Το Σάββατο, ο Ντόναλντ Τραμπ ζητά να αποκτήσει η Ουκρανία άλλον πρόεδρο. Την Κυριακή, ανακοινώνει ότι Ρωσία και Ουκρανία συμφώνησαν σε άμεση ενεργειακή εκεχειρία. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, όμως, δηλώνει έκπληκτος και ο Πούτιν σιωπά.
Μέσα σε ένα χαοτικό 48ωρο η απειλή ρήξης δίνει τη θέση της στην εξαγγελία μιας συμφωνίας, χωρίς να έχει αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο ηγετών. Η αντίδραση του Κιέβου αποτυπώνει αυτή την απόσταση: η Ουκρανία είναι έτοιμη να δεχθεί την εκεχειρία, εφόσον συμφωνήσει και η Ρωσία, αλλά ζητά να μάθει πότε αρχίζει.
Η νέα εξέλιξη θα μπορούσε να προσφέρει διέξοδο από τη σύγκρουση για τα ρωσικά διυλιστήρια και τις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές – εφόσον δεν αποδειχθεί απλά μία ανάρτηση χωρίς αντίκρισμα. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει το πρόβλημα που διατρέχει τη σχέση Τραμπ–Ζελένσκι: ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοινώνει αποτελέσματα, ενώ ο Ουκρανός προσπαθεί να εξακριβώσει τις δεσμεύσεις που αφορούν τη χώρα του.
Η σύγκρουση έχει γνώριμο ήχο. Αυτή τη φορά, όμως, τα πράματα είναι πιο περίπλοκα. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει μπροστά του τις ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο. Και ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι μπαίνει στην αντιπαράθεση κουβαλώντας και το βάρος των δικών του επιλογών: μια αμφιλεγόμενη παρέμβαση στους θεσμούς καταπολέμησης της διαφθοράς και σοβαρές ποινικές έρευνες που έχουν φτάσει στον στενότερο κύκλο του. Το αίτημα για εκλογές δεν έρχεται μόνο από τις ΗΠΑ αλλά και από το εσωτερικό της χώρας.
Αγκάθια από την αρχή
Η πρώτη μεγάλη σκιά πέφτει τον Ιούλιο του 2019, όταν ο νεοεκλεγείς Ζελένσκι συνομιλεί τηλεφωνικά με τον Τραμπ. Το αίτημα του Αμερικανού προέδρου για έρευνες που αφορούν τον Τζο Μπάιντεν και τον γιο του, Χάντερ, γίνεται κεντρικό στοιχείο της πρώτης διαδικασίας παραπομπής του. Ο Τραμπ αρνείται οποιαδήποτε παρανομία και αργότερα αθωώνεται από τη Γερουσία.
Για το Κίεβο, το επεισόδιο αποκαλύπτει πόσο εύκολα η ανάγκη για αμερικανική στήριξη μπορεί να εμπλακεί στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ.
Μετά τη ρωσική εισβολή του 2022, ο Τραμπ αναγνωρίζει το θάρρος του Ζελένσκι. Στην προεκλογική εκστρατεία του 2024, όμως, υπόσχεται να τερματίσει τον πόλεμο σε 24 ώρες. Ο Ουκρανός πρόεδρος αμφισβητεί δημόσια ότι γνωρίζει πώς μπορεί να το πετύχει.
Η διαφορά αποκτά προσωπική διάσταση, αλλά έχει ουσιαστικό περιεχόμενο: ο Τραμπ προτάσσει την επίτευξη συμφωνίας· ο Ζελένσκι ζητά εγγυήσεις ότι αυτή θα αντέξει.
Το Οβάλ Γραφείο
Τον Φεβρουάριο του 2025, οι αμερικανορωσικές συνομιλίες στο Ριάντ, χωρίς συμμετοχή του Κιέβου, οξύνουν την καχυποψία. Ακολουθούν οι επιθέσεις Τραμπ στον Ζελένσκι και η δημόσια σύγκρουση στο Οβάλ Γραφείο στις 28 Φεβρουαρίου. Εκεί βλέπουμε μία πρωτοφανή on camera διαπόμπευση του Ουκρανού προέδρου.
Η επίσκεψη που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τη συνεργασία τους καταλήγει σε αντιπαράθεση για την αμερικανική βοήθεια, την ευγνωμοσύνη και τους όρους μιας ειρήνης.
Ο Ζελένσκι υπερασπίζεται την ανάγκη αξιόπιστων δεσμεύσεων, αλλά δεν καταφέρνει να αποτρέψει τη μετατροπή της διαφωνίας σε δημόσια αναμέτρηση με τον πρόεδρο από τον οποίο η χώρα του εξαρτάται. Ο Τραμπ αντιμετωπίζει τις αντιρρήσεις ως αμφισβήτηση της εξουσίας και της διαπραγματευτικής του ικανότητας.
Η συνάντησή τους στο Βατικανό τον Απρίλιο αποκαθιστά έναν δίαυλο και η υπόσχεση για μία σειρά από χρυσά deals στους τομείς ενέργειας και πρώτων υλών της Ουκρανίας φέρνει τους δύο ηγέτες πιο κοντά, αλλά ποτέ σε ουσιαστική σύγκλιση απόψεων.
Η φθορά Ζελένσκι
Η φθορά της θέσης του Ζελένσκι δεν προέρχεται μόνο από την Ουάσιγκτον. Τον Ιούλιο του 2025, υπογράφει νομοθεσία που περιορίζει την ανεξαρτησία της Εθνικής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Διαφθοράς, NABU, και της ειδικής εισαγγελίας SAPO, ενισχύοντας τις εξουσίες του γενικού εισαγγελέα πάνω στις έρευνές τους.
Ακολουθούν διαδηλώσεις και έντονες αντιδράσεις Ευρωπαίων εταίρων. Στις 31 Ιουλίου, ο πρόεδρος αποκαθιστά την ανεξαρτησία των δύο αρχών.
Η υποχώρηση διορθώνει τη νομοθεσία, αλλά αφήνει ένα δύσκολο ερώτημα για τον άνθρωπο που εξελέγη υποσχόμενος ρήξη με τη διαφθορά: γιατί επιχείρησε να περιορίσει τους θεσμούς που ελέγχουν την εξουσία του;
Τα σκάνδαλα φτάνουν στον στενό κύκλο
Τον Νοέμβριο του 2025, η επιχείρηση «Μίδας» αποκαλύπτει ένα φερόμενο κύκλωμα μιζών και ξεπλύματος περίπου 100 εκατ. δολαρίων στον ενεργειακό τομέα, με επίκεντρο την κρατική Energoatom.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, προμηθευτές υποχρεώνονταν να καταβάλλουν μίζες 10%–15% για να πληρώνονται ή να διατηρούν τις συμβάσεις τους. Οι αποκαλύψεις έρχονται ενώ οι Ουκρανοί ζουν με βομβαρδισμούς και διακοπές ηλεκτροδότησης.
Στην υπόθεση εμπλέκεται ως ύποπτος ο Τιμούρ Μίντιτς, παλαιός επιχειρηματικός συνεργάτης του Ζελένσκι, ο οποίος αρνείται παρανομία. Τον Μάιο του 2026, οι έρευνες αγγίζουν τον πρώην επικεφαλής του προεδρικού γραφείου Αντρίι Γέρμακ, που κατονομάζεται ως ύποπτος σε υπόθεση ξεπλύματος περίπου 10,5 εκατ. δολαρίων. Η υπεράσπισή του απορρίπτει τις κατηγορίες.
Ο Ζελένσκι δεν έχει κατονομαστεί ως ύποπτος στις συγκεκριμένες έρευνες. Η προσωπική ποινική εμπλοκή του δεν έχει τεκμηριωθεί. Η πολιτική ευθύνη για τους συνεργάτες, την εποπτεία και τη λειτουργία της διοίκησής του, όμως, παραμένει.
Τα σκάνδαλα προσφέρουν στους επικριτές του πραγματικό έδαφος αμφισβήτησης. Το γεγονός ότι αποκαλύπτονται από ουκρανικές αρχές δείχνει ταυτόχρονα ότι οι ελεγκτικοί θεσμοί εξακολουθούν να λειτουργούν.
Το ντίζελ γίνεται η θρυαλλίδα
Η άμεση αφορμή της νέας σύγκρουσης είναι διαφορετική. Τα ουκρανικά χτυπήματα στα ρωσικά διυλιστήρια πιέζουν την οικονομία της Μόσχας, αλλά επιβαρύνουν και μια αγορά καυσίμων ήδη διαταραγμένη από τον πόλεμο με το Ιράν. Για τον Τραμπ, οι υψηλές τιμές του ντίζελ έχουν κόστος στις μεταφορές, στους αγρότες και στην εκλογική προοπτική των Ρεπουμπλικανών.
Η εξαγγελία της Κυριακής αλλάζει το διακύβευμα. Εάν επιβεβαιωθεί και εφαρμοστεί μια αμοιβαία ενεργειακή εκεχειρία, ο Τραμπ θα μπορεί να παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα της πίεσής του. Ο Ζελένσκι θα μπορεί να υποστηρίξει ότι η εγκατάλειψη των χτυπημάτων εξασφάλισε αντίστοιχη προστασία για την Ουκρανία.
Αυτό εξηγεί γιατί ο Ουκρανός πρόεδρος αφήνει αμέσως ανοιχτή την πόρτα, παρά τον αιφνιδιασμό του. «Εάν οι Ρώσοι συμφωνήσουν σε ενεργειακή εκεχειρία, η Ουκρανία θα συμφωνήσει», δηλώνει, ζητώντας να πληροφορηθεί πότε ξεκινά. Η απάντηση προσφέρει περιθώριο αποκλιμάκωσης, αλλά δεν ισοδυναμεί με επιβεβαίωση ότι οι λεπτομέρειες έχουν συμφωνηθεί.
Το βάρος μεταφέρεται πλέον στην εφαρμογή: ποιες εγκαταστάσεις καλύπτονται, πότε σταματούν τα πλήγματα, πώς ελέγχεται η συμμόρφωση και τι συμβαίνει σε περίπτωση παραβίασης. Χωρίς σαφείς όρους, κάθε επίθεση μπορεί να γίνει αφορμή για αλληλοκατηγορίες και επιστροφή στην προηγούμενη σύγκρουση.
Ακόμη και μια επιτυχής ενεργειακή εκεχειρία θα αφήσει ανοιχτά τα δυσκολότερα ζητήματα του πολέμου: τα εδάφη, τις εγγυήσεις ασφάλειας και τους όρους μιας συνολικής διευθέτησης. Θα μπορούσε, όμως, να δημιουργήσει ένα πρώτο πεδίο όπου οι δεσμεύσεις ελέγχονται στην πράξη.
Για τον Ζελένσκι, η προστασία των ενεργειακών υποδομών θα προσέφερε ένα απτό όφελος σε μια κοινωνία εξαντλημένη από τον πόλεμο, χωρίς να σβήσει τις απαιτήσεις για λογοδοσία. Για τον Τραμπ, θα ήταν η ευκαιρία να αποδείξει ότι η πίεση παράγει αμοιβαίες παραχωρήσεις. Ο χρόνος θα δείξει εάν η νέα «εκεχειρία» μπορεί να γίνει γέφυρα προς μια συμφωνία — ή άλλο ένα επεισόδιο στη δύσκολη σχέση δύο ηγετών που εξακολουθούν να μην εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον.



