Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει τη χαλάρωση περιορισμών σε δεξαμενόπλοια του «σκιώδους στόλου» που συνδέονται με τη Ρωσία και το Ιράν, αναζητώντας τρόπους να συγκρατήσει τις τιμές των καυσίμων πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, αποκαλύπτουν οι Financial Times.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της βρετανικής εφημερίδας οι επιλογές περιλαμβάνουν την έγκριση πωλήσεων πλοίων που βρίσκονται σε λίστες κυρώσεων σε νόμιμους αγοραστές και την άρση των περιορισμών στα συγκεκριμένα δεξαμενόπλοια, ώστε να μπορούν να δραστηριοποιηθούν ελεύθερα στη διεθνή αγορά.
Στόχος είναι να αυξηθεί η μεταφορική ικανότητα για πετρέλαιο και διυλισμένα προϊόντα και να υποχωρήσουν οι ναύλοι, οι οποίοι επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος των καυσίμων. Οι εκτιμήσεις αναλυτών που επικαλείται η εφημερίδα, ωστόσο, δείχνουν ότι η επίδραση στις τιμές μπορεί να είναι περιορισμένη έως σχεδόν μηδενική.
Η πρόταση και οι όροι του υπουργείου Οικονομικών
Το ενδεχόμενο τέθηκε νωρίτερα αυτή την εβδομάδα από τον Αμερικανό υπουργό Ενέργειας Κρις Ράιτ, κατά τη διαδικτυακή παρέμβασή του στο Παγκόσμιο Συνέδριο Πετρελαίου στο Ριάντ.
Σύμφωνα με τρία πρόσωπα που ήταν παρόντα, ο Ράιτ υποστήριξε ότι η έλλειψη δεξαμενόπλοιων αποτελεί κρίσιμο εμπόδιο για την αγορά και ότι η άρση κυρώσεων σε πλοία θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ανακούφιση.
Αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών δήλωσε στους FT ότι η αρμόδια υπηρεσία κυρώσεων, OFAC, μπορεί να εξετάσει την έγκριση τέτοιων συναλλαγών και την αφαίρεση των περιορισμών «κατά περίπτωση».
Κατά τον ίδιο, η διαδικασία θα αφορούσε νόμιμους αγοραστές που θα επανέφεραν τα πλοία σε κανονική εμπορική χρήση. Υποστήριξε ότι αυτό δεν θα ωφελούσε τον «σκιώδη στόλο», αλλά θα αφαιρούσε δεξαμενόπλοια από αυτόν, έπειτα από ενδελεχή έλεγχο.
Ο Λευκός Οίκος και το υπουργείο Ενέργειας δεν απάντησαν στα αιτήματα της εφημερίδας για σχόλιο.
Οι τιμές πιέζουν τον Λευκό Οίκο πριν από τις κάλπες
Η πρωτοβουλία εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης να περιορίσει το ενεργειακό κόστος πριν από τις εκλογές που θα κρίνουν τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Όπως αναφέρουν οι Financial Times, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο πληθωρισμός που πυροδότησε ο πόλεμος στο Ιράν έχει στρέψει πολλούς ψηφοφόρους εναντίον των Ρεπουμπλικανών. Τα στοιχεία αυτής της εβδομάδας έδειξαν άνοδο του αμερικανικού πληθωρισμού στο 3,7% τον Σεπτέμβριο.
Το diesel κόστιζε την Πέμπτη κατά μέσο όρο 6,31 δολάρια το γαλόνι στις ΗΠΑ, λίγο χαμηλότερα από το πρόσφατο ιστορικό υψηλό των 6,53 δολαρίων. Παράλληλα, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποίησε ότι η παγκόσμια έλλειψη του καυσίμου θα συνεχιστεί έως τα μέσα του 2027.
Ο Λευκός Οίκος έχει ήδη πιέσει συμμάχους να διαθέσουν περισσότερο diesel στην αγορά και έχει απειλήσει με απαγόρευση εξαγωγών. Ο Τραμπ υπέγραψε επίσης εκτελεστικό διάταγμα που επιτρέπει τη χρήση αφορολόγητου πετρελαίου ειδικής χρήσης, γνωστού ως «κόκκινο diesel», στις οδικές μεταφορές.
Γιατί οι αναλυτές δεν περιμένουν ουσιαστική ανακούφιση
Σύμφωνα με την Energy Aspects, το 13% έως 19% του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων βρίσκεται υπό αμερικανικές κυρώσεις. Η ηλικία και η κακή κατάσταση πολλών από αυτά τα πλοία, όμως, περιορίζουν τα πιθανά οφέλη από την άρση των περιορισμών.
Η εταιρεία επισημαίνει ότι παλαιά και πιθανώς ανεπαρκώς συντηρημένα δεξαμενόπλοια δεν μπορούν να προσθέσουν άμεσα σημαντική χωρητικότητα στον συμβατικό στόλο. Επιπλέον, τα περισσότερα πλοία που έχουν υποστεί κυρώσεις λόγω δεσμών με τη Ρωσία ή τη Βενεζουέλα συνέχισαν να δραστηριοποιούνται κατά το τελευταίο τρίμηνο.
Η Kpler εκτιμά ότι το μέτρο θα είχε σχεδόν μηδενική επίδραση στην τρέχουσα κρίση των δεξαμενόπλοιων, καθώς το αυξημένο κόστος αποδίδεται κυρίως στον πολεμικό κίνδυνο στη Μέση Ανατολή και όχι μόνο στην έλλειψη πλοίων.
Ο Μπομπ ΜακΝάλι, πρώην σύμβουλος ενέργειας του Τζορτζ Μπους και πρόεδρος της Rapidan Energy, περιγράφει στους FT μια κυβέρνηση που εξετάζει κάθε διαθέσιμη επιλογή για να μειώσει τις τιμές πριν από τις εκλογές, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα είναι οριακό.
Ανησυχία για την πίεση προς τη Ρωσία
Η συζήτηση ακολουθεί την ανακοίνωση Τραμπ για προσωρινή άρση των κυρώσεων στο ρωσικό diesel, η οποία προκάλεσε αντιδράσεις από Ευρωπαίους συμμάχους και γερουσιαστές και των δύο αμερικανικών κομμάτων.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι χαρακτήρισε την Τετάρτη την αγορά ρωσικού diesel «πολύ επικίνδυνη επιλογή», προειδοποιώντας ότι υπονομεύει τη διεθνή πίεση στον Βλαντίμιρ Πούτιν για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το σχέδιο για τα δεξαμενόπλοια παραμένει υπό εξέταση. Το δίλημμα που αναδεικνύει το ρεπορτάζ των FT είναι ήδη σαφές: η Ουάσιγκτον εξετάζει αλλαγές στην πολιτική κυρώσεων με σημαντικές γεωπολιτικές προεκτάσεις, χωρίς βεβαιότητα ότι θα προσφέρουν αισθητή ανακούφιση στην αντλία.



