Γιώργος Χατζηκαλλής*
Λάβαμε το νομοσχέδιο λίγο πριν το τέλος Αυγούστου και βρισκόμαστε στο στάδιο της ενδελεχούς μελέτης του. Πρόκειται για ένα σύνθετο νομοθέτημα, με τεχνικές, αναλογιστικές, οικονομικές και νομικές πτυχές που πρέπει να κατανοήσουμε πλήρως προτού διαμορφώσουμε τις τελικές μας θέσεις. Λόγω ακριβώς αυτής της πολυπλοκότητας, η ΟΕΒ έχει επιστρατεύσει Κύπριους συμβούλους εγνωσμένου κύρους, με εμπειρία στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών προς συνταξιοδοτικά ταμεία στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Θέλουμε να αξιολογήσουμε με τη δέουσα προσοχή κάθε πρόνοια και κάθε πτυχή της προτεινόμενης μεταρρύθμισης, ενώ παράλληλα, θεωρούμε αναγκαία στο πλαίσιο του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, οι προτεινόμενες αλλαγές να παρουσιαστούν και να επεξηγηθούν αναλυτικά, άρθρο προς άρθρο.
Το κυπριακό συνταξιοδοτικό σύστημα λειτουργεί, στη σημερινή βασική του αρχιτεκτονική, εδώ και σχεδόν πενήντα χρόνια, από την εφαρμογή του αναλογικού συστήματος το 1980. Είναι λοιπόν εύλογο, να εξετάσουμε σοβαρά πώς μπορεί να βελτιωθεί. Η κοινωνία, η αγορά εργασίας και η δημογραφική πραγματικότητα έχουν αλλάξει αισθητά. Οι συνταξιούχοι αυξάνονται σε σχέση με τον ενεργό πληθυσμό, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για ένα σύγχρονο, επαρκές και βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα. Ο βασικός στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση των εισοδημάτων και, κατ’ επέκταση, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των σημερινών και των μελλοντικών συνταξιούχων. Για μια οικονομία όπως η κυπριακή, η οποία στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στην κατανάλωση, η αξιοπρεπής διαβίωση των συνταξιούχων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα κοινωνικής ευθύνης, συμβάλλει επίσης στην οικονομική σταθερότητα.
Την ίδια στιγμή, όμως, οφείλουμε να διαφυλάξουμε τα δημόσια οικονομικά και να μην υπονομεύσουμε τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η κοινωνική επάρκεια και η οικονομική βιωσιμότητα δεν είναι αντικρουόμενοι στόχοι. Αντίθετα, πρέπει να συνυπάρχουν σε κάθε σοβαρή και υπεύθυνη μεταρρύθμιση.
Μελετούμε, επομένως, το νομοσχέδιο με πνεύμα εποικοδομητικό. Συμφωνούμε επί της αρχής ότι οι συντάξεις πρέπει να βελτιωθούν, ιδιαίτερα εκεί όπου οι πραγματικές ανάγκες είναι μεγαλύτερες. Θετική είναι η κατεύθυνση για τη δημιουργία πραγματικού αποθεματικού, μέσα από την αξιοποίηση των μελλοντικών πλεονασμάτων και τη σταδιακή αποπληρωμή των οφειλών του κράτους προς το Ταμείο. Η προοπτική μιας ισχυρότερης και επαγγελματικότερης διαχείρισης των αποθεμάτων μπορεί να ενισχύσει τόσο την ασφάλεια όσο και τις αποδόσεις, προς όφελος των ασφαλισμένων. Είναι επίσης σημαντικό να αποτραπεί οποιδήποτε ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης των ποσοστών εισφοράς.
Υπάρχουν, ωστόσο, κρίσιμα ζητήματα που χρειάζονται διευκρίνιση. Είναι απαραίτητη η πλήρης κοστολόγηση των προτεινόμενων αλλαγών σε βραχυπρόθεσμο, μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Χρειαζόμαστε σαφείς πηγές χρηματοδότησης και συγκεκριμένους κανόνες για τη διακυβέρνηση, την εποπτεία και την επένδυση του αποθεματικού. Προτού δημιουργηθεί πραγματικό αποθεματικό, πρέπει να έχουν τεθεί σε λειτουργία ισχυρά και ανεξάρτητα όργανα διαχείρισης και εποπτείας, τα οποία θα λειτουργούν με διαφάνεια και λογοδοσία στη βάση διεθνών προτύπων διαχείρισης κινδύνου. Κάθε πρόσθετη οικονομική δέσμευση πρέπει να συνοδεύεται από σταθερές και επαρκείς πηγές χρηματοδότησης, ώστε το κόστος της να μην επιβαρύνει τις επόμενες γενιές.
Εξίσου σημαντική είναι η διατήρηση του ανταποδοτικού χαρακτήρα του πρώτου πυλώνα. Με απλά λόγια, πρέπει να παραμείνει ουσιαστική η σύνδεση της σύνταξης με το ύψος και τη διάρκεια των εισφορών. Η στήριξη των χαμηλοσυνταξιούχων αποτελεί θεμιτό και αναγκαίο κοινωνικό στόχο. Όπου το συνολικό διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί, η πρόσθετη βοήθεια πρέπει να παρέχεται στοχευμένα, μέσα από την κοινωνική πολιτική του κράτους και με εξασφαλισμένους τους αναγκαίους πόρους. Δεν πρέπει, όμως, να αλλοιώνεται η ασφαλιστική λογική του Ταμείου. Οποιαδήποτε μελλοντική πρόταση για πρόσθετη επιβάρυνση εργοδοτών και εργαζομένων, πέραν όσων ήδη προβλέπει η νομοθεσία, δεν θα γίνει αποδεκτή.
Χρειάζεται επίσης να αποσαφηνιστεί πλήρως η έκταση της παρούσας συζήτησης. Το νομοσχέδιο που μας παραδόθηκε αφορά τον πρώτο πυλώνα του συνταξιοδοτικού συστήματος, περιλαμβανομένων των σχετικών ρυθμίσεων κοινωνικής στήριξης. Η συζήτηση για τον δεύτερο πυλώνα, δηλαδή τα Ταμεία Προνοίας και τη συμπληρωματική συνταξιοδοτική κάλυψη, βρίσκεται ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο. Η ΟΕΒ υποστηρίζει τη λειτουργία και την περαιτέρω ανάπτυξη των Ταμείων Προνοίας, μόνο μέσα από ισχυρά και στοχευμένα κίνητρα προς εργοδότες και εργαζομένους. Ο εθελοντικός χαρακτήρας τους, ο οποίος αποτελεί προϊόν συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμφωνιών δεκαετιών, πρέπει να διαφυλαχθεί ενώ παράλληλα οποιαδήποτε προσπάθεια νομοθετικής επιβολής τους αποτελεί για εμάς casus belli.
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί και στην πρακτική εφαρμογή της μεταρρύθμισης. Οι αλλαγές χρειάζεται να συνοδεύονται από επαρκείς μεταβατικές περιόδους, ξεκάθαρη ενημέρωση των ασφαλισμένων και ουσιαστική διοικητική προετοιμασία των αρμόδιων υπηρεσιών. Πρέπει να γνωρίζουμε με ακρίβεια ποιοι επηρεάζονται, από πότε και με ποιον τρόπο. Μόνο έτσι μπορούν να αποφευχθούν αδικίες, ασάφειες και διαφορετικές ερμηνείες. Παράλληλα, η μεταρρύθμιση χρειάζεται έναν σταθερό μηχανισμό αξιολόγησης, με τακτική δημοσιοποίηση των αναλογιστικών δεδομένων και δυνατότητα έγκαιρων διορθωτικών παρεμβάσεων. Ένα συνταξιοδοτικό σύστημα δεν κρίνεται μόνο από τον σχεδιασμό του. Κρίνεται, πρωτίστως, από τη συνέπεια, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία με την οποία λειτουργεί στην πράξη και σε βάθος δεκαετιών.
Συνολικά, η κυβερνητική πρόταση μπορεί να αποτελέσει μια καλή βάση για ουσιαστική συζήτηση και αναζήτηση συγκλίσεων. Στο παρόν στάδιο, προέχει η προσεκτική αξιολόγηση όλων των πτυχών της. Απαιτείται τεκμηριωμένος και εποικοδομητικός διάλογος, με τον αναγκαίο χρόνο και με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκόμενων πλευρών. Η ΟΕΒ συμμετάσχει στη διαβούλευση με εποικοδομητική διάθεση και με ξεκάθαρες αρχές: βελτίωση των συντάξεων, βιωσιμότητα του Ταμείου, προστασία των δημόσιων οικονομικών, σεβασμός στην ανταποδοτικότητα και πρακτική εφαρμοσιμότητα. Με υπευθυνότητα, τεκμηριωμένες αποφάσεις και ουσιαστικό διάλογο, μπορούμε να διαμορφώσουμε ένα δίκαιο, βιώσιμο και ανθεκτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, που θα διασφαλίζει το παρόν και το μέλλον των σημερινών και των επόμενων γενεών.
*Ανώτερος Λειτουργός Εργασιακών Σχέσεων
& Κοινωνικής Πολιτικής (ΟΕΒ)



