Τα καύσιμα επηρεάζουν ολόκληρη την οικονομία, χρειάζεται πιο ισχυρή και στοχευμένη παρέμβαση.
Του Μάριου Ηλία *
Η νέα δέσμη μέτρων της Κυβέρνησης για αντιμετώπιση της ακρίβειας αποτελεί μια αναγνώριση του προβλήματος και περιλαμβάνει παρεμβάσεις σε ηλεκτρικό ρεύμα, βασικά αγαθά, πετρέλαιο θέρμανσης και στήριξη ευάλωτων ομάδων. Το συνολικό κόστος των νέων μέτρων ανέρχεται περίπου στα €70 εκατ., ενώ μαζί με τα ήδη υφιστάμενα μέτρα η στήριξη φτάνει περίπου στα €160 εκατ.
Όμως το ζητούμενο δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανά το κράτος. Είναι κατά πόσο οι παρεμβάσεις αυτές αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά την πίεση που δέχονται σήμερα τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.
Και εδώ θεωρώ ότι χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα.
Ιδιαίτερα στο θέμα των καυσίμων, η Κύπρος έχει μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να αγνοούμε. Χωρίς καύσιμα ουσιαστικά δεν κινείται τίποτα. Η καθημερινή μετακίνηση προς την εργασία, η διανομή προϊόντων, οι μεταφορές, η γεωργία, οι υπηρεσίες και μεγάλο μέρος της δραστηριότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εξακολουθούν να εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το οδικό δίκτυο και το ιδιωτικό όχημα.
Γι’ αυτό κάθε αύξηση στην αντλία μεταφέρεται πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την οικονομία. Δεν επιβαρύνεται μόνο ο οδηγός. Αυξάνεται το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, το κόστος μεταφοράς προϊόντων και τελικά οι τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής.
Η υφιστάμενη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης κατά 8,33 σεντ το λίτρο σε βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης έχει παραταθεί μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2026. Θεωρώ ότι πρέπει να παραταθεί τουλάχιστον μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026 και, εφόσον οι τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα, να εξεταστεί ακόμη ισχυρότερη παρέμβαση.
Μάλιστα, υπάρχει και μια διάσταση που έχω επισημάνει και στο παρελθόν. Όταν αυξάνεται η τελική τιμή των καυσίμων, αυξάνονται αυτόματα και τα έσοδα του κράτους από τον ΦΠΑ, αφού ο φόρος υπολογίζεται επί της τελικής τιμής.
Γι’ αυτό οι αυξήσεις στα καύσιμα δεν πρέπει να μετατρέπονται σε μόνιμο πρόσθετο δημοσιονομικό όφελος για το κράτος. Όταν προκύπτουν έκτακτα έσοδα πέραν των προβλέψεων του προϋπολογισμού, μέρος αυτών θα μπορούσε να επιστρέφει στην κοινωνία μέσω προσωρινών ελαφρύνσεων στα καύσιμα, στήριξης των επαγγελματιών οδηγών, των μεταφορών και άλλων στοχευμένων παρεμβάσεων.
Παράλληλα, διαφωνώ με τη λογική ότι η επέκταση του μηδενικού ΦΠΑ σε περισσότερα προϊόντα μπορεί από μόνη της να αποτελέσει βασική απάντηση στην ακρίβεια. Η Κυβέρνηση έχει επεκτείνει τον μηδενικό συντελεστή σε σειρά βασικών αγαθών. Το ερώτημα, όμως, είναι πόσο από αυτή τη φορολογική ελάφρυνση καταλήγει πραγματικά στην τσέπη του καταναλωτή.
Θεωρώ ότι οι διαθέσιμοι δημοσιονομικοί πόροι πρέπει να κατευθύνονται περισσότερο στοχευμένα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, στις οικογένειες με παιδιά και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Χρειάζεται, για παράδειγμα, περαιτέρω ενίσχυση του επιδόματος τέκνου για τις οικογένειες που πραγματικά το χρειάζονται, ουσιαστικότερη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων απέναντι στο ενεργειακό κόστος, ταχύτερες επιστροφές ΦΠΑ ώστε να μην στερούνται ρευστότητα, καλύτερη πρόσβαση των πολύ μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση και φορολογικά κίνητρα που ενισχύουν την εργασία και το πρόσθετο εισόδημα.
Αυτή πρέπει να είναι η κατεύθυνση: λιγότερα οριζόντια μέτρα και περισσότερη στοχευμένη στήριξη της μεσαίας τάξης και της πραγματικής οικονομίας.
Η δημοσιονομική υπευθυνότητα είναι απαραίτητη. Όμως ισχυρά δημόσια οικονομικά έχουν αξία όταν μπορούν, στις δύσκολες περιόδους, να στηρίζουν αποτελεσματικά την κοινωνία και την οικονομία.
Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν είναι ένα βήμα.
Δεν είναι, όμως, αρκετά.
Χρειάζεται πιο αποφασιστική παρέμβαση στα καύσιμα και πιο στοχευμένη πολιτική για τις οικογένειες, τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Γιατί απέναντι στην ακρίβεια δεν αρκεί να ανακοινώνουμε μέτρα. Πρέπει κάθε ευρώ κρατικής παρέμβασης να καταλήγει εκεί όπου μπορεί να κάνει τη μεγαλύτερη πραγματική διαφορά.
* Οικονομολόγος, Υπεύθυνος Χαρτοφυλακίου Μεταφορών ΔΗΣΥ



