Και ο S&P 500 απέχει λιγότερο από 2% από το ιστορικό του υψηλό, την ώρα που τράπεζες, μικρές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και κερδοσκοπικές μετοχές βρίσκονται ήδη σε βαθιά διόρθωση.
Το νήμα που συνδέει όλα αυτά περνά από την ίδια αγορά: τα ομόλογα.
Η μεγάλη άνοδος των αποδόσεων έχει αρχίσει να μεταδίδεται από το κρατικό χρέος στο κόστος των στεγαστικών δανείων, στις επιχειρήσεις και τελικά στις μετοχές. Και σύμφωνα με τη Wall Street Journal, στις αγορές υπάρχει πλέον μια «οσμή κρίσης εν τη γενέσει».
Τα τάνκερ επέστρεψαν. Το πετρέλαιο όχι
Θεωρητικά, η επιστροφή των πετρελαιοφόρων στα Στενά του Ορμούζ θα έπρεπε να είναι η αρχή της αποκλιμάκωσης.
Οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν περιορίσει την ικανότητα του Ιράν να απειλεί δεξαμενόπλοια και ενεργειακές εγκαταστάσεις, ενώ οι χώρες του Κόλπου και οι ναυτιλιακές έχουν προσαρμοστεί καλύτερα στις νέες συνθήκες.
Η Morgan Stanley υπολογίζει ότι οι εξαγωγές αργού από τη Μέση Ανατολή βρίσκονται πλέον μόλις 7% χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα.
Κι όμως, την Πέμπτη το Brent έκανε άλμα 4,4%, στα 102,31 δολάρια το βαρέλι.
Το πρόβλημα είναι ότι η επιστροφή του αργού δεν σημαίνει επιστροφή της ενεργειακής αλυσίδας στην κανονικότητα.
Η J.P. Morgan υπολογίζει ότι οι εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων –βενζίνης, diesel και καυσίμων αεροσκαφών– από την περιοχή παραμένουν περίπου 40% χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο.
Και εκεί βρίσκεται πλέον η πραγματική στενότητα.
Το βαρέλι των 127 δολαρίων που δεν φαίνεται στα futures
Υπάρχει μάλιστα μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην εικόνα που δίνουν τα προθεσμιακά συμβόλαια και στο τι πληρώνουν όσοι χρειάζονται πραγματικό πετρέλαιο άμεσα.
Το North Sea dated crude, δείκτης που παρακολουθεί τις άμεσες παραδόσεις φυσικού αργού, έφθασε την Πέμπτη στα 127,42 δολάρια το βαρέλι. Ταυτόχρονα, το κόστος μεταφοράς έχει εκτοξευθεί.
Ένα ταξίδι περίπου 21 ημερών με υπερδεξαμενόπλοιο από τη Μέση Ανατολή προς την Κίνα κόστιζε πρόσφατα, σύμφωνα με στοιχεία της Argus, το ισοδύναμο των 35 δολαρίων ανά βαρέλι. Πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, το κόστος ήταν κάτω από 7 δολάρια.
Πλοία κάνουν τον περίπλου της Αφρικής για να αποφύγουν τις επιθέσεις των Χούθι, άλλα μεταφέρουν φορτία λίγο έξω από τα Στενά του Ορμούζ για μεταφόρτωση σε διαφορετικά δεξαμενόπλοια, ενώ μεγάλο μέρος του παγκόσμιου στόλου παραμένει δεσμευμένο για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.
Το αργό μπορεί λοιπόν να περνά ξανά από το Ορμούζ. Η μετατροπή του σε καύσιμο και η μεταφορά του εκεί όπου χρειάζεται παραμένουν το πραγματικό σημείο συμφόρησης.
Το diesel είναι το πρόβλημα
Η πίεση μεγαλώνει ακόμη περισσότερο στα διυλιστήρια. Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές εγκαταστάσεις έχουν περιορίσει την παραγωγή και οδηγήσει τη Μόσχα σε περικοπές εξαγωγών diesel, την ώρα που η παραγωγική δυναμικότητα στη Μέση Ανατολή παραμένει μειωμένη.
Στη Νέα Υόρκη, τα προθεσμιακά συμβόλαια diesel έχουν διαπραγματευθεί πρόσφατα σε τιμές περίπου διπλάσιες από εκείνες του αργού, με τα spreads να ξεπερνούν κάθε προηγούμενο καταγεγραμμένο επίπεδο.
Και οι άνθρωποι της ενεργειακής αγοράς δεν περιμένουν γρήγορη εξομάλυνση.
Σε έρευνα της Fed του Ντάλας, 48% των στελεχών του ενεργειακού κλάδου εκτιμά ότι θα χρειαστεί τουλάχιστον ένας χρόνος για να επιστρέψει η διαφορά μεταξύ diesel και αργού στα επίπεδα του 2025. Για τη βενζίνη, το αντίστοιχο ποσοστό είναι 36%.
Αυτό σημαίνει ότι το ενεργειακό σοκ αρχίζει να μεταφέρεται από το βαρέλι στην πραγματική οικονομία.
Από το βενζινάδικο στα ομόλογα
Επιχειρήσεις που είχαν προστατευθεί με hedges απέναντι στις αυξήσεις του ενεργειακού κόστους βλέπουν τώρα αυτές τις συμφωνίες να λήγουν.
Αγρότες, μεταφορικές επιχειρήσεις και λιανεμπόριο καλούνται να αποφασίσουν εάν θα κλειδώσουν τις σημερινές υψηλές τιμές ή θα περιμένουν μια αποκλιμάκωση που μπορεί να μην έρθει.
Το επόμενο βήμα είναι η μετακύλιση του κόστους στον καταναλωτή. Και από εκεί, ο δρόμος οδηγεί ξανά στον πληθωρισμό και στη Fed.
Η αγορά ομολόγων ήδη προσπαθεί να χωνέψει ταυτόχρονα επίμονο πληθωρισμό, τεράστια δημοσιονομικά ελλείμματα, ισχυρή αμερικανική οικονομία και ένα πρωτοφανές κύμα δανεισμού για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Το αποτέλεσμα ήταν το αμερικανικό 10ετές να φθάσει αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και 24 χρόνια, ενώ τα στεγαστικά επιτόκια στις ΗΠΑ ξεπέρασαν το 7%.
Η Ευρώπη ο αδύναμος κρίκος
Την Πέμπτη, όμως, συνέβη κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα βρήκαν αγοραστές και η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς υποχώρησε στο 5,233%, από 5,292% μία ημέρα νωρίτερα.
Στην Ευρώπη συνέβη το αντίθετο. Γαλλικά, ιταλικά και ελληνικά ομόλογα βρέθηκαν υπό ισχυρή πίεση, καθώς η άνοδος των αμερικανικών επιτοκίων άρχισε να δοκιμάζει οικονομίες που δεν διαθέτουν την ίδια αναπτυξιακή δυναμική με τις ΗΠΑ.
«Οι άνθρωποι κοιτάζουν τους πιο αδύναμους κρίκους», παρατήρησε ο Μπενουά Αν της MFS Investment Management.
Στη Γαλλία, η διαφορά απόδοσης του 10ετούς έναντι του γερμανικού Bund εκτινάχθηκε στις 1,4 ποσοστιαίες μονάδες, το υψηλότερο επίπεδο από την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.
Τα hedge funds και το «βίαιο» ξετύλιγμα
Το sell-off, όμως, δεν τροφοδοτείται μόνο από τα θεμελιώδη μεγέθη. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, hedge funds και άλλοι επενδυτές είχαν δημιουργήσει τα τελευταία χρόνια μεγάλες μοχλευμένες θέσεις στα γαλλικά ομόλογα, συχνά παίζοντας τις διαφορές μεταξύ των αποδόσεων των τίτλων και των αντίστοιχων προϊόντων swaps.
Τέτοιες στρατηγικές λειτουργούν όταν οι αγορές κινούνται σχετικά ομαλά. Όταν η μεταβλητότητα εκτοξεύεται, μπορούν να αναγκάσουν τους επενδυτές να κλείσουν θέσεις ταυτόχρονα.
Την Πέμπτη αυτή η διαδικασία έγινε ιδιαίτερα βίαιη. Και επειδή η γαλλική αγορά έγινε δυσκολότερη στη διαπραγμάτευση, οι πωλήσεις μεταφέρθηκαν σε ιταλικά και ελληνικά ομόλογα.
Το ευρώ υποχώρησε περίπου 1% έναντι του δολαρίου, κοντά στα 1,12 δολάρια, στο χαμηλότερο επίπεδο άνω του ενός έτους.
«Οι αγορές έχουν μια αμυδρή μυρωδιά κρίσης εν τη γενέσει», δήλωσε στη WSJ ο Εντ Αλ-Χουσεϊνί της Columbia Threadneedle.
Και η Wall Street; Φαίνεται ήρεμη μόνο από ψηλά
Το πιο παράδοξο κομμάτι της εικόνας βρίσκεται στις αμερικανικές μετοχές. Ο S&P 500 απέχει λιγότερο από 2% από το ιστορικό υψηλό του. Κοιτάζοντας όμως κάτω από τον γενικό δείκτη, η εικόνα αλλάζει δραματικά.
Ο S&P 500 Equal Weighted Index, στον οποίο όλες οι εταιρείες έχουν το ίδιο βάρος, οδεύει προς έβδομη συνεχόμενη εβδομάδα απωλειών.
Εάν συμβεί, θα είναι μόλις η τρίτη φορά στην ιστορία που καταγράφεται τέτοιο σερί, μετά το σκάσιμο της φούσκας των dot-com το 2002 και το bear market του 2022.
Με άλλα λόγια, ένας μικρός αριθμός τεχνολογικών κολοσσών που τροφοδοτούνται από το AI trade κρατά ψηλά τον βασικό δείκτη, ενώ από κάτω ένα μεγάλο μέρος της αγοράς διορθώνει.
Μικρές εταιρείες -8,5%, τράπεζες -12%, επιχειρήσεις κοινής ωφελείας -17%
Οι αριθμοί δείχνουν πόσο μεγάλη είναι η απόκλιση.
Ο Russell 2000, δείκτης των μικρότερων αμερικανικών επιχειρήσεων, βρίσκεται 8,5% κάτω από το ιστορικό υψηλό του Αυγούστου και μόλις ένα βήμα πριν από την επίσημη περιοχή διόρθωσης.
Περισσότερο από το ένα τρίτο των εταιρειών του δείκτη χαρακτηρίζονται «zombies» – επιχειρήσεις που δυσκολεύονται ή αδυνατούν να καλύψουν τους τόκους του χρέους τους.
Οι τράπεζες έχουν ήδη περάσει το όριο. Ο KBW Nasdaq Bank Index βρίσκεται πάνω από 12% χαμηλότερα από την κορυφή του στα μέσα Αυγούστου.
Και οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, ένας από τους παραδοσιακούς αμυντικούς κλάδους της Wall Street, έχουν χάσει περίπου 17% από το υψηλό του Φεβρουαρίου, πλησιάζοντας πλέον σε bear market.
Όταν τα βραχυπρόθεσμα κρατικά ομόλογα προσφέρουν υψηλές αποδόσεις, τα σταθερά μερίσματα των εταιρειών κοινής ωφέλειας παύουν να είναι τόσο ελκυστικά.
Η AI κρατά όρθιο τον δείκτη
Υπάρχει επομένως μια εντυπωσιακή αντίφαση. Τα τεράστια κεφάλαια που επενδύονται στην τεχνητή νοημοσύνη συμβάλλουν στην ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και στηρίζουν τις μεγάλες τεχνολογικές μετοχές.
Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνουν τη ζήτηση για κεφάλαιο, συμβάλλοντας στην άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων.
Και αυτές ακριβώς οι αποδόσεις συνθλίβουν τις πιο ευάλωτες περιοχές της χρηματιστηριακής αγοράς.
Ένα καλάθι ζημιογόνων τεχνολογικών εταιρειών της Goldman Sachs έχασε 11% μόνο στο τρίτο τρίμηνο.
Οι επιχειρήσεις με τους πιο αδύναμους ισολογισμούς και τα μεγαλύτερα χρέη κέρδισαν μόλις 1,9% το ίδιο διάστημα – τη χειρότερη τριμηνιαία επίδοσή τους από τις αρχές του 2022.
Το ερώτημα δεν είναι πια εάν πονάει
Μέχρι τώρα το μεγάλο ερώτημα στη Wall Street ήταν πόσο ψηλά μπορούν να φθάσουν οι αποδόσεις των ομολόγων προτού αρχίσουν να προκαλούν πραγματικό πόνο στις μετοχές.
Η απάντηση ίσως είναι ότι ο πόνος έχει ήδη αρχίσει – απλώς δεν φαίνεται ακόμη στον S&P 500.
Η τεχνητή νοημοσύνη κρατά ψηλά τους μεγάλους δείκτες. Η αμερικανική οικονομία παραμένει αρκετά ισχυρή ώστε να απορροφά μέρος του σοκ. Και το πετρέλαιο, παρότι ακριβό, δεν έχει ακόμη φθάσει σε επίπεδα που οι αναλυτές θεωρούν ικανά να προκαλέσουν από μόνα τους μεγάλη ύφεση.
Αλλά αυτή ακριβώς η ανθεκτικότητα έχει και μια σκοτεινή πλευρά: επιτρέπει στον πληθωρισμό να επιμένει και στις αποδόσεις να παραμένουν υψηλές.
Και όσο περισσότερο διαρκεί αυτό, τόσο περισσότερα σημεία πίεσης εμφανίζονται.
Τα τάνκερ μπορεί να επέστρεψαν στο Ορμούζ. Η κανονικότητα, όμως, δεν επέστρεψε μαζί τους. Και από το diesel έως τα ομόλογα και από τα hedge funds έως τις μικρές επιχειρήσεις της Wall Street, η μεγάλη δοκιμασία των αγορών ίσως τώρα αρχίζει να γίνεται ορατή.
Πηγή: Ναυτεμπορική, Νατάσα Στασινού • [email protected]



