15.8 C
Nicosia
Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026 | 9:59

Ιδεολογία και πραγματισμός στο κυπριακό – Μια συνοπτική αξιολόγηση και η επιβαλλόμενη πορεία

Ανδρέας Θεοφάνους*

Στόχος του κειμένου αυτού είναι η αξιολόγηση των δεδομένων που καθόριζαν ή επηρέαζαν την πολιτική στο Κυπριακό πριν και μετά το 1974. Κατατίθεται επίσης συνοπτικά εισήγηση για την επιβαλλόμενη πορεία. Στα πλαίσια αυτά αξιολογείται ο ρόλος της ιδεολογίας, του πραγματισμού και της εξειδικευμένης γνώσης. Αναφέρω επίσης ότι σε όλες σχεδόν τις χώρες η ιδεολογία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα.

Η ένωση ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία και ο στόχος του αγώνα της ΕΟΚΑ. Η κατάληξη στις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου ήταν μια πράξη πραγματισμού. Σε διαφορετική περίπτωση ενδεχομένως θα οδηγούμασταν στη διχοτόμηση ή ακόμη και στην τριχοτόμηση. Σημειώνεται συναφώς ότι ο Καραμανλής και ο Αβέρωφ είχαν διαμηνύσει στον Μακάριο ότι εάν δεν υπόγραφε τις Συμφωνίες οι Έλληνες Κύπριοι θα πορεύονταν μόνοι.

Η κατάθεση των 13 Σημείων από τον Πρόεδρο Μακάριο στις 30 Νοεμβρίου 1963 ήταν μια παράτολμη ενέργεια. Κέρδισε όμως τη μάχη με το Ψήφισμα 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 4 Μαρτίου 1964, και τη νομιμοποίηση του Δικαίου της Ανάγκης. Δεν αντιλήφθηκαν οι Ελληνοκύπριοι ότι αυτό που συνέβηκε ήταν μια κορυφαία στιγμή. Υπήρχε ένα όριο στο τι μπορούσε να επιτευχθεί τη δεδομένη περίοδο. Και αυτό ήταν το ενιαίο κράτος και όχι η ένωση.

Η Έκθεση Γκάλο Πλάζα του ΟΗΕ προέκρινε το 1965 ένα ενοποιημένο κράτος, απορρίπτοντας την ομοσπονδία αλλά και την ένωση. Παρά ταύτα το κυρίαρχο αφήγημα μεταξύ των Ελληνοκυπρίων εξακολουθούσε να είναι η ένωση. Με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας περί τα τέλη του 1967 μετά από την κρίση της Κοφίνου, υπήρξε στροφή στην πολιτική του εφικτού. Η στροφή στο ενιαίο κράτος αποτέλεσε ορθολογιστική πράξη πραγματισμού. Μπορεί να λεχθεί ότι ο Μακάριος θα έπρεπε να ακολουθήσει την πολιτική του εφικτού νωρίτερα. Η επισήμανση αυτή είναι σωστή. Τα δεδομένα της συγκεκριμένης περιόδου όμως ήταν τέτοια που καθιστούσαν δύσκολη την υιοθέτηση της πολιτικής του εφικτού νωρίτερα.

Ήταν ξεκάθαρο ότι η ένωση μετά την κρίση της Κοφίνου και τις επιλογές των Αθηνών δεν ήταν πλέον ρεαλιστικός στόχος. Η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη να διεκδικήσει την Κύπρο και να επωμισθεί τις συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας. Αλλά και ο ΟΗΕ και η διεθνής κοινότητα προέκριναν την ανεξαρτησία της Κύπρου. Ως εκ τούτου δεν υπήρχε καμία λογική στην αποσταθεροποίηση που έλαβε χώρα μεταγενέστερα ως αποτέλεσμα των ενεργειών της Χούντας και της ΕΟΚΑ Β’, εν ονόματι της ενώσεως. Η πραγματικότητα είναι ότι το ιδεώδες της ένωσης χρησιμοποιήθηκε για αλλότριους στόχους τη συγκεκριμένη περίοδο.

Ο πραγματισμός απαιτεί ορθολογιστική ανάλυση και επιστράτευση της εξειδικευμένης γνώσης. Αυτό συνήθως δεν γίνεται στην Κύπρο. Πριν το 1974 δεν έγιναν επαρκώς κατανοητά τα δεδομένα του Ψυχρού πολέμου. Ούτε υπήρξε επαρκής προβληματισμός για τις προεκτάσεις του αφηγήματος «Κούβα της Μεσογείου» και «Κάστρο της Μεσογείου». Το αφήγημα αυτό δεν ευσταθούσε. Στην Κύπρο υπήρχαν οι Βρετανικές Βάσεις, στρατεύματα τριών χωρών του ΝΑΤΟ – των εγγυητριών δυνάμεων – καθώς και διευκολύνσεις προς τις ΗΠΑ και την Γαλλία. Όμως το συγκεκριμένο αφήγημα προωθείτο συστηματικά.

Έπρεπε να υπάρξει διευθέτηση πριν το 1974. Ο στόχος αυτός ήταν εφικτός. Δυστυχώς η αποσταθεροποίηση που έλαβε χώρα δημιούργησε συνθήκες που δεν διευκόλυναν μια λύση η οποία θα βελτίωνε σημαντικά το Σύνταγμα Ζυρίχης και Λονδίνου.

Μετά το 1974 δεν τίθετο θέμα ενώσεως ή ενιαίου κράτους. Η ελληνοκυπριακή ηγεσία διαχρονικά μετά το 1974 προέβη σε υποχωρήσεις που ξεπέρασαν τις κόκκινες γραμμές. Αυτό ήταν αποτέλεσμα της μεγάλης ήττας, του ανισοζυγίου δυνάμεων καθώς και της μη επιστράτευσης της εξιδεικευμένης γνώσης.  Σταδιακά επήλθε η ιδεολογικοποίηση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας. Και αυτό αποτέλεσε αρνητική εξέλιξη.

Τι απαιτούσε ο πραγματισμός και η ορθολογιστική διαχείριση μετά το 1974; Θα έπρεπε να είχε μελετηθεί το ερώτημα: «Ποια μορφή ομοσπονδίας θα ήταν εφαρμόσιμη για την Κύπρο;» Επιπρόσθετα, ήταν σημαντικό να αξιολογηθεί η στάση μας στις συνομιλίες, ο ρόλος του ΟΗΕ, της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Υπήρξαν επίσης πολλές υπερβολές ως αποτέλεσμα ιδεολογίας, λανθασμένων εκτιμήσεων ή/και ευσεβών πόθων.

Είναι προφανές ότι το κόστος της μη επιστράτευσης της επιστημονικής γνώσης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων ήταν βαρύτατο – και το 1974 και το 2013. Και παραμένει υψηλό. Σήμερα παρουσιάζεται μια δυστοκία στην επανέναρξη των συνομιλιών. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη καθώς υπάρχει μεγάλο χάσμα στις θέσεις των δύο πλευρών. Και δεν θεωρώ ότι ευθύνεται η ελληνοκυπριακή πλευρά για την κατάσταση αυτή. Αλλά και αν αρχίσουν οι συνομιλίες, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις θέσεις των δυο πλευρών η κατάληξη θα είναι είτε αποτυχία είτε η συνομοσπονδία.

Ως εκ τούτου προέχει η συντήρηση ενός διαλόγου και η αποφυγή της κατάρρευσης της διαδικασίας. Σε σχέση με την ουσία προκρίνεται η κατάθεση κατευθυντήριων γραμμών για τη διευθέτηση του Κυπριακού στα πλαίσια ενός λειτουργικού ομοσπονδιακού κράτους. Στα πλαίσια αυτά είναι σημαντική η μεταρρύθμιση του Συντάγματος Ζυρίχης και Λονδίνου. (Σε περίπτωση που το ομοσπονδιακό κράτος θα προκύψει από τη συμφωνία δυο συνιστώντων κρατών τα δεδομένα θα είναι πολύ διαφορετικά. Και στην περίπτωση κατάρρευσης ενδεχομένως θα είμαστε σε αναζήτηση κηδεμόνα). Επιπρόσθετα, στα πλαίσια μια εξελικτικής πορείας, η οποία είναι απαραίτητη, είναι σημαντικό να αναληφθούν ΜΟΕ και άλλες δράσεις με την εμπλοκή εγγυητριών χωρών και άλλων δυνάμεων όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. (Συγκεκριμένες προτάσεις και επί της ουσίας του Κυπριακού και για την εξελικτική πορεία έχω καταθέσει. Οι θέσεις αυτές επικαιροποιούνται συνεχώς.) Συνθήκες για ουσιαστική πρόοδο είναι επίσης δυνατό να δημιουργηθούν στα πλαίσια ευρύτερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.

Απαιτείται επίσης ένα αφήγημα για το τι έλαβε ώρα και το τι επιδιώκουμε. Επιβάλλεται επίσης η ουσιαστική συμμετοχή της Κύπρου στη διεθνή αγορά προβολής και ανταλλαγής ιδεών. Καθοριστικής σημασίας είναι επίσης η μετατροπή της Κύπρου σε ένα κράτος πρότυπο καθώς και η συνεχής αναβάθμιση των συντελεστών ισχύος.

* Ο Ομότιμος Καθηγητής Ανδρέας Θεοφάνους είναι Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων το οποίο είναι διασυνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Press Room

Μείνετε ενημερωμένοι με τo newsletter μας!

ΑρχικήΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣΙδεολογία και πραγματισμός στο κυπριακό - Μια συνοπτική αξιολόγηση και η επιβαλλόμενη...