Η κίνηση επαναφέρει τη συζήτηση για την αντιστροφή της καμπύλης αποδόσεων, έναν δείκτη που έχει προηγηθεί πολλών υφέσεων. Πριν ακόμη φτάσει, όμως, η αγορά σε αυτό το σημείο, η πίεση γίνεται ορατή σε χρηματοοικονομικές μετοχές και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.
Σύμφωνα με το MarketWatch, η διαφορά απόδοσης μεταξύ του αμερικανικού δεκαετούς και του διετούς έχει περιοριστεί σε περίπου 22 μονάδες βάσης, από σχεδόν 75 τον Φεβρουάριο. Στα επίπεδα που κατέγραφε το δημοσίευμα την Τρίτη, το διετές απέδιδε περίπου 4,75% και το δεκαετές 4,97%.
Τι δείχνει η καμπύλη
Υπό συνήθεις συνθήκες, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να δεσμεύσουν τα χρήματά τους για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Όταν η απόσταση ανάμεσα στις βραχυπρόθεσμες και τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις μικραίνει, η καμπύλη γίνεται πιο επίπεδη.
Εάν η απόδοση του διετούς ξεπεράσει εκείνη του δεκαετούς, το συγκεκριμένο τμήμα της καμπύλης αντιστρέφεται.
Αυτό δεν έχει συμβεί ακόμη. Η ταχύτητα με την οποία περιορίζεται η διαφορά, ωστόσο, προκαλεί ανησυχία.
Ο Γκάι ΛεΜπάς, επικεφαλής στρατηγικής σταθερού εισοδήματος της Janney Montgomery Scott, εκτιμά ότι όταν το περιθώριο συρρικνώνεται τόσο, σπάνια παραμένει στα ίδια επίπεδα: συνήθως είτε διευρύνεται προς τις 50 μονάδες βάσης είτε μηδενίζεται. Ο ίδιος θεωρεί πιθανότερη τη δεύτερη εξέλιξη.
Το πετρέλαιο αλλάζει τις προσδοκίες για τη Fed
Πίσω από την άνοδο της απόδοσης του διετούς, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις προσδοκίες για τη νομισματική πολιτική, βρίσκεται ο φόβος ενός νέου κύκλου αυξήσεων επιτοκίων.
Ο πόλεμος στο Ιράν, οι υψηλές τιμές του πετρελαίου και οι περιορισμοί στη διύλιση ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις. Την προηγούμενη εβδομάδα, η Fed αύξησε το βασικό της επιτόκιο για πρώτη φορά μέσα σε τρία χρόνια, στο εύρος 3,75%-4%, όπως αναφέρει το MarketWatch.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs, Γιαν Χάτσιους, αναμένει νέα αύξηση στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου. Εκτός από την ενέργεια, επικαλείται την ισχυρότερη από την αναμενόμενη ανάπτυξη και τον επίμονο πληθωρισμό.
Ο ΛεΜπάς προβλέπει συνολική αύξηση επιτοκίων κατά 75 μονάδες βάσης στον τρέχοντα κύκλο, αρκετή για να αντιστραφούν οι μειώσεις που είχαν γίνει το 2025 ως προληπτική στήριξη της οικονομίας.
Οι κλάδοι που πιέζονται πρώτοι
Για τις τράπεζες, μια πιο επίπεδη καμπύλη μπορεί να συμπιέσει την απόσταση ανάμεσα στα έσοδα από μακροπρόθεσμα δάνεια και στο κόστος της βραχυπρόθεσμης χρηματοδότησης, όπως οι καταθέσεις.
Η ανησυχία αποτυπώνεται ήδη στο χρηματιστήριο. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Τρίτης, οι χρηματοοικονομικές μετοχές του S&P 500 υποχωρούσαν περίπου 1,8%, κινδυνεύοντας να χάσουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους από την αρχή του έτους, σύμφωνα με τα στοιχεία της FactSet που επικαλείται το MarketWatch.
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας αντιμετωπίζουν διαφορετική πίεση: οι μεγάλες ανάγκες τους για επενδύσεις τις καθιστούν ευαίσθητες στο κόστος δανεισμού. Ο αντίστοιχος κλάδος του S&P 500 κατέγραφε απώλειες περίπου 4,8% από την αρχή του έτους.
Η αδυναμία αυτών των κλάδων συνυπάρχει με την ανθεκτικότητα των μεγάλων δεικτών. Η εικόνα κοντά στα ρεκόρ δεν σημαίνει ότι ολόκληρη η αγορά αντέχει εξίσου τα υψηλά επιτόκια.
Γιατί η τεχνολογία εξακολουθεί να αντέχει
Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς έφτασε το 5% την προηγούμενη εβδομάδα, ένα επίπεδο που στο παρελθόν είχε δυσκολέψει τις μετοχές. Αυτή τη φορά, όμως, η επενδυτική έκρηξη στην τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να προσφέρει στήριξη στην οικονομία και στη Wall Street.
Ο ΛεΜπάς εκτιμά ότι τα οφέλη από τις τεχνολογικές επενδύσεις παραμένουν αρκετά ισχυρά ώστε να αντισταθμίζουν μέρος της πίεσης. Αναγνωρίζει ότι αυτή η ώθηση κάποτε θα εξασθενήσει, αλλά δεν θεωρεί ότι η στιγμή έχει φτάσει.
Αντίστοιχα, ο Πολ Κρίστοφερ, επικεφαλής παγκόσμιας επενδυτικής στρατηγικής του Wells Fargo Investment Institute, υποστηρίζει ότι η οικονομία έχει δείξει πως μπορεί να αντέξει υψηλότερα επιτόκια και πληθωρισμό. Διατηρεί στόχο 7.800-8.000 μονάδων για τον S&P 500 στο τέλος του έτους και δεν αναμένει πλήρη επιπέδωση ή αντιστροφή της καμπύλης.
Πόσο αξιόπιστος είναι ο συναγερμός της ύφεσης;
Η ιστορική σχέση ανάμεσα στην αντιστροφή της καμπύλης και στην ύφεση είναι ισχυρή, αλλά δεν αποτελεί αλάνθαστη πρόβλεψη. Το MarketWatch επικαλείται ερευνητές της Fed του Κλίβελαντ, οι οποίοι καταγράφουν τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις ψευδούς συναγερμού: στα τέλη του 1966, την πολύ επίπεδη καμπύλη στα τέλη του 1998 και την αντιστροφή από τα τέλη του 2022 έως τα τέλη του 2024.
Υπάρχει επίσης μια σημαντική διάκριση: ο δείκτης της Fed του Κλίβελαντ συγκρίνει το δεκαετές με το τρίμηνο έντοκο γραμμάτιο, όχι με το διετές. Η τελευταία μέτρησή του, για τον Αύγουστο, έδινε πιθανότητα ύφεσης μόλις 12,3% μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες.
Επομένως, η συρρίκνωση της διαφοράς διετούς και δεκαετούς δεν αρκεί από μόνη της για να προεξοφληθεί ύφεση. Η εξέλιξη του πετρελαίου μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Οι αναλυτές εμπορευμάτων της Goldman Sachs προβλέπουν σταδιακή υποχώρηση του Brent προς τα 85 δολάρια τον Δεκέμβριο, από περίπου 100 δολάρια την Τρίτη — μια εξέλιξη που θα έδινε μεγαλύτερα περιθώρια στη Fed.
Μέχρι τότε, το μήνυμα των ομολόγων παραμένει προειδοποιητικό: το ακριβότερο χρήμα έχει ήδη αρχίσει να διαχωρίζει τους ανθεκτικούς από τους ευάλωτους κλάδους, ακόμη κι αν οι μεγάλοι χρηματιστηριακοί δείκτες δεν δείχνουν την ίδια ανησυχία.
Πηγή: Ναυτεμπορική, Νατάσα Στασινού • [email protected]



