«Δεν υπάρχουν λόγοι παρέμβασης στα επιτόκια στη σημερινή συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΚΤ», σημειώνουν οι ίδιες πηγές. «Τα περισσότερα μέλη του ου Διοικητικού Συμβουλίου έχουν διατηρήσει μια περιοριστική στάση, χωρίς ωστόσο να υποδηλώνουν κάποια επείγουσα ανάγκη για δράση», προσθέτουν.

Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν πάντως ότι η ΕΚΤ θα αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων τον Δεκέμβριο.

«Δεδομένης της περιοριστικής στάσης του Διοικητικού Συμβουλίου, αναμένουμε επί του παρόντος δύο αυξήσεις των 25 μονάδων βάσης: μία τον Δεκέμβριο και μία το πρώτο τρίμηνο του 2027», τονίζουν.

Το γαλλικό χρέος

Οι δηλώσεις της προέδρου της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, μετά τη συνεδρίαση αναμένεται να εστιαστούν στο αυξανόμενο εθνικό χρέος της Γαλλίας.

Οι αποδόσεις των γαλλικών κρατικών ομολόγων, οι οποίες αντικατοπτρίζουν το κόστος του δημόσιου δανεισμού, ομολόγων αυξήθηκαν στο 5,1% – το υψηλότερο επίπεδο εδώ και 24 χρόνια.

Ταυτόχρονα, η γαλλική κυβέρνηση δεν διαθέτει την απαραίτητη πλειοψηφία για να ψηφίσει τον προϋπολογισμό του 2027, ο οποίος στοχεύει στη μείωση του τεράστιου εθνικού χρέους της χώρας.

Ένας άλλος σημαντικός δείκτης εμπιστοσύνης των επενδυτών είναι το spread έναντι των 10ετών γερμανικών ομολόγων, τα οποία θεωρούνται ασφαλή. Αυτό το λεγόμενο spread σκαρφάλωσε στις 175 μονάδες βάσης, ένα επίπεδο που δεν έχει παρατηρηθεί στις χρηματοπιστωτικές αγορές από το 2011.

Ο Χόλγκερ Σμίντιγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της γερμανικης Berenberg, επισημαίνει ότι «από τις 8 Σεπτεμβρίου, λίγο πριν από την τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ, οι αποδόσεις του 10ετούς κρατικού χρέους έχουν αυξηθεί κατά 78 μονάδες βάσης για τη Γαλλία και 38 μονάδες βάσης για την Ιταλία, ενώ το 10ετές γερμανικό ομολογιακό δάνειο Bund παραμένει κοντά στα επίπεδα πριν από έξι εβδομάδες».

Αυτή η απόκλιση είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική επειδή καταδεικνύει ότι η αυστηροποίηση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών δεν είναι ομοιόμορφη.

Ενώ η Γερμανία διατηρεί το καθεστώς της ως ασφαλές καταφύγιο για τους επενδυτές, η Γαλλία πληρώνει ένα αυξανόμενο ασφάλιστρο για την επιδείνωση του προϋπολογισμού της και την πολιτική αστάθεια.

Ο Γερμανός οικονομολόγος εξηγεί γιατί αυτή η κίνηση θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική για την επόμενη απόφαση της ΕΚΤ: «Στο βαθμό που η εξελισσόμενη κρίση της Γαλλίας επηρεάζει τις προοπτικές ανάπτυξης της ευρωζώνης, η ΕΚΤ πρέπει να το λάβει αυτό υπόψη. Τα υψηλότερα spreads και οι αποδόσεις της αγοράς μειώνουν την ανάγκη της ΕΚΤ να περιορίσει την εγχώρια ζήτηση αυξάνοντας τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια».

«Αυτό αυξάνει την πολιτική πίεση στην ηγεσία της ΕΚΤ να αποφύγει την πολύ αποφασιστική αντιμετώπιση του πληθωριστικού κύματος με υψηλότερα επιτόκια – ενώ ταυτόχρονα κάνει αρκετά για να διασφαλίσει ότι οι πληθωριστικές προσδοκίες μεταξύ των ανθρώπων και των επιχειρήσεων δεν θα ξεφύγουν από τον έλεγχο.

Το όπλο του TPI

Όλα αυτά, κάθε άλλο παρά παιχνιδάκι είναι φυσικά, με αποτέλεσμα να επιμένουν οι εικασίες ότι η ΕΚΤ θα μπορούσε, για πρώτη φορά, να βάλει στο τραπέζι το TPI. Πρόκειται για το «εργαλείο» αγοράς ομολόγων στη δευτερογενή αγορά,  που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «τείχος» και για τη διαχείριση πιθανής μετάδοσης της γαλλικής κρίσης στην υπόλοιπη ευρωζώνη.

Η Λαγκάρντ λέει πάντως προς το παρόν, ότι η Γαλλία θα πρέπει να λύσει τα προβλήματα χρέους της μέσω δημοσιονομικής εξυγίανσης.

«Αν και είναι ακόμη πολύ νωρίς για αξιολογήσεις, ένα πράγμα είναι ήδη σαφές: το ιστορικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας  για το 2026 είναι ανάμεικτο», λένε στη «Ν» παράγοντες της αγοράς. «Μόλις τον Δεκέμβριο του 2025, οι προβλέψεις έδειχναν μια άνετη νομισματική πολιτική. Η ηγεσία της ΕΚΤ προέβλεπε πληθωρισμό ελαφρώς κάτω από τον στόχο του 2%, και μάλιστα εξετάζονταν ακόμη και μειώσεις επιτοκίων. Στη συνέχεια, ήρθε ο πόλεμος στον Κόλπο που πυροδότησε την κρίση του Ορμούζ και μαζί της, ένα νέο κύμα πληθωρισμού», εξηγούν οι ίδιες πηγές .

Ο πληθωρισμός της ενέργειας

Οκτώ μήνες μετά την έναρξη του πολέμου και δύο αυξήσεις επιτοκίων αργότερα, ο πληθωρισμός των τιμών ενέργειας στην ευρωζώνη συνεχίζεται αμείωτος.

Τον Σεπτέμβριο, ο πληθωρισμός της ενέργειας έφτασε στο 18%, στο υψηλότερο επίπεδό του από την έναρξη του πολέμου.

Ταυτόχρονα, η πολιτική και χρηματοπιστωτική κρίση στη Γαλλία απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη τη νομισματική ένωση. Οι επενδυτές χάνουν ολοένα και περισσότερο την εμπιστοσύνη τους στη φερεγγυότητα της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ευρωζώνης και απαιτούν ολοένα και υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου όταν αγοράζουν γαλλικό χρέος.

«Η ΕΚΤ κάνει αυτή τη στιγμή αρκετά για να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό», πιστεύει ο Γενς Άιζενσμιντ, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στην Morgan Stanley Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων έχουν ήδη αυξηθεί πιο απότομα από ό,τι μπορεί να εξηγηθεί από τις δύο αυξήσεις επιτοκίων της ΕΚΤ και τις προσδοκίες της αγοράς. «Κατά την άποψή μου, θα ήταν περιττό να ωθήσουμε ακόμη υψηλότερα τις αποδόσεις αυτών των ομολόγων», δήλωσε ο Άιζενσμιντ.

Ο οικονομολόγος της Morgan Stanley αναμένει ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα φτάσει περίπου το 4% τους επόμενους μήνες. Αυτό συμβαίνει επειδή «η έλλειψη ντίζελ θα συνεχιστεί για κάποιο χρονικό διάστημα» και ο επερχόμενος χειμώνας αυξάνει τις τιμές της βενζίνης. Ο πληθωρισμός δεν αναμένεται να μειωθεί πριν από τον Φεβρουάριο του 2027.

Πηγή: Ναυτεμπορική, Μιχάλης Ψύλος • [email protected]