23.8 C
Nicosia
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2026 | 11:51

DW: Κύπρος – Από τη ρωσική επιρροή στη στρατηγική αγκαλιά των ΗΠΑ

Εν αντιθέσει με την προηγούμενη πολιτική των ίσων αποστάσεων, η Κύπρος αποσύρει ρωσικά όπλα, διευρύνει την αμυντική συνεργασία με τις ΗΠΑ και επαναπροσδιορίζει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο.Στις 4 Οκτωβρίου, σε συνέντευξή του στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο νέος πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Κύπρο, Τζον Μπρέσλοου, αναφέρθηκε στα σχέδια αναβάθμισης της αεροπορικής βάσης «Ανδρέας Παπανδρέου» στην Πάφο, ώστε να μπορεί να εξυπηρετεί και μεγάλα αμερικανικά στρατιωτικά μεταγωγικά αεροσκάφη.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης προανήγγειλε παράλληλα περισσότερες επισκέψεις αμερικανικών πολεμικών πλοίων στα κυπριακά λιμάνια, καθώς και ενίσχυση των κοινών στρατιωτικών δραστηριοτήτων. Προχώρησε ωστόσο και σε μια δήλωση με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, διαβεβαιώνοντας ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προστατεύουν την Κύπρο στο μέλλον».

Η αναφορά αυτή, παρ’ ότι δεν συνιστά επίσημη αμερικανική εγγύηση ασφάλειας, είναι ενδεικτική του βάθους που αποκτά πλέον η συνεργασία των δύο χωρών. Για μια Κυπριακή Δημοκρατία που επί δεκαετίες διατηρούσε στενές σχέσεις με τη Μόσχα και αντιμετώπιζε με δυσπιστία την αμερικανική εξωτερική πολιτική, η προοπτική ενισχυμένης στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ και η δημόσια αναφορά στην προστασία της από την Ουάσιγκτον σηματοδοτούν μια ιστορική γεωπολιτική μετατόπιση. Πρόκειται για την πιο χαρακτηριστική ίσως ένδειξη της οριστικής πρόσδεσης της Κύπρου στο αμερικανικό άρμα και της σταδιακής απομάκρυνσής της από τη ρωσική σφαίρα επιρροής.

Από τον αντιαμερικανισμό στη στρατηγική συνεργασία

Η εξέλιξη αυτή μοιάζει ακόμα πιο εντυπωσιακή εάν αναλογιστεί κανείς ότι η Κυπριακή Δημοκρατία από τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της επιχειρούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, αποτελώντας ιδρυτικό μέλος του Κινήματος των Αδεσμεύτων το 1961, υπό τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο.

Η πολιτική αυτή της επέτρεψε να διατηρεί στενές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, χωρίς να αποκόπτεται από τον δυτικό κόσμο. Ακόμα και μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, η Λευκωσία διατήρησε ισχυρούς πολιτικούς, οικονομικούς και στρατιωτικούς δεσμούς με τη Μόσχα, ενώ αντίθετα οι σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες κουβαλούσαν το βάρος του 1974 και της ανεκτικής στάσης της Ουάσιγκτον απέναντι στην τουρκική εισβολή στο νησί. Αυτή η στάση είχε προκαλέσει κύμα αντιαμερικανισμού στο νησί, με αποκορύφωμα τη βίαιη διαδήλωση έξω από την αμερικανική πρεσβεία στη Λευκωσία στις 19 Αυγούστου 1974, κατά την οποία σκοτώθηκε από πυροβολισμούς ο Αμερικανός πρέσβης Ρότζερ Ντέιβις. Η δυσπιστία ενισχύθηκε και από την αμερικανική απαγόρευση εξαγωγής όπλων προς την Κυπριακή Δημοκρατία που επιβλήθηκε το 1987 με στόχο να μην υπονομευθούν οι προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.

Στην αγκαλιά της Μόσχας

Η αμερικανική απαγόρευση εξαγωγής όπλων προς την Κύπρο συνέβαλε στην εξάρτηση της Εθνικής Φρουράς από ρωσικά οπλικά συστήματα, γεγονός που ενίσχυσε την αντίληψη ότι η Μόσχα, και όχι η Ουάσιγκτον, αποτελούσε τον βασικό στρατηγικό εταίρο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου οι στενοί δεσμοί Λευκωσίας και Μόσχας διατηρήθηκαν ακόμα και μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004.

Χαρακτηριστική υπήρξε η στάση της κυπριακής κυβέρνησης μετά τη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, όταν εξέφρασε έντονες επιφυλάξεις για την επιβολή αυστηρών ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Κασουλίδης προειδοποιούσε ότι τέτοια μέτρα θα μπορούσαν να έχουν καταστροφικές συνέπειες για την κυπριακή οικονομία. Η προσέγγιση με τη Μόσχα συνεχίστηκε και τον Φεβρουάριο του 2015, όταν ο πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης επισκέφθηκε τη ρωσική πρωτεύουσα και υπέγραψε με τον Βλάντιμιρ Πούτιν σειρά συμφωνιών, μεταξύ των οποίων και μνημόνιο ναυτικής συνεργασίας που διευκόλυνε τις επισκέψεις ρωσικών πολεμικών πλοίων στα κυπριακά λιμάνια.

Παράλληλα, η Μόσχα συμφώνησε σε ευνοϊκότερους όρους αποπληρωμής του δανείου ύψους 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε χορηγήσει στην Κύπρο το 2011. Η συνεργασία παρέμενε στενή ακόμη και τον Οκτώβριο του 2021, όταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών και σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, υπέγραψε στη Μόσχα νέο πλαίσιο διμερούς συνεργασίας, λίγους μόλις μήνες πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Η μεγάλη αλλαγή του 2022

Η καθοριστική καμπή ήρθε τον Φεβρουάριο του 2022, με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Όπως επισημαίνει στην DW ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης, αναπληρωτής καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, «η Ρωσική εισβολή επιτάχυνε μια γεωπολιτική μετατόπιση της Κύπρου προς τη Δύση».

O Δρ. Αδαμίδης σημειώνει ότι «για πρώτη φορά η Κυπριακή Δημοκρατία επέλεξε ανοιχτά και χωρίς αμφισημίες να ταχθεί με τη Δύση, παρά το οικονομικό και πολιτικό κόστος που συνεπαγόταν η ρήξη με τη Μόσχα». Έτσι η Λευκωσία συντάχθηκε με τις ευρωπαϊκές κυρώσεις, παρ’ ότι η κυπριακή οικονομία διατηρούσε ισχυρούς δεσμούς με τη Ρωσία, ιδιαίτερα στους τομείς των υπηρεσιών, των επενδύσεων και του τουρισμού, καταφέρνοντας έτσι να πείσει και την Ουάσινγκτον ότι μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστο εταίρο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Πώς εκδηλώνεται η προσέγγιση Κύπρου και ΗΠΑ;

Η προσέγγιση Λευκωσίας και Ουάσιγκτον είχε αρχίσει να αποκτά θεσμική υπόσταση ήδη πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, με την υπογραφή διμερούς δήλωσης προθέσεων για συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας το 2018. Ακολούθησαν και άλλες πρωτοβουλίες, μεταξύ των οποίων η δημιουργία του Κυπριακού Κέντρου για την Ασφάλεια της Ξηράς, της Ανοιχτής Θάλασσας και των Λιμένων (CYCLOPS), μιας εγκατάστασης εκπαίδευσης που χρηματοδοτήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και εγκαινιάστηκε στη Λάρνακα τον Απρίλιο του 2022. Το Κέντρο παρέχει εκπαίδευση σε στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας της Κύπρου και άλλων χωρών της περιοχής, σε τομείς όπως η ασφάλεια λιμένων, η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η αποτροπή της παράνομης διακίνησης επικίνδυνων υλικών.

Ακόμα σημαντικότερη εξέλιξη για την Εθνική Φρουρά υπήρξε η απόφαση της Ουάσιγκτον, τον Σεπτέμβριο του 2022, να αναστείλει πλήρως το εμπάργκο όπλων που είχε επιβάλει στην Κυπριακή Δημοκρατία το 1987. Η απόφαση άνοιξε τον δρόμο για την εξαγωγή αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων οπλικών συστημάτων, προς την Κύπρο, υπό την προϋπόθεση των απαραίτητων εγκρίσεων από τις αμερικανικές αρχές. Η άρση του εμπάργκο δεν έχει μόνιμο χαρακτήρα, αλλά υπόκειται σε περιοδική ανανέωση. Η ισχύς της έχει ήδη παραταθεί μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.

Η Κύπρος και το ΝΑΤΟ

Η στρατηγική στροφή της Κύπρου στον τομέα της ασφάλειας αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για έναν ακόμα λόγο: η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ. Η πτώση ιρανικού μη επανδρωμένου αεροσκάφους στη βρετανική στρατιωτική βάση του Ακρωτηρίου, τον περασμένο Μάρτιο, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για ενδεχόμενη ένταξη της Κύπρου στη Βορειοατλαντική Συμμαχία.

Νωρίτερα φέτος, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης είχε δηλώσει ότι η Κύπρος προετοιμάζεται σε στρατιωτικό, επιχειρησιακό και διοικητικό επίπεδο για το ενδεχόμενο ένταξής της στο ΝΑΤΟ, προσθέτοντας ότι θα υπέβαλε σχετική αίτηση «ακόμα και αύριο, εάν αυτό ήταν εφικτό». Ο ίδιος αναγνώρισε ωστόσο ότι κάτι τέτοιο δεν είναι σήμερα δυνατό, καθώς, όπως ανέφερε, «δεν υπάρχουν οι πολιτικές συνθήκες, λαμβάνοντας υπόψη τη γνωστή θέση της Τουρκίας».

Η σταδιακή απεξάρτηση από τα ρωσικά όπλα

Η αλλαγή του στρατηγικού προσανατολισμού της Κύπρου αποτυπώνεται και στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών της. Έπειτα από δεκαετίες εξάρτησης από ρωσικά οπλικά συστήματα, η Λευκωσία επιδιώκει πλέον να περιορίσει σταδιακά τη χρήση εξοπλισμού ρωσικής κατασκευής, όπως τα άρματα μάχης T-80 και τα αντιαεροπορικά συστήματα Tor-M1 και Buk.

Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, καθώς οι κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας κατέστησαν ολοένα δυσκολότερη την προμήθεια ανταλλακτικών και πυρομαχικών για τα ρωσικά οπλικά συστήματα που διαθέτει η Εθνική Φρουρά. Ένα ακόμα σημαντικό βήμα σημειώθηκε τον Ιανουάριο του 2025, όταν ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν ενέκρινε τη συμμετοχή της Κύπρου σε αμερικανικά προγράμματα αμυντικών προμηθειών, μεταξύ των οποίων το πρόγραμμα Στρατιωτικών Πωλήσεων Εξωτερικού (Foreign Military Sales – FMS) και το πρόγραμμα παραχώρησης πλεονάζοντος αμυντικού υλικού (Excess Defense Articles – EDA). Με την απόφαση αυτή η Λευκωσία απέκτησε πρόσβαση σε πρόσθετους μηχανισμούς προμήθειας αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, εμβαθύνοντας περαιτέρω την αμυντική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πηγή: Deutsche Welle

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Press Room

Μείνετε ενημερωμένοι με τo newsletter μας!

ΑρχικήΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣDW: Κύπρος - Από τη ρωσική επιρροή στη στρατηγική αγκαλιά των ΗΠΑ