Στέλλα Μιχαηλίδου*
Οι κρατικές ενισχύσεις αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων ή διαρθρωτικών προσαρμογών και μετασχηματισμού της οικονομίας. Ωστόσο, η μη αποτελεσματική διαχείριση τους ενέχει σοβαρούς κινδύνους κυρίως ως προς την απώλεια δημόσιων πόρων και τη στρέβλωση του ανταγωνισμού. Επιπρόσθετα, η μη ορθή στόχευση και η ανεπαρκής εποπτεία τους μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική απώλεια δημοσίων πόρων χωρίς το προσδοκώμενο όφελος για την οικονομία. Απαιτείται αυστηρή εποπτεία η οποία να εφαρμόζεται με μεθοδικότητα και έγκαιρα χωρίς παραλήψεις και εξαιρέσεις για να επιτευχθεί η αναπτυξιακή στόχευση των κρατικών ενισχύσεων.
Διαπιστώνω ότι, οι κατά διαστήματα κρίσεις ακόμα και στην Κύπρο, ανέδειξαν περιπτώσεις όπου οι κρατικές παρεμβάσεις και τα σχέδια στήριξης δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα, είτε λόγω ελλιπούς στόχευσης είτε λόγω ανεπαρκών μηχανισμών ελέγχου. Επίσης, υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι πόροι δεν κατευθυνθήκαν σε πραγματικά βιώσιμες δραστηριότητες, περιορίζοντας την αναπτυξιακή τους επίδραση.
Η αποτελεσματικότητα των ενισχύσεων δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος τους αλλά από τον σχεδιασμό, τη διαφάνεια και κυρίως τον έλεγχο της εφαρμογής τους. Όταν οι ενισχύσεις δεν βασίζονται σε σαφή ξεκάθαρα κριτήρια ή δεν συνοδεύονται από μηχανισμούς αξιολόγησης, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος κατασπατάλησης πόρων χωρίς ουσιαστικό αναπτυξιακό αντίκτυπο.
Η απώλεια πόρων δεν είναι μόνο δημοσιονομικό ζήτημα. Επηρεάζει την αξιοπιστία των θεσμών, δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού και υπομονεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αποτελεί και θέμα αξιοπιστίας του κράτους, αλλά και δικαιοσύνης έναντι των επιχειρήσεων που λειτουργούν χωρίς στήριξη. Παράλληλα μπορεί να οδηγήσει σε άνιση μεταχείριση και να επηρεάσει αρνητικά την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Για τον λόγο αυτό, η συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων και η ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις.
Η ανάγκη για αυστηρό έλεγχο, διαφάνεια και συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Η ορθολογική χρήση των δημοσίων πόρων δεν αποτελεί απλώς υποχρέωση αλλά προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη και ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χαρακτηριστικές είναι περιπτώσεις ανάκτησης παράνομων η ασύμβατων κρατικών ενισχύσεων κατόπιν αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Μεγάλες υποθέσεις , όπως οι ενισχύσεις σε μεγάλους Οργανισμούς σε περιόδους κρίσεων, κατέδειξαν ότι χωρίς αυστηρή συμμόρφωση με τους κανόνες οι ενισχύσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και απώλεια πόρων που τελικά επιβαρύνουν τον φορολογούμενο.
Επιπλέον, σε αρκετά κράτη μέλη παρατηρήθηκαν περιπτώσεις όπου περιφερειακές ενισχύσεις χορηγήθηκαν χωρίς επαρκή αξιολόγηση βιωσιμότητας, οδηγώντας είτε σε αποτυχία των επενδύσεων είτε σε ανάγκη επιστροφής κονδυλίων. Τα παραδείγματα αυτά ενισχύουν την ανάγκη για αυστηρό σχεδιασμό και συνεχή και έγκαιρη παρακολούθηση.
Στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, κάθε ευρώ που διατίθεται πρέπει να αξιοποιείται με υπευθυνότητα, διαφάνεια και σαφή αναπτυξιακή στρατηγική στόχευση ώστε να αποφεύγεται η απώλεια πόρων και να διασφαλίζεται το μέγιστο δυνατό όφελος για την οικονομία και την κοινωνία. Μόνοι έτσι οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν να επιτελέσουν τον ρόλο τους ως μοχλός ανάπτυξης και όχι ως πηγή απώλειας πολύτιμων πόρων.
Σε ένα περιβάλλον αυξημένων δημοσιονομικών πιέσεων και κοινωνικών απαιτήσεων, η ανοχή σε αναποτελεσματικές πρακτικές δεν είναι επιλογή για πρόοδο.
Η προστασία των δημοσίων πόρων δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι ζήτημα θεσμικής σοβαρότητας και πολιτική βούλησης. Χωρίς αυστηρό έλεγχο, διαφάνεια και πραγματική λογοδοσία οι κρατικές ενισχύσεις κινδυνεύουν να μετατραπούν από εργαλείο ανάπτυξης σε μηχανισμό απώλειας πόρων-μια εξέλιξη που υπομονεύει ευθέως τη βιωσιμότητα της οικονομίας και διαβρώνει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στους θεσμούς.
*Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων



