24.8 C
Nicosia
Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026 | 11:45

Τα πλεονάσματα υπάρχουν – Πως κερδίζουμε το στοίχημα της δίκαιης κατανομής τους

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου*

Η Κύπρος τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε ιδιαίτερα ισχυρή δημοσιονομική θέση, ακόμη και σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2024 το πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης ανήλθε σε €1,439 δισ. ή 4,1% του ΑΕΠ και το 2025 σε €1,242 δισ. ή 3,4% του ΑΕΠ, ενώ η ΕΕ ως σύνολο κατέγραψε έλλειμμα 3,1% του ΑΕΠ και τα δύο έτη. Το 2025, μάλιστα, η Κύπρος είχε το υψηλότερο δημοσιονομικό πλεόνασμα στην ΕΕ. Κατά το επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 καταγράφηκε δημοσιονομικό πλεόνασμα €770,6 εκατ., που αντιστοιχεί σε περίπου 2% του ετήσιου ΑΕΠ.

Παρόλο που η επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων δεν αποτελεί αυτοσκοπό της οικονομικής πολιτικής, η εν λόγω εξέλιξη είναι θετική. Περιορίζει τις ανάγκες νέου δανεισμού, δύναται να συμβάλλει στη μείωση του δημόσιου χρέους, ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας και δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για την άσκηση κοινωνικής και αναπτυξιακής πολιτικής. Η ύπαρξη δημοσιονομικού χώρου, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αυτός πρέπει κατ’ ανάγκη να διατεθεί. Το αν θα αξιοποιηθεί, σε ποια έκταση και με ποιον τρόπο, αποτελεί ευρύτερη επιλογή δημόσιας πολιτικής. Για τη λήψη μιας τέτοιας απόφασης έχει σημασία να εξεταστεί και ο τρόπος με τον οποίο ο δημοσιονομικός αυτός χώρος δημιουργήθηκε.

Πληθωρισμός και δημόσια έσοδα

Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα δύνανται να προκύψουν από διάφορους παράγοντες, όπως η οικονομική ανάπτυξη, η αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων, η κερδοφορία των επιχειρήσεων, η φορολογική συμμόρφωση και η εξέλιξη των δημόσιων δαπανών. Υπάρχει, όμως, και ένας πρόσθετος παράγοντας: ο πληθωρισμός. Η αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών μπορεί να ενισχύσει τα δημόσια έσοδα με δύο κυρίως τρόπους. Πρώτον, αυξάνει την ονομαστική αξία της κατανάλωσης και, κατ’ επέκταση, τη φορολογική βάση του ΦΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026 τα συνολικά δημόσια έσοδα αυξήθηκαν κατά 4,1%, ενώ τα καθαρά έσοδα από ΦΠΑ κατά 14,7%. Δεύτερον, μέσω της δημοσιονομικής έλξης (fiscal drag), η αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων δύναται να οδηγήσει σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση χωρίς αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Πέραν όμως από την επίδρασή του στα δημόσια έσοδα, ο πληθωρισμός έχει και σημαντικές διανεμητικές συνέπειες. Η επιβάρυνση που προκαλεί δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Τα χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους σε βασικές ανάγκες, όπως τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και μεταφορές, και έχουν μικρότερη δυνατότητα να απορροφήσουν τις αυξήσεις των τιμών. Η επιβάρυνση αυτή δεν εξαφανίζεται επειδή ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται. Η μείωση του ρυθμού αύξησης των τιμών δεν συνεπάγεται επιστροφή τους στα προηγούμενα επίπεδα. Εφόσον τα εισοδήματα δεν έχουν αυξηθεί αντίστοιχα, μέρος της απώλειας αγοραστικής δύναμης παραμένει και μπορεί να παγιωθεί.

Ανάλογη πίεση μπορεί να αντιμετωπίζουν μικρές επιχειρήσεις, ιδίως όταν το αυξημένο κόστος ενέργειας, πρώτων υλών, ενοικίων ή χρηματοδότησης δεν μπορεί εύκολα να μετακυλιστεί στις τιμές των προϊόντων ή υπηρεσιών τους.

Η πραγματική επιβάρυνση δεν είναι ίδια για όλους

Οι πιο πάνω διαφορές ως προς την πραγματική επιβάρυνση, αναδεικνύουν και ένα ζήτημα δικαιοσύνης και αναλογικότητας στην ενδεχόμενη αξιοποίηση μέρους του δημοσιονομικού χώρου. Χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική βιωσιμότητα, θα μπορούσε να εξεταστεί η καλύτερη στόχευση υφιστάμενων εργαλείων κοινωνικής πολιτικής προς όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, όπως το επίδομα τέκνου και πολυτεκνίας, η στήριξη χαμηλοσυνταξιούχων και άλλες εισοδηματικές ενισχύσεις, με κριτήρια το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και τον βαθμό οικονομικής επιβάρυνσης.

Για τις μικρές επιχειρήσεις, η στήριξη θα μπορούσε αντίστοιχα να λάβει τη μορφή στοχευμένων χορηγιών για αυξημένο ενεργειακό ή άλλο λειτουργικό κόστος, προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης, διευκόλυνσης της πρόσβασης σε χρηματοδότηση ή άλλων προσωρινών μέτρων μείωσης του κόστους. Η στήριξη θα πρέπει να συνδέεται με τεκμηριωμένη επιβάρυνση και περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης ή μετακύλισης του αυξημένου κόστους στις τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών τους.

Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη θέση του ΔΝΤ υπέρ προσωρινών και στοχευμένων μέτρων αντί γενικευμένων μειώσεων φόρων ή οριζόντιων επιδοτήσεων.

Το ζητούμενο είναι η δίκαιη κατανομή

Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο χρόνος λήψης των αποφάσεων για την ενδεχόμενη διάθεση και κατανομή μέρους του δημοσιονομικού χώρου. Όσο εντείνεται ο επόμενος εκλογικός κύκλος, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος η κατανομή των διαθέσιμων πόρων να στρεβλωθεί από την άνιση δύναμη διεκδίκησης διαφορετικών ομάδων. Οι καλύτερα οργανωμένες ομάδες έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα να προωθούν τα αιτήματά τους, ενώ νοικοκυριά, χαμηλοσυνταξιούχοι ή μικρές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν αντίστοιχη συλλογική εκπροσώπηση μπορεί να έχουν πολύ μικρότερη επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Υπάρχει έτσι ο κίνδυνος οι πόροι να κατευθυνθούν όχι εκεί όπου η πραγματική οικονομική ανάγκη είναι μεγαλύτερη, αλλά εκεί όπου οι διεκδικήσεις είναι ισχυρότερες.

Με αυτά τα δεδομένα, η ενδεχόμενη διάθεση μέρους του δημοσιονομικού χώρου πρέπει να αποφασιστεί έγκαιρα και με σαφή, αντικειμενικά κριτήρια, χωρίς να διακυβεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα. Για τα νοικοκυριά, κρίσιμο είναι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, η απώλεια αγοραστικής δύναμης και η σύνθεσή τους. Για τις μικρές επιχειρήσεις, η αύξηση του λειτουργικού κόστους, η συμπίεση των περιθωρίων και η δυνατότητα μετακύλισης του κόστους.

Η δικαιοσύνη και η αναλογικότητα επιβάλλουν, εφόσον διατεθεί μέρος του δημοσιονομικού χώρου, να κατευθυνθεί εκεί όπου η πραγματική επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη και η δυνατότητα απορρόφησής της μικρότερη. Όχι εκεί όπου η δύναμη διεκδίκησης είναι ισχυρότερη.

*Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Press Room

Μείνετε ενημερωμένοι με τo newsletter μας!

ΑρχικήΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣΤα πλεονάσματα υπάρχουν - Πως κερδίζουμε το στοίχημα της δίκαιης κατανομής τους