Δυσκολίες στη μετάβαση σε μια παραγωγή με ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα, η οποία συνεπάγεται επιπλέον κόστος, αντιμετωπίζουν στη Γερμανία οι μικρές επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας, ενώ ήδη παλεύουν με τις υψηλές τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και με μια γενικότερη επιβράδυνση της οικονομίας.
Η MPG Tubes — μια αρκετά χαρακτηριστική περίπτωση μεταξύ των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων της κορυφαίας οικονομίας της Ευρώπης — αντιμετωπίζει μια τεράστια πρόκληση να θερμάνει το μέταλλο στους 1.500 κελσίου χωρίς να εκπέμπει καθόλου διοξείδιο του άνθρακα.
Το χυτήριο της εταιρείας είναι μερικώς ηλεκτροκίνητο, αλλά εξακολουθεί να χρησιμοποιεί δύο κλιβάνους που λειτουργούν με φυσικό αέριο για να επιτύχει τις θερμοκρασίες που απαιτούνται για την κατασκευή σωλήνων με απόλυτη λεία επιφάνεια, οι οποίοι χρησιμοποιούνται σε τομείς όπως η κατασκευή σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η αυτοκινητοβιομηχανία και η ναυπηγική.
«Το κύριο έργο που έχουμε μπροστά μας είναι η ηλεκτροκίνηση όλων των δραστηριοτήτων που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο», δήλωσε στο AFP ο Andreas Gahl, διευθυντής της εταιρείας που απασχολεί 145 υπαλλήλους στη δυτική περιοχή του Sauerland.
Αυτό, όπως τόνισε, αποτελεί «μια εντελώς διαφορετική πρόκληση από την εφαρμογή απλών μέτρων ενεργειακής απόδοσης».
Στόχος του είναι η παραγωγή κλιματικά ουδέτερων προϊόντων εντός τεσσάρων ετών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εταιρεία θα παραμείνει κερδοφόρα.
Μια σημαντική πρόκληση αποτελούν οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες είναι σημαντικά υψηλότερες από ό,τι σε άλλες μεγάλες οικονομίες όπως η Κίνα ή η Ινδία, κάτι που αποτελεί συχνό παράπονο του τεράστιου βιομηχανικού τομέα της Γερμανίας.
Η αποκλειστική χρήση φυσικού αερίου για την κατασκευή σωλήνων θα κόστιζε στην MPG μόλις επτά σεντ ανά κιλοβάτ, σε σύγκριση με περίπου 20 σεντ για την ηλεκτρική ενέργεια.
Και για την πλήρη ηλεκτροκίνηση της λειτουργίας του εργοστασίου θα απαιτηθούν επενδύσεις ύψους περίπου έξι εκατομμυρίων ευρώ, για μια εταιρεία με κύκλο εργασιών περίπου 40 εκατομμυρίων ευρώ — κάτι που σημαίνει την σύναψη δανείου.
«Η μετάβαση αντικαθιστά τα μεταβλητά κόστη με σταθερά κόστη: αν ξεσπάσει κρίση και έχω λιγότερες παραγγελίες, το βάρος του δανείου παραμένει», δήλωσε ο Gahl.
Η ανάγκη για επιπλέον επενδύσεις έρχεται σε μια περίοδο που πολλές παραδοσιακές βιομηχανίες στη Γερμανία αντιμετωπίζουν δυσκολίες, λόγω της χαμηλής εγχώριας ζήτησης και του αυξανόμενου ανταγωνισμού σε βασικές εξαγωγικές αγορές.
Αδύναμα δίκτυα
Παρά τις ανησυχίες του, ο Gahl δηλώνει αποφασισμένος να λειτουργήσει την επιχείρησή του, χωρίς την χρήση άνθρακα, λόγω της προσωπικής του πεποίθησης όσον αφορά την καταπολέμηση της κλιματικής κρίσης, και πιστεύει ότι, τελικά, η μετάβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί «χωρίς σημαντικές οικονομικές απώλειες».
Για άλλες εταιρείες, το εμπόδιο δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά και τεχνικό: η πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια.
Στα βορειοδυτικά της Γερμανίας, το χυτήριο LEDA δεν μπορεί να ηλεκτροδοτήσει τις διαδικασίες του λόγω ανεπαρκούς ηλεκτρικής ισχύος.
Ο διευθυντής Fynn-Willem Lohe δήλωσε στο AFP ότι η ηλεκτρική ενέργεια προς την μονάδα του παρέχεται από δίκτυα που είναι μερικές φορές «80 ή 100 ετών», ένα άλλο σημαντικό αδύναμο σημείο της γερμανικής οικονομίας.
Η εταιρεία χρειάζεται επτά μεγαβάτ για την ενεργειακή μετάβαση, αλλά προς το παρόν διαθέτει μόνο δύο.
«Μας λένε ότι θα έχουμε σύνδεση σε δύο ή τρία χρόνια, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον θα χρειαστούν έξι ή επτά», πρόσθεσε.
Αυτό αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τα χυτήρια που επιθυμούν να μειώσουν τις εκπομπές άνθρακα, καθώς τουλάχιστον το 90% δεν θα διαθέτει επαρκή παροχή ηλεκτρικής ενέργειας πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2030, δήλωσε ο Martin Theuringer, διευθυντής της Γερμανικής Ομοσπονδίας Βιομηχανίας Χυτηρίων (BDG).



