολιτικής του ταυτότητας: την πεποίθηση ότι εκείνος μπορούσε να προβλέπει τις απειλές και να προστατεύει τη χώρα καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο.

Η απάντησή του ήταν να μετακινήσει το κέντρο βάρους της δημόσιας συζήτησης. Από το πώς συνέβη η καταστροφή στο ποιος μπορεί να αποτρέψει την επόμενη.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Γάζα, στον Λίβανο και απέναντι στο Ιράν τού επέτρεψαν να παρουσιάσει μια νέα εκδοχή της παλιάς του υπόσχεσης. Ζήτησε από τους ψηφοφόρους να τον κρίνουν ως τον ηγέτη που μπορεί να ολοκληρώσει την αναμέτρηση με τους εχθρούς του Ισραήλ.

Η εκστρατεία του συνέδεσε τις στρατιωτικές επιτυχίες με το αίτημα μιας ακόμη θητείας για να «ολοκληρωθεί η δουλειά». Παράλληλα, ο ίδιος απέδωσε ευθύνες στις υπηρεσίες ασφαλείας για την ενημέρωσή του πριν από την επίθεση — ισχυρισμούς που οι αρμόδιοι έχουν απορρίψει.

Η πολιτική λειτουργία αυτής της στρατηγικής είναι κρίσιμη. Όσο η απειλή παρουσιάζεται ως ανολοκλήρωτη αναμέτρηση, η αλλαγή ηγεσίας μπορεί να εμφανίζεται ως πρόσθετος κίνδυνος. Η απαίτηση λογοδοσίας ανταγωνίζεται έτσι τον φόβο για το αύριο.

Αφίσα με τον Νετανιάχου στην άδεια αίθουσα του ΟΗΕ, στην Τεχεράνη/Majid Asgaripour/WANA

Η πόλωση ως μηχανισμός επιβίωσης

Η αντοχή του Νετανιάχου δεν εξηγείται μόνο από τις επιλογές του στο πεδίο της ασφάλειας. Εξηγείται και από τη σχέση που έχει οικοδομήσει με το εκλογικό του ακροατήριο.

Για έναν σκληρό πυρήνα υποστηρικτών, ο «Μπίμπι» αποτελεί πολιτική ταυτότητα: εκφράζει δυσπιστία απέναντι στις ελίτ, αντιπαλότητα προς την κεντροαριστερά και την πεποίθηση ότι η Δεξιά δέχεται διαρκώς επίθεση από θεσμούς και αντιπάλους που αμφισβητούν τη νομιμοποίησή της.

Σε αυτή τη σχέση, η απόρριψή του από την άλλη πλευρά μπορεί να ενισχύει τη συσπείρωση γύρω του. Οι επικρίσεις για τις επιδόσεις του περνούν μέσα από το φίλτρο μιας βαθύτερης σύγκρουσης για το ποιος δικαιούται να εκπροσωπεί το Ισραήλ.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι του έδωσαν λευκή επιταγή. Η απώλεια της πλειοψηφίας δείχνει τα όρια της στρατηγικής του. Σημαίνει, όμως, ότι η φθορά του δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εμπιστοσύνη προς τους αντιπάλους του.

Η αντιπολίτευση έπρεπε να πείσει αρκετούς από αυτούς τους ψηφοφόρους ότι η αλλαγή ηγεσίας προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια και σταθερότητα. Η καταδίκη του Νετανιάχου, όσο έντονη και αν ήταν, δεν αρκούσε.

Το αριθμητικό πλεονέκτημα που γίνεται πολιτικό αδιέξοδο

Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο βρίσκεται στη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης.

Με την προσωρινή κατανομή, οι 48 έδρες του μπλοκ Άιζενκοτ και οι 19 των αραβικών κομμάτων δίνουν άθροισμα 67 εδρών. Υπάρχει, επομένως, κοινοβουλευτική αριθμητική για την απομάκρυνση του Νετανιάχου.

Δεν υπάρχει ακόμη η αντίστοιχη πολιτική συμφωνία.

Τμήματα της εβραϊκής αντιπολίτευσης έχουν αποκλείσει τη συνεργασία με αραβικά κόμματα. Ο Νετανιάχου επένδυσε ακριβώς σε αυτή την αντίφαση, παρουσιάζοντας μια τέτοια σύμπραξη ως απειλή για τον χαρακτήρα και την ασφάλεια του κράτους.

Έτσι, οι αντίπαλοί του καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο δεσμεύσεις που δυσκολεύονται να συνδυάσουν: να τον απομακρύνουν και να μη στηριχθούν στις αραβικές πολιτικές δυνάμεις. Η ισχυρή επίδοση των τελευταίων καθιστά το δίλημμα ακόμη πιο οξύ.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του Νετανιάχου. Η γραμμή αποκλεισμού που προωθεί περιορίζει τις κυβερνητικές επιλογές των αντιπάλων του, ακόμη και όταν ο ίδιος δεν διαθέτει πλειοψηφία.

Οι ψήφοι κατά του είναι περισσότερες από την κοινοβουλευτική δύναμη του συνασπισμού του. Για να αποκτήσουν, όμως, κυβερνητικό αποτέλεσμα, χρειάζονται μια συνεργασία την οποία μέρος της αντιπολίτευσης έχει ήδη απονομιμοποιήσει.

REUTERS/Ronen Zvulun

Γιατί το «να φύγει ο Μπίμπι» δεν έγινε σχέδιο εξουσίας

Η αντιπολίτευση συγκεντρώνει δυνάμεις από την κεντροαριστερά έως τη σκληρή Δεξιά. Ο κοινός τους στόχος είναι ισχυρός, αλλά δεν λύνει τις διαφορές τους για τη σύνθεση, την ηγεσία και τις προτεραιότητες μιας επόμενης κυβέρνησης.

Η προεκλογική προσπάθεια δεν εξασφάλισε πλήρη συσπείρωση γύρω από τον Άιζενκοτ ούτε ένα ενιαίο, ευδιάκριτο πολιτικό σχέδιο. Ο Νετανιάχου διέθετε συνεκτικότερο μήνυμα: ασφάλεια, Ιράν και αποτροπή μιας κυβέρνησης εξαρτημένης από αραβικά κόμματα.

Η ασυμμετρία είναι ουσιαστική. Εκείνος ζητούσε να συνεχίσει μια συγκεκριμένη πορεία. Οι αντίπαλοί του έπρεπε να εξηγήσουν πώς θα κυβερνούσαν μαζί μετά την απομάκρυνσή του.

Ακόμη και η επιλογή ενός πρώην αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων δεν εξουδετέρωσε αυτομάτως το πλεονέκτημά του στην ασφάλεια. Η στρατιωτική εμπειρία ενός αντιπάλου αποτελεί προσόν. Χρειάζεται, όμως, να μετατραπεί σε πειστική πολιτική πρόταση για να αποσπάσει ψηφοφόρους από έναν ηγέτη που γνωρίζει επί δεκαετίες τους φόβους και τις προσδοκίες τους.

Ο χρόνος λειτουργεί υπέρ εκείνου που παραμένει

Από εδώ και πέρα ανοίγουν διαφορετικοί δρόμοι: συμφωνία της αντιπολίτευσης με αραβική στήριξη, προσέλκυση δυνάμεων από τον Νετανιάχου, ευρύτερος κυβερνητικός συμβιβασμός ή νέα προσφυγή στις κάλπες.

Κανένας δεν είναι εύκολος. Κανένας δεν επιτρέπει ακόμη βεβαιότητες για τον επόμενο πρωθυπουργό.

Ο Νετανιάχου, ωστόσο, διαθέτει ένα πρακτικό πλεονέκτημα: βρίσκεται ήδη στην εξουσία. Όσο παρατείνεται το αδιέξοδο, οι αντίπαλοί του πρέπει να αποδείξουν ότι μπορούν να υπερβούν τις διαφορές τους, ενώ εκείνος μπορεί να διαπραγματεύεται με όσους φοβούνται το πολιτικό κόστος νέων εκλογών.

Η προσωπική του σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος τον στήριξε προεκλογικά, προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στο επιχείρημα της συνέχειας. Δεν αρκεί για να καλύψει το κοινοβουλευτικό έλλειμμα. Τον βοηθά, όμως, να παρουσιάζεται ως ο ηγέτης που διαθέτει πρόσβαση και επιρροή σε μια κρίσιμη περίοδο για το Ισραήλ.

Η κάλπη δεν δικαιώνει τον ισχυρισμό του περί καθαρής, αποφασιστικής νίκης. Αποκαλύπτει κάτι πιο σύνθετο και πολιτικά ανθεκτικό: ο Νετανιάχου μπορεί να χάνει στήριξη χωρίς οι αντίπαλοί του να αποκτούν τη δυνατότητα να τον διαδεχθούν.

Το πραγματικό τεστ της επόμενης ημέρας είναι αν εκείνοι θα καταφέρουν να σχηματίσουν την πλειοψηφία που μέχρι τώρα υπάρχει μόνο ως άθροισμα. Μέχρι να συμβεί αυτό, ο άνθρωπος που πήγε στις εκλογές με το βάρος της 7ης Οκτωβρίου εξακολουθεί να κρατά το σημαντικότερο πλεονέκτημα της πολιτικής του σταδιοδρομίας: οι άλλοι χρειάζονται μια συμφωνία για να φύγει· εκείνος χρειάζεται να μην την πετύχουν.

Πηγή: Ναυτεμπορική, Νατάσα Στασινού • [email protected]