Μακρινό όνειρο η ανάκαμψη «τύπου V» για την οικονομία

Του Michael Mackenzie

Οι επενδυτές που αναλογίζονται την επερχόμενη δεκαετία μπορούν να υπολογίζουν σε μία βέβαιη έκβαση: τη διόγκωση του χρέους και μάλιστα κατά πολύ, με τις κεντρικές τράπεζες να επωμίζονται σημαντικό μέρος του βάρους.

Η πανδημία έχει οδηγήσει σε έκτακτες δαπάνες τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Κανείς δεν μπορεί να προβάλει ενστάσεις στις κυβερνήσεις που προσπαθούν να μετριάσουν το πλήγμα από το πάγωμα της οικονομικής δραστηριότητας. Ούτε μπορεί κανείς να επικρίνει τις εταιρείες που αυξάνουν τα ταμειακά διαθέσιμα ώστε να καλύψουν τα κενά στα έσοδα μέχρι να αποκατασταθεί η επιχειρηματική δραστηριότητα.

Το αποτέλεσμα είναι ένα πιθανό άλμα 10 με 15 ποσοστιαίων μονάδων στον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ για πολλές χώρες, καθώς χρηματοδοτούν τις επιπλέον δαπάνες. Αυτή την εβδομάδα, η Moody’s υπολόγισε ότι τα μέτρα τόνωσης που ανακοίνωσε η κυβέρνηση των ΗΠΑ «σε συνδυασμό με τα σημαντικά χαμηλότερα έσοδα και τη χαμηλότερη ανάπτυξη» θα εκτοξεύσουν το δημοσιονομικό έλλειμμα από το 4,6% του ΑΕΠ την περασμένη χρονιά σε πάνω από 15% φέτος. To συσσωρευμένο κόστος από τη μάχη κατά του ιού, σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη παγκόσμια ύφεση από τη δεκαετία του 1930, θα καθορίσουν τις χρηματοοικονομικές αγορές για το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 2020.

Οι επενδυτές φοβούνται τη λεγόμενη νομισματοποίηση του χρέους, την πραγματοποίηση μη βιώσιμων δημοσιονομικών δαπανών με την κάλυψη των κεντρικών τραπεζών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο χρυσός προβλέπεται να ενισχυθεί και τα νομίσματα να δεχθούν ισχυρές πιέσεις.

Ο Ντιν Τέρνερ, οικονομολόγος στην UBS Global Wealth Management, υποστηρίζει ότι οι επενδυτές πρέπει να εστιάσουν σε τρία σημεία: έναν κόσμο υψηλότερου χρέους, λιγότερης παγκοσμιοποίησης και περισσότερης ψηφιοποίησης.

«Όλες οι οικονομίες θα βγουν από την κρίση αυτή με πολύ υψηλότερα επίπεδα χρέους, τα οποία θα οδηγήσουν πιθανότατα σε μια περίοδο οικονομικής κάμψης και υψηλότερης φορολογίας, τόσο για τις εταιρείες -και ειδικότερα για την ψηφιακή οικονομία- και για τον προσωπικό πλούτο» ανέφερε ο κ. Τέρνερ.

Με τις κυβερνήσεις να προσπαθούν να μειώσουν τα ελλείμματα, υπάρχει κοινό έδαφος μεταξύ των φορέων άσκησης πολιτικής για να κλείσουν τα παραθυράκια στους φορολογικούς κώδικες που χρησιμοποιούν οι πολυεθνικές. Μια μείωση της εξάρτησης από τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες μετά την κρίση θα σημαίνει επίσης και υψηλότερα επιχειρηματικά κόστη, αν και ένα μέρος από την επιβάρυνση αυτή θα αντισταθμιστεί από τη μεγαλύτερη χρήση της αυτοματοποίησης, το οποίο θα βοηθήσει να διατηρηθεί η απόδοση του κεφαλαίου των εταιρειών.

Συνολικά, τα παραπάνω σημαίνουν ήπια ανάπτυξη και ως εκ τούτου χαμηλές πληθωριστικές πιέσεις μόλις αφήσουμε πίσω μας την πανδημία. Ορισμένοι παρατηρητές εκτιμούν ότι η ανάκαμψη θα ακολουθήσει το μονοπάτι που ακολουθήθηκε την επαύριο της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης: μια αρχική οικονομική ανάκαμψη – όπου κάποιοι κυκλικοί τομείς στην χρηματιστηριακή αγορά θα τα πάνε καλά – η οποία ωστόσο θα εξασθενίσει.


Πολλά θα εξαρτηθούν από τα τελευταία μέτρα των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες αγοράζουν μαζικά κρατικό και εταιρικό χρέος. Τα πακέτα στήριξης των επιχειρήσεων που ανακοινώθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες θα επιβαρύνουν τους ισολογισμούς του δημόσιου τομέα, περιορίζοντας περαιτέρω την ανάπτυξη της οικονομίας. Οι κεντρικές τράπεζες θα κάνουν ότι καλύτερο μπορούν για να ελαφρύνουν το βάρος του χρέους μέσω προγραμμάτων αγοράς στοιχείων ενεργητικού και μειώσεις των επιτοκίων.

Οι ισολογισμοί της Fed και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχουν ξεπεράσει αυτή τη στιγμή τα $6 τρισ. και τα €5 τρισ. αντίστοιχα. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 13% της παγκόσμιας οικονομίας, σύμφωνα την Unigestion. Να αναμένετε το μερίδιο αυτό να αυξηθεί πολύ περισσότερο, καθώς οι φορείς άσκησης πολιτικής θα διατηρούν το κόστος δανεισμού των υπερχρεωμένων κρατών και εταιρειών σε χαμηλά επίπεδα για παρατεταμένο διάστημα για να βοηθήσουν σε μια επιστροφή της ανάπτυξης.

H ελπίδα είναι ότι μια βιώσιμη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας θα απαλύνει με τον καιρό το βάρος του χρέους. Όπως έγινε εμφανές μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση, η επίτευξη ισχυρής ανάκαμψης που θα συνοδεύεται από άνοδο των τιμών καταναλωτή είναι ένα δύσκολο εγχείρημα όταν το ύψος του χρέους και το δημογραφικό αποτελούν ήδη μια μεγάλη πρόκληση. Η εντονότερη παρουσία των κεντρικών τραπεζών στις αγορές περιορίζει επίσης τις προσπάθειες ομαλοποίησης της νομισματικής πολιτικής, δεδομένης της ευαισθησίας των τιμών των στοιχείων ενεργητικού ακόμα και σε μια μικρή αύξηση των επιτοκίων.


Ο Στίβεν Μπλιτζ, οικονομολόγος στη TS Lombad, εκτιμά ότι οι «γιγαντιαίες» αποπληθωριστικές δυνάμεις της τεχνολογικής προόδου και της γήρανσης του πληθυσμού θα ενταθούν, αντισταθμίζοντας τη χαλαρή νομισματική πολιτική και τις υψηλότερες τιμές που θα επέλθουν, καθώς θα αναστρέφεται η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Αυτό θα ενθαρρύνει τους επενδυτές να αγοράσουν μετοχές εταιρειών που επεκτείνονται γρήγορα και έχουν τη δυνατότητα επηρεασμού των τιμών των αγαθών και υπηρεσιών τους, σε ένα περιβάλλον πιο αργής οικονομικής ανάπτυξης.

Ο Τζέιμς Πόλσεν, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής στην The Leuthold Group, υποστηρίζει ότι το πιο πιθανό σενάριο είναι «μια ακόμα οικονομική ανάκαμψη με αναιμική ανάπτυξη, όπως και την προηγούμενη φορά», την οποία θα επιβαρύνουν παράγοντες όπως το δημογραφικό. «Αυτό θα πριμοδοτήσει την αμυντική φύση των μετοχών ανάπτυξης» προσθέτει.

Ο συνδυασμός εκτεταμένων προγραμμάτων αγοράς ομολόγων και αύξησης των δημοσιονομικών δαπανών έχει βοηθήσει να απορροφηθεί το σοκ από το χτύπημα του ιού στην παγκόσμια οικονομία. Οι επενδυτές μπορούν να αισθανθούν κάποια ανακούφιση για την ώρα, αλλά είναι δύσκολο να έχουν εικόνα για το τι θα επακολουθήσει μετά την πανδημία.

Η προοπτική ενός πιο υπερχρεωμένου χρηματοοικονομικού συστήματος, με ακόμα μεγαλύτερες στρεβλώσεις που ενθαρρύνουν την ψυχολογία αγέλης στις αγορές, δύσκολα θα οδηγήσει σε μια πραγματική και ισχυρή οικονομική ανάταση.

Πηγή: euroday.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ