Στέλιος Χριστοδούλου*
Η τελευταία μεγάλη και ουσιαστική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού μας συστήματος πραγματοποιήθηκε το 1980. Στόχος της ήταν, με την ωρίμανση του συστήματος σε 40 με 45 χρόνια, οι συντάξεις γήρατος να ανέρχονται περίπου στο 70% του τελευταίου μισθού των εργαζομένων, υπό την προϋπόθεση ανελλιπούς συμμετοχής και αυξανόμενης μισθολογικής πορείας. Ο στόχος αυτός, ωστόσο, δεν επιτεύχθηκε.
Σήμερα, το ποσοστό αναπλήρωσης αντιστοιχεί περίπου στο 50% με 55% του μισθού, ενώ αρκετοί συνταξιούχοι εξακολουθούν να βρίσκονται ακόμη και κάτω από το όριο της φτώχειας. Παράλληλα, παρατηρούνται σημαντικές ανισότητες μεταξύ των δύο φύλων, καθώς και ένα σύνθετο και αναποτελεσματικό μοντέλο κρατικής χρηματοδότησης. Η πραγματικότητα καταδεικνύει ότι η μεταρρύθμιση είναι επιβεβλημένη.
Η νέα συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση πρέπει να έχει ως βασικό στόχο την εξασφάλιση πιο αξιοπρεπών και επαρκών συντάξεων, ώστε οι συνταξιούχοι να απομακρύνονται ουσιαστικά από τον κίνδυνο της φτώχειας. Πρέπει επίσης να ανταποκρίνεται στις ανάγκες σημερινών και μελλοντικών συνταξιούχων, προάγοντας τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών και τη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Είναι αναγκαίο να ενθαρρυνθεί η ευρύτερη συμμετοχή στο σύστημα και να καλλιεργηθεί η αποταμίευση, κυρίως μέσω των Ταμείων Προνοίας.
Η Κυβέρνηση, προς τιμή της, επεξεργάστηκε με την βοήθεια της Διεθνής Οργάνωσης Εργασίας σχέδιο για την μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, το οποίο βρίσκεται σε διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους για περισσότερο από ένα έτος. Πρόσφατα μας δόθηκε και το προσχέδιο της σχετικής νομοθεσίας για τελικές τοποθετήσεις πριν από την κατάθεσή του στη Βουλή. Η ΔΕΟΚ αναγνωρίζει ότι πρόκειται για μια αναγκαία προσπάθεια, η οποία πρέπει να ολοκληρωθεί με τρόπο που να διασφαλίζει κοινωνική δικαιοσύνη και βιωσιμότητα.
Στα θετικά της προτεινόμενης μεταρρύθμισης καταγράφονται η επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης μέσω της αυτόματης εγγραφής στο σύστημα, η ένταξη νέων κατηγοριών εισφορέων, όπως οι εισοδηματίες, καθώς και οι πρόσθετες πιστώσεις για δικαιούχους λόγω φροντίδας παιδιών και ανίκανων συγγενικών προσώπων. Σημαντική βελτίωση αποτελεί επίσης η ενοποίηση του επιδόματος χαμηλοσυνταξιούχων και της κοινωνικής σύνταξης, σε συνδυασμό με τον επανασχεδιασμό της βασικής σύνταξης.
Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι τι σημαίνει σήμερα «επάρκεια» μιας σύνταξης και ποια θα είναι η πρόσθετη οικονομική συνεισφορά του κράτους για την επίτευξη αυτού του στόχου. Η θέση της ΔΕΟΚ είναι ξεκάθαρη. Η Κυβέρνηση πρέπει να ενισχύσει οικονομικά τη μεταρρύθμιση, ώστε οι συνταξιούχοι όχι μόνο να βρίσκονται πάνω από το όριο της φτώχειας, αλλά να μπορούν να απολαμβάνουν αξιοπρεπή διαβίωση, χωρίς να στερούνται βασικά αγαθά ή μια φυσιολογική κοινωνική ζωή. Η κοινωνική προστασία δεν μπορεί να περιορίζεται στην αποτροπή της φτώχειας. Πρέπει να διασφαλίζει αξιοπρέπεια.
Όσον αφορά την αναδιανομή των συντάξεων, πρέπει να διασφαλιστεί ότι κανένας συνταξιούχος δεν θα απωλέσει στο μέλλον μέρος της συμπληρωματικής του σύνταξης. Πρέπει επίσης να αποκλειστεί οποιαδήποτε αύξηση των εισφορών πέραν εκείνων που έχουν συμφωνηθεί το 2009. Η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να επιβαρύνει δυσανάλογα τους εργαζομένους ούτε να δημιουργήσει νέες αβεβαιότητες για τα εισοδήματα των μελλοντικών συνταξιούχων.
Εξίσου σημαντικός παράγοντας για την επάρκεια των συντάξεων των μελλοντικών γενεών είναι η καθολική εφαρμογή του δεύτερου συνταξιοδοτικού πυλώνα, δηλαδή των Ταμείων Προνοίας. Σήμερα, περίπου το 75% των εργαζομένων δεν διαθέτει Ταμείο Προνοίας. Εάν το κράτος ασπάζεται τη θέση των συντεχνιών για την καθολικότητά τους, τότε μπορεί και πρέπει να προχωρήσει σε θετικές δράσεις και κίνητρα, κυρίως προς τους εργοδότες, ώστε η συμμετοχή να καταστεί καθολική. Αυτό θα συμβάλει στην επάρκεια των μελλοντικών συνταξιοδοτικών παροχών, οι οποίες σε 20 έως 25 χρόνια θα αποδίδουν οφέλη στις επόμενες γενιές.
Παρά τις θετικές αλλαγές, παραμένουν ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης που δεν έχουν αντιμετωπιστεί. Μεταξύ αυτών είναι η άρση της αδικίας που αφορά τη σύνταξη χηρείας για τους άνδρες που έμειναν χήροι πριν από το 2018, καθώς και η περιορισμένη ελάφρυνση της μείωσης του 12% για όσους συνταξιοδοτήθηκαν στην ηλικία των 63 ετών. Η ΔΕΟΚ θα συνεχίσει την προσπάθεια για την αποκατάσταση αυτών των αδικιών.
Ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος, που συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα, είναι η επενδυτική πολιτική του Ταμείου. Από τη στιγμή που η θέση της Κυβέρνησης είναι ότι θα σταματήσει να δανείζεται τα πλεονάσματα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και θα αρχίσει σταδιακά να επιστρέφει το αποθεματικό των €12 δισ. που έχει δανειστεί, η διαχείριση αυτών των κεφαλαίων αποκτά σημασία. Η επίτευξη των προβλεπόμενων επενδυτικών αποδόσεων θα είναι σημαντική εξέλιξη. Σε διαφορετική περίπτωση, ενδέχεται να προκύψουν σοβαρές επιπτώσεις για τη βιωσιμότητα του συστήματος. Πρόκειται για ζήτημα που μας προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία.
Μέχρι σήμερα έχουμε τύχει μιας πολύ γενικής ενημέρωσης από το Υπουργείο Οικονομικών, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τη διαχείριση του Ταμείου, τη διοίκησή του, την εποπτεία, το νομικό πλαίσιο, τη διαφάνεια και τη διασπορά των επενδύσεων. Αναμένουμε από τον Υπουργό Οικονομικών περισσότερες πληροφορίες και ουσιαστικό διάλογο, ώστε οι κοινωνικοί εταίροι να είναι πλήρως ενημερωμένοι για την πορεία και τη διαχείριση του Ταμείου. Παράλληλα, αναμένουμε ενημέρωση και για την πρόσθετη συμβολή του κράτους στη μεταρρύθμιση.
Πριν από έναν χρόνο είχαμε τη φορολογική μεταρρύθμιση, από την οποία μεγάλος αριθμός εργαζομένων δεν επωφελήθηκε, καθώς τα εισοδήματά τους ήταν κάτω από τις €19.500 ετησίως. Πρόκειται ακριβώς για τους εργαζομένους που χρειάζονται τη μεγαλύτερη υποστήριξη όσον αφορά τη μελλοντική τους σύνταξη. Για τον λόγο αυτό, η συμβολή του κράτους στη μεταρρύθμιση πρέπει να είναι ουσιαστική και έντονα υποστηρικτική.
Τέλος, επειδή έχουν τεθεί αυστηρά χρονοδιαγράμματα για την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή, την επεξεργασία και ψήφισή του και την εφαρμογή του στις αρχές του 2027, θεωρούμε ότι πρέπει να αναλωθεί ο απαραίτητος χρόνος για να εξεταστούν τα κρίσιμα ζητήματα. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στη χρηματοδότηση, στην επάρκεια των συντάξεων, στη διαχείριση των αποθεματικών και στη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος.
Μια συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση σχεδιάζεται για τις επόμενες δεκαετίες και, κυρίως, για τις επόμενες γενιές. Γι’ αυτό πρέπει να είναι κοινωνικά δίκαιη, οικονομικά βιώσιμη και πραγματικά αποτελεσματική.
*Πρόεδρος ΔΕΟΚ



