Έπεσαν οι υπογραφές, για το μεγαλύτερο εξοπλιστικό πρόγραμμα αεράμυνας στην ιστορία των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, «Ασπίδα του Αχιλλέα» αξίας 3 δισ. ευρώ.

Όπως είχε γράψει η Ναυτεμπορική και σύμφωνα με πληροφορίες, η τελετή υπογραφής πραγματοποιήθηκε σήμερα Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026, στο Τελ Αβίβ.

Όπως ανακοινώθηκε, υπεγράφη η Διακρατική Συμφωνία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με την ισραηλινή πλευρά για την ανάπτυξη του αντιαεροπορικού, αντιβαλλιστικού και αντί – drone Θόλου («Ασπίδα του Αχιλλέα»), με ενιαίο και ολιστικό σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

Εκ μέρους του ελληνικού Υπουργείου Εθνικής Άμυνας υπέγραψε τη Συμφωνία, η οποία προβλέπει την άμεση εκκίνηση της υλοποίησης του προγράμματος, ο Γενικός Διευθυντής Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων Υποστράτηγος Ιωάννης Μπούρας.

Από την ισραηλινή πλευρά τη Συμφωνία υπέγραψαν ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Άμυνας Amir Baram, o επικεφαλής της Διεύθυνσης Διεθνούς Αμυντικής Συνεργασίας (SIBAT) του Υπουργείου Άμυνας Yair Kulas, ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Αμυντικής Έρευνας και Ανάπτυξης του Υπουργείου Άμυνας Daniel Gold, ο επικεφαλής του Οργανισμού Αντιπυραυλικής Άμυνας Moshe Patel, o Διευθύνων Σύμβουλος της Rafael, Yoav Tourgeman, ο Διευθύνων Σύμβουλος της κρατικής εταιρείας Αεροδιαστημικής και Άμυνας ΙΑΙ, Guy Barlev και άλλοι αξιωματούχοι.

Στα 3 δις ευρώ και 19 ελληνικές εταιρείες

Ο συνολικός προϋπολογισμός του προγράμματος, ανέρχεται σύμφωνα με πληροφορίες στα τρία δισεκατομμύρια τριάντα πέντε εκατομμύρια ευρώ (3.035.000.000€).

Όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, στο πλαίσιο της υλοποίησής του προβλέπεται ευρεία συμμετοχή του ελληνικού αμυντικού και τεχνολογικού οικοσυστήματος, με 19 ελληνικές εταιρείες να συμμετέχουν ήδη στις σχετικές διαδικασίες.

Το ποσοστό συμμετοχής τους υπερβαίνει το 25% και συγκεκριμένα τα επτακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ (750 εκατ. €).

Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία παραγωγικής βάσης στην Ελλάδα με εξαγωγικές προοπτικές.

Πρόκειται για το πρώτο και μεγαλύτερο ολιστικό σύστημα αεράμυνας πέντε επιπέδων, που αποτελεί σημαντικό κρίκο της μεταρρύθμισης των Ενόπλων Δυνάμεων και μια επιβεβλημένη απάντηση στις γεωπολιτικές και τεχνολογικές προκλήσεις της εποχής.

Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», ο ελληνικός «Θόλος», εντάσσεται στη μεταρρύθμιση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκου Δένδια, «Ατζέντα 2030», με την οποία η Ελλάδα περνά σε μια νέα πραγματικότητα, μια νέα αντίληψη για την άμυνα και την αποτροπή.

«Προχωράμε στη συνολική και εκ θεμελίων μεταρρύθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων»

Όπως τόνισε χαρακτηριστικά, «βρισκόμαστε σε εποχή ριζικών αλλαγών. Οι σύγχρονες συγκρούσεις έχουν ήδη μεταβάλει τις παραμέτρους της στρατιωτικής άμυνας και αποτροπής. Η τεχνολογία, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, οι δορυφορικές επικοινωνίες, τα μη επανδρωμένα συστήματα, οι κυβερνοαπειλές, οι υβριδικές μορφές πολέμου και η διασύνδεση των πεδίων επιχειρήσεων έχουν καταστήσει από καιρού τα προϋπάρχοντα δόγματα Άμυνας παντελώς ανεδαφικά. Με αυτό ακριβώς το σκεπτικό προχωράμε στη συνολική και εκ θεμελίων μεταρρύθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων, με απόλυτη επίγνωση και συναίσθηση των δυσλειτουργιών  και αγκυλώσεων του χθες. Η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που υιοθετεί παρόμοιο σύστημα. Η ταχεία αλλαγή των πάντων είναι ο απαραίτητος όρος της εθνικής επιβίωσης απέναντι στον αναθεωρητισμό και τη διαρκώς διευρυνόμενη απειλή».

Οι πέντε πυλώνες

Το πρώτο επίπεδο αφορά την αντιβαλλιστική άμυνα απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους μεγαλύτερου βεληνεκούς.

Το δεύτερο επίπεδο καλύπτει την αντιαεροπορική προστασία έναντι μαχητικών αεροσκαφών, ελικοπτέρων και πυραύλων cruise.

Το τρίτο επίπεδο αφορά την αντιμετώπιση drones και UAV.

Το τέταρτο επίπεδο περιλαμβάνει τις δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου, με χρήση τεχνολογιών παρεμβολών (Soft Kill), ηλεκτρονικής υποστήριξης και κυβερνοπροστασίας.

Το πέμπτο επίπεδο είναι το ολοκληρωμένο σύστημα Διοίκησης και Ελέγχου (Command and Control – C2), το οποίο αποτελεί ουσιαστικά τον «εγκέφαλο» της νέας αρχιτεκτονικής, επιτρέποντας την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ όλων των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων.

 

Τα ισραηλινά συστήματα

Όπως έχει αναλύσει σε ρεπορτάζ της η Ναυτεμπορική, στον πυρήνα της νέας αεράμυνας βρίσκονται μεταξύ άλλων, τρία προηγμένα ισραηλινά συστήματα.

Το πρώτο είναι το BARAK MX της Israel Aerospace Industries (IAI), ένα αντιαεροπορικό και αντιβαλλιστικό σύστημα πολλαπλών επιπέδων, σχεδιασμένο να αντιμετωπίζει αεροσκάφη, πυραύλους cruise, UAV αλλά και βαλλιστικές απειλές.

Το δεύτερο είναι το SPYDER της Rafael, το οποίο προσφέρει προστασία μικρού και μέσου βεληνεκούς με εξαιρετικά μικρούς χρόνους αντίδρασης, αποτελώντας ιδανική λύση για την προστασία κρίσιμων υποδομών και στρατιωτικών σχηματισμών.

Το τρίτο είναι το David’s Sling, το οποίο καλύπτει το ανώτερο επίπεδο της αντιαεροπορικής και αντιβαλλιστικής άμυνας, γεφυρώνοντας το επιχειρησιακό κενό μεταξύ των συμβατικών αντιαεροπορικών συστημάτων και των στρατηγικών αντιβαλλιστικών δυνατοτήτων.

Πηγή φωτογραφίας: Wikipedia

Η ένταξη των συγκεκριμένων συστημάτων θα επιτρέψει σταδιακά την αντικατάσταση  παλαιότερων μέσων, όπως τα OSA-AKM, TOR-M1 και S-300, τα οποία εξακολουθούν να προσφέρουν επιχειρησιακές δυνατότητες, αλλά πλησιάζουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους και παρουσιάζουν αυξανόμενες δυσκολίες υποστήριξης.

Ελληνικός πηγαίος κώδικας – C2

Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στην ελληνική συμμετοχή πέρα από το κοικονομικό σκέλος της τάξεως άνω του 25%.

Το νέο «σύστημα» θα αναπτυχθεί με ελληνικό πηγαίο κώδικα και ελληνική κρυπτογράφηση, ώστε οι Ένοπλες Δυνάμεις να διατηρούν τον πλήρη επιχειρησιακό έλεγχο του δικτύου.

Η ουσία είναι η δημιουργία μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής αεράμυνας, στην οποία ραντάρ, αισθητήρες, κέντρα διοίκησης και διαφορετικά όπλα θα μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα και να λειτουργούν ως ένα δίκτυο.

Το C2 είναι ουσιαστικά ο «εγκέφαλος» αυτής της αρχιτεκτονικής. Δεν είναι ο ίδιος ο πύραυλος ή το ραντάρ, αλλά είναι το επίπεδο που παίρνει τις πληροφορίες από τους αισθητήρες, δημιουργεί κοινή επιχειρησιακή εικόνα, αξιολογεί τις απειλές και επιτρέπει στην αλυσίδα διοίκησης να αποφασίσει ποιο διαθέσιμο μέσο είναι καταλληλότερο για την αντιμετώπιση κάθε στόχου. Έτσι, αντί να λειτουργούν διαφορετικές πυροβολαρχίες ως σχετικά ανεξάρτητα «νησιά», η λογική είναι να δημιουργηθεί ένα ενιαίο δίκτυο που θα συνδέει τα διαφορετικά επίπεδα άμυνας.

Εδώ, βρίσκεται και η μεγάλη σημασία του πηγαίου κώδικα.

Ο πηγαίος κώδικας είναι, με απλά λόγια, οι «οδηγίες» με τις οποίες λειτουργεί το σύστημα διοίκησης και ελέγχου.

ΓΡ. ΤΥΠΟΥ ΓΕΝ /EUROKINISSI/Φωτογραφία αρχείου

Αν η Ελλάδα αγοράσει ένα C2 αλλά ο κώδικας παραμείνει απολύτως κλειστός στον κατασκευαστή, τότε κάθε αλλαγή —π.χ. διασύνδεση με ένα νέο ελληνικό ραντάρ, αλλαγή στον τρόπο που ανταλλάσσονται τα δεδομένα, προσθήκη ενός νέου όπλου ή προσαρμογή του συστήματος στις ελληνικές επιχειρησιακές διαδικασίες— μπορεί να απαιτεί την άδεια του προμηθευτή, ακόμα και την όποια «συμμέτοχή» του.

Αντίθετα, η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα δίνει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να γνωρίζει σε βάθος πώς λειτουργεί το C2 και, ανάλογα με τα δικαιώματα που θα προβλέπει η σύμβαση, να το τροποποιεί και να το εξελίσσει χωρίς να είναι απόλυτα εξαρτημένη από τον αρχικό κατασκευαστή.

Αυτό είναι κρίσιμο σε ένα σύστημα αεράμυνας που θα αποτελεί τον «εγκέφαλο» πολλών διαφορετικών αισθητήρων και όπλων.

Για παράδειγμα, αν σε πέντε χρόνια η Ελλάδα θέλει να εντάξει ένα νέο ελληνικό ραντάρ ή ένα νέο αντιαεροπορικό σύστημα, το ερώτημα δεν θα είναι απλώς «μπορούμε να το αγοράσουμε;», αλλά «μπορούμε να κάνουμε το C2 να το καταλάβει, να πάρει τα δεδομένα του και να το εντάξει στην ίδια επιχειρησιακή εικόνα;».

Εκεί ακριβώς βρίσκεται η στρατηγική αξία του source code. Δεν αφορά μόνο το τι μπορεί να κάνει το σύστημα σήμερα, αλλά το πόσο ελεύθερη θα είναι η Ελλάδα να το αλλάζει και να το εξελίσσει αύριο. Και μια κρίσιμη λεπτομέρεια: πρόσβαση ή κατοχή του source code δεν σημαίνει αυτομάτως απεριόριστο δικαίωμα τροποποίησης. Αυτό εξαρτάται από τα δικαιώματα που θα κατοχυρωθούν στη σύμβαση.

Η συμμετοχή (και) της Ελληνικής Αεροπορικής Βιομηχανίας

Ιδιαίτερη αξία σε αυτή τη νέα φιλοσοφία αποτελεί το ελληνικό σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου «ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ», που αναπτύχθηκε από την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία.

Η πρόσφατη επιτυχής ενσωμάτωσή του στο BARAK MX σηματοδοτεί ένα σημαντικό τεχνολογικό βήμα, καθώς επιτρέπει την πλήρως ενοποιημένη λειτουργία σε επίπεδο Διοίκησης και Ελέγχου.

Πιο αναλυτικά, το BARAK MX αναλαμβάνει την κινητική αναχαίτιση των στόχων (Hard Kill), ενώ ο «ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ» προσθέτει δυνατότητες ηλεκτρονικής αντιμετώπισης (Soft Kill), μέσω εντοπισμού, παρεμβολών και εξουδετέρωσης εχθρικών UAV χωρίς χρήση πυραύλων.

Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει κλιμακούμενη απόκριση ανάλογα με τη φύση της απειλής -από χαμηλού κόστους drones έως σύνθετες απειλές μεγαλύτερης εμβέλειας-, βελτιστοποιώντας τη χρήση των διαθέσιμων μέσων και διατηρώντας τα κινητικά συστήματα υψηλής αξίας για τις πλέον κρίσιμες περιπτώσεις.

ΠΗΓΗ: NAFTEMPORIKI.GR