Πίσω από την τελετουργία, όμως, βρίσκεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Οι ηγέτες των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη κάθονται σήμερα στο ίδιο τραπέζι όχι επειδή οι χώρες τους έχουν έρθει πιο κοντά, αλλά επειδή ο ανταγωνισμός τους έχει γίνει τόσο μεγάλος ώστε η διαχείρισή του αποτελεί από μόνη της στρατηγικό στόχο.

Και αυτό ίσως είναι το πραγματικό διακύβευμα της επίσκεψης: όχι μια «μεγάλη συμφωνία», αλλά η δημιουργία αρκετής σταθερότητας ώστε η μάχη ΗΠΑ – Κίνας για την οικονομική, τεχνολογική και γεωπολιτική πρωτοκαθεδρία να παραμείνει ελεγχόμενη.

Η πρώτη συμφωνία ήρθε ήδη. Η εμπορική ανακωχή παρατείνεται κατά δύο μήνες, έως τις 10 Ιανουαρίου 2027. Είναι αρκετή για να απομακρύνει μια άμεση νέα σύγκρουση δασμών. Είναι όμως πολύ μικρότερη από την παράταση τριών έως έξι μηνών που είχε συζητηθεί και δύσκολα μπορεί να ερμηνευθεί ως λύση.

Περισσότερο μοιάζει με αγορά χρόνου.

Τι θέλει ο Τραμπ

Για την Ουάσιγκτον, το πρώτο ζητούμενο είναι να εξασφαλίσει ότι το Πεκίνο δεν θα χρησιμοποιήσει ξανά με την ίδια ένταση ένα από τα ισχυρότερα όπλα που διαθέτει: τις σπάνιες γαίες.

Η Κίνα απέδειξε στον τελευταίο γύρο του εμπορικού πολέμου ότι μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην αμερικανική βιομηχανία περιορίζοντας τις εξαγωγές κρίσιμων ορυκτών και μαγνητών που χρησιμοποιούνται από τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και τα ηλεκτρονικά έως προηγμένα οπλικά συστήματα.

Η εμπειρία αυτή έδειξε και τα όρια της αμερικανικής πίεσης. Η Ουάσιγκτον μπορεί να επιβάλει δασμούς και τεχνολογικούς περιορισμούς, αλλά και το Πεκίνο διαθέτει μοχλούς που μπορούν να πονέσουν.

Ο Τραμπ θέλει παράλληλα περισσότερες κινεζικές αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων και αεροσκαφών, καθώς και πρόοδο στο ζήτημα των χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή φαιντανύλης.

Λίγο πριν από τη σύνοδο, το Πεκίνο πρόσθεσε δύο ακόμη πρόδρομες χημικές ουσίες στους ελέγχους εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, τον Καναδά και το Μεξικό, προσφέροντας ένα μικρό αλλά απτό δείγμα του πεδίου στο οποίο μπορεί να υπάρξει συνεργασία.

Τι θέλει ο Σι

Ο Σι Τζινπίνγκ έχει διαφορετικό κατάλογο προτεραιοτήτων. Το Πεκίνο θέλει πάνω απ’ όλα μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις οικονομικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και μια πιο μακροπρόθεσμη διευθέτηση των δασμών. Για μια οικονομία που εξακολουθεί να στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στις εξαγωγές, η διαρκής απειλή μιας νέας εμπορικής κλιμάκωσης αποτελεί πηγή αβεβαιότητας.

Ταυτόχρονα, όμως, η Κίνα προσέρχεται στις συνομιλίες γνωρίζοντας ότι δεν βρίσκεται χωρίς όπλα.

Οι εξαγωγές της έχουν αντέξει στον εμπορικό πόλεμο, ενώ η κυριαρχία της σε κρίσιμες πρώτες ύλες της προσφέρει διαπραγματευτική ισχύ που δύσκολα μπορεί να υποκαταστήσει γρήγορα η Δύση.

Πάνω απ’ όλα, ο Σι θέλει να περιορίσει την αμερικανική προσπάθεια ανάσχεσης της τεχνολογικής ανόδου της Κίνας. Οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε προηγμένους ημιαγωγούς και άλλες τεχνολογίες θεωρούνται στο Πεκίνο όχι απλώς εμπορικά μέτρα, αλλά μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που έχει στόχο να εμποδίσει την Κίνα να φθάσει στην κορυφή της παγκόσμιας τεχνολογικής πυραμίδας.

Και υπάρχει βεβαίως η Ταϊβάν: η «κόκκινη γραμμή» που το Πεκίνο δεν παύει να επαναφέρει σε κάθε υψηλού επιπέδου επαφή με την Ουάσιγκτον.

REUTERS/Jonathan Ernst

AI: Η μάχη που κανείς δεν θέλει να σταματήσει

Εάν υπάρχει ένα θέμα που συμπυκνώνει ολόκληρο τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας, αυτό είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Ο ίδιος ο Τραμπ το έχει περιγράψει με τον πιο απλό τρόπο: «Όποιος κερδίσει στην AI, κερδίζει».

Αυτό ακριβώς εξηγεί και το παράδοξο των συνομιλιών. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι η ανεξέλεγκτη εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί κινδύνους. Καμία όμως δεν θέλει να δεχθεί περιορισμούς που θα μπορούσαν να δώσουν τεχνολογικό πλεονέκτημα στην άλλη.

Η Ουάσιγκτον και το Πεκίνο έχουν συζητήσει τη δημιουργία ενός διαύλου επικοινωνίας για σοβαρά περιστατικά που σχετίζονται με την AI και για την αναγνώριση των σημαντικότερων κινδύνων της τεχνολογίας.

Ένα τέτοιο κανάλι θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτο, περιορισμένο βήμα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Απέχει όμως πολύ από μια συμφωνία περιορισμού της κούρσας.

Η καχυποψία είναι βαθιά. Το Πεκίνο αντιμετωπίζει αρκετές αμερικανικές προτάσεις για κανόνες ασφαλείας ως πιθανό όχημα περιορισμού της κινεζικής τεχνολογικής ανάπτυξης. Η Ουάσιγκτον, από την άλλη, βλέπει την κινεζική πρόοδο στην AI ως στρατηγική πρόκληση με οικονομικές αλλά και στρατιωτικές διαστάσεις.

Το αγκάθι της Ταϊβάν

Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η Ταϊβάν, καθώς εδώ ο οικονομικός και τεχνολογικός ανταγωνισμός συναντά τον κίνδυνο στρατιωτικής σύγκρουσης.

Η Κίνα θεωρεί την αυτοδιοικούμενη νήσο μέρος της επικράτειάς της και πιέζει συστηματικά την Ουάσιγκτον να περιορίσει τις πωλήσεις αμερικανικών όπλων στην Ταϊπέι.

Το θέμα αποκτά πρόσθετη βαρύτητα επειδή ο Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι αντιμετωπίζει τις πωλήσεις όπλων και ως διαπραγματευτικό χαρτί στις σχέσεις με το Πεκίνο.

Η Ουάσιγκτον καλείται επομένως να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιθυμία αποκλιμάκωσης με την Κίνα και στις δεσμεύσεις της έναντι της Ταϊβάν, γνωρίζοντας ότι οποιαδήποτε μετατόπιση μπορεί να έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από το νησί.

Ιράν και Ουκρανία: Εκεί όπου τα συμφέροντα αποκλίνουν

Το άλλο μεγάλο πεδίο είναι η γεωπολιτική.

Η Κίνα είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος και αγοραστής ιρανικού πετρελαίου και η Ουάσιγκτον θα ήθελε να χρησιμοποιήσει το Πεκίνο ως μοχλό πίεσης προς την Τεχεράνη.

Η κινεζική ηγεσία έχει δείξει ότι μπορεί, όταν το θεωρεί προς το συμφέρον της, να ασκήσει επιρροή στο Ιράν. Δεν έχει όμως κανένα συμφέρον να συνταχθεί πλήρως με την αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή.

Στην Ουκρανία η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το Πεκίνο έχει διατηρήσει στενή στρατηγική σχέση με τη Μόσχα από την έναρξη της ρωσικής εισβολής και δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι σκοπεύει να εγκαταλείψει έναν εταίρο που αποτελεί σημαντικό κομμάτι της δικής του προσπάθειας για έναν περισσότερο πολυπολικό κόσμο.

Η Κίνα θέλει και κάτι μεγαλύτερο

Για τον Σι, η επίσκεψη έχει και μία διάσταση που υπερβαίνει τη διμερή σχέση. Η Κίνα επιχειρεί εδώ και χρόνια να παρουσιάσει τον εαυτό της ως δύναμη σταθερότητας και ως υπερασπιστή ενός πολυπολικού διεθνούς συστήματος, ιδιαίτερα απέναντι στις χώρες του λεγόμενου Παγκόσμιου Νότου.

Η εικόνα του Κινέζου προέδρου να γίνεται δεκτός με εξαιρετικές τιμές στην Ουάσιγκτον ενισχύει αυτή την αφήγηση.

Το Πεκίνο μιλά πλέον ανοιχτά για μια «εποικοδομητική σχέση στρατηγικής σταθερότητας» με τις ΗΠΑ: περισσότερος διάλογος, συνεργασία όπου είναι εφικτή και ελεγχόμενη διαχείριση των διαφορών.

Δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες θέλουν να κυβερνήσουν μαζί τον κόσμο. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουν πως καμία δεν μπορεί εύκολα να επιβάλει στην άλλη τους όρους της.

Το πραγματικό στοίχημα

Γι’ αυτό και η επιτυχία της συνόδου πιθανότατα δεν θα μετρηθεί με τον αριθμό των συμφωνιών που θα υπογραφούν.

Μια παράταση της εμπορικής ανακωχής, ένας μηχανισμός επικοινωνίας για την AI, κάποιες δεσμεύσεις για τη φαιντανύλη και –κυρίως– η διατήρηση ανοικτών διαύλων μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου μπορεί να είναι το περισσότερο που μπορούν σήμερα να πετύχουν οι δύο πλευρές.

Δεν είναι λίγο. Η οικονομική αλληλεξάρτηση παραμένει τεράστια ακόμη και μέσα στον τεχνολογικό ανταγωνισμό, ενώ οι δύο χώρες γνωρίζουν ότι μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση θα είχε κόστος που δεν θα περιοριζόταν στα δικά τους σύνορα.

Η εντυπωσιακή υποδοχή του Σι μπορεί επομένως να δημιουργεί την εικόνα μιας ιστορικής συνόδου. Το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι πολύ πιο πεζό – αλλά ίσως και πιο χρήσιμο.

Τραμπ και Σι δεν επιχειρούν να τελειώσουν τον νέο ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων. Προσπαθούν να συμφωνήσουν στους όρους με τους οποίους θα συνεχιστεί.

Πηγή: Ναυτεμπορική, Νατάσα Στασινού [email protected]