Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες τα θεμέλια του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας στο Ιράν τρίζουν. Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν από την οικονομική ασφυξία –την κατάρρευση του ριάλ, τον πληθωρισμό και την καθημερινή ανασφάλεια– αλλά γρήγορα μετατράπηκαν σε συνολική αμφισβήτηση μίας θεοκρατικής, καταπιεστικής εξουσίας.
Η απάντηση των μουλάδων και των Φρουρών της Επανάστασης είναι ωμή: εκατοντάδες νεκροί, χιλιάδες συλλήψεις και γενικευμένο blackout στο διαδίκτυο, σε μια προσπάθεια να κοπεί η οργάνωση, η εικόνα και η διεθνής πίεση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Ντόναλντ Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο αμερικανικής επέμβασης, μιλώντας για «πολύ ισχυρές επιλογές» και συγκαλώντας αλλεπάλληλες ενημερώσεις με τους συνεργάτες του.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν θα υπάρξει επέμβαση με τη συμβατική έννοια, αλλά τι ακριβώς θα σημαίνει «επέμβαση» σε αυτή τη φάση: από μη στρατιωτικά εργαλεία έως περιορισμένα πλήγματα με υψηλό ρίσκο κλιμάκωσης.
Τι ζητά η ιρανική κοινωνία
Πίσω από τις εικόνες της βίας και τα γεωπολιτικά σενάρια, αναδύεται ένα πολιτικό μήνυμα που επαναλαμβάνεται με αξιοσημείωτη συνέπεια στους δρόμους των ιρανικών πόλεων. Οι διαδηλώσεις μπορεί να πυροδοτήθηκαν από την οικονομική κατάρρευση, όμως πλέον αρθρώνουν αιτήματα που υπερβαίνουν το βιοτικό επίπεδο. Ένα μεγάλο τμήμα της ιρανικής κοινωνίας φαίνεται να διψά για ελευθερίες, θεσμική κανονικότητα και πολιτική αξιοπρέπεια.
Τα συνθήματα και οι μαρτυρίες που διαρρέουν παρά το blackout συγκλίνουν σε τέσσερις βασικούς άξονες:
- ατομικές ελευθερίες και κράτος δικαίου, με τερματισμό της αυθαίρετης καταστολής·
- πραγματική πολιτική εκπροσώπηση, πέρα από το φίλτρο των θεσμών επιτήρησης του καθεστώτος·
- οικονομική σταθερότητα και προοπτική, αντί για έναν μόνιμο κύκλο πληθωρισμού, νομισματικής κατάρρευσης και επιδομάτων επιβίωσης·
- και εξομάλυνση των σχέσεων με τη Δύση, όχι ως ιδεολογική στροφή, αλλά ως όρο επιβίωσης και ανάπτυξης.
Σε αντίθεση με το αφήγημα της Τεχεράνης, η κοινωνική κινητοποίηση δεν δείχνει να καθοδηγείται από γεωπολιτικές φιλοδοξίες ή εξωτερικά σχέδια. Αντίθετα, εκφράζει μια κόπωση δεκαετιών από την απομόνωση και τη μόνιμη σύγκρουση. Για πολλούς Ιρανούς, η ένταση με τη Δύση δεν αποτελεί στοιχείο εθνικής ταυτότητας, αλλά πηγή φτώχειας, ανασφάλειας και διεθνούς αποκλεισμού.
Αυτό το πολιτικό υπόστρωμα εξηγεί και την αμφιθυμία απέναντι σε μια πιθανή αμερικανική επέμβαση. Ενώ η κοινωνία ζητά αλλαγή, δεν ζητά πόλεμο. Η επιθυμία για ελευθερίες και δημοκρατική μετάβαση συνυπάρχει με τον φόβο ότι μια εξωτερική στρατιωτική παρέμβαση θα μπορούσε να ανασυσπειρώσει το καθεστώς, να απονομιμοποιήσει το κίνημα και να μετατρέψει ένα εσωτερικό αίτημα πολιτικής αλλαγής σε περιφερειακή σύγκρουση.
Με αυτή την έννοια, το πολιτικό διακύβευμα των εξελίξεων στο Ιράν δεν αφορά μόνο την επιβίωση ή μη του καθεστώτος, αλλά και το αν η κοινωνική απαίτηση για ελευθερία, σταθερότητα και συνεργασία θα βρει θεσμική διέξοδο, ή αν θα συνθλιβεί ανάμεσα στην καταστολή από τα μέσα και τη γεωπολιτική κλιμάκωση απ’ έξω.

Το φάσμα επιλογών της Ουάσιγκτον
Μη στρατωτική στήριξη και αποκατάσταση επικοινωνιών
Η αποκατάσταση της πρόσβασης στο διαδίκτυο θεωρείται το πιο «χειρουργικό» εργαλείο. Δεν ρίχνει καθεστώτα από μόνη της, αλλά λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής: ενισχύει την οργάνωση των διαδηλώσεων, επιτρέπει τη ροή εικόνας και μαρτυριών και αυξάνει τη διεθνή πίεση. Η ίδια η αμερικανική ρητορική αφήνει να εννοηθεί ότι εξετάζονται τέτοιες επιλογές, ακόμη και με τη χρήση δορυφορικών λύσεων, την ώρα που η Τεχεράνη προσπαθεί να μπλοκάρει κάθε τέτοια προσπάθεια.
Κυβερνοεπιχειρήσεις και μυστικές ενέργειες
Η δεύτερη κατηγορία αφορά επιθετικές ή αμυντικές κινήσεις στον κυβερνοχώρο: παρεμβολές σε συστήματα επιτήρησης, επικοινωνίες ή κρίσιμες κρατικές υποδομές που στηρίζουν την καταστολή. Πρόκειται για επιλογές με χαμηλότερο πολιτικό κόστος από έναν βομβαρδισμό, αλλά όχι χωρίς ρίσκο. Το Ιράν διαθέτει εμπειρία σε ασύμμετρες απαντήσεις και «γκρίζες ζώνες», κάτι που καθιστά κάθε τέτοια κίνηση δυνητικά αμφίδρομη.
Κυρώσεις και οικονομική πίεση
Η αυστηροποίηση ή καλύτερη εφαρμογή των κυρώσεων είναι η πιο γνώριμη επιλογή. Ωστόσο, έχει δύο βασικά μειονεκτήματα: λειτουργεί αργά και συχνά πλήττει περισσότερο την κοινωνία παρά την εξουσία, δίνοντας στο καθεστώς την ευκαιρία να παρουσιάσει την κρίση ως αποτέλεσμα «εξωτερικής επίθεσης».
Περιορισμένα στρατιωτικά πλήγματα
Ένα «συμβολικό» χτύπημα εμφανίζεται συχνά ως μέση λύση: δείχνει αποφασιστικότητα χωρίς γενικευμένο πόλεμο. Στην πράξη, όμως, μπορεί να λειτουργήσει ως σκανδάλη κλιμάκωσης. Το Ιράν θα κληθεί να απαντήσει για λόγους αξιοπιστίας και το παιχνίδι μπορεί να περάσει γρήγορα σε επόμενο επίπεδο, με όρους που δεν θα ελέγχει πλήρως καμία πλευρά.
Στόχευση του μηχανισμού καταστολής
Η πιο σκληρή εκδοχή αφορά πλήγματα σε στρατιωτικές δομές, υποδομές ή τον ίδιο τον πυρήνα του μηχανισμού καταστολής. Αν και «καθαρή» από άποψη στόχων, αυτή η επιλογή αυξάνει δραματικά τον κίνδυνο αντιποίνων σε βάσεις, συμμάχους και κρίσιμες ενεργειακές αρτηρίες της περιοχής.
Όποια μορφή κι αν πάρει η αμερικανική κίνηση, υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα: η εξέγερση στο εσωτερικό του Ιράν παραμένει σε μεγάλο βαθμό χωρίς ενιαία ηγεσία και χωρίς μαζικές αποσκιρτήσεις από την ελίτ ή τις δυνάμεις ασφαλείας. Ακόμη και μια επιχειρησιακή επιτυχία των ΗΠΑ δεν εγγυάται στρατηγικό αποτέλεσμα. Το κενό εξουσίας θα μπορούσε να το καλύψουν οι πιο σκληροί μηχανισμοί του καθεστώτος, όχι απαραίτητα μια δημοκρατική μετάβαση.

Πώς μπορεί να απαντήσει η Τεχεράνη
Η ιρανική απάντηση δύσκολα θα είναι συμμετρική. Οι προειδοποιήσεις για στοχοποίηση αμερικανικών βάσεων είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας. Το πραγματικό οπλοστάσιο της Τεχεράνης περιλαμβάνει:
- πλήγματα ή παρενοχλήσεις σε περιφερειακές ενεργειακές υποδομές,
- αύξηση του ρίσκου στη ναυσιπλοΐα και στα Στενά του Ορμούζ, χωρίς απαραίτητα πλήρες «κλείσιμο»,
- ενεργοποίηση δικτύων και συμμάχων σε τρίτες χώρες, ώστε η κρίση να απλωθεί και να καταστεί πολιτικά και στρατηγικά δυσκολότερη για τις ΗΠΑ.
Ακόμη και περιορισμένες κινήσεις αρκούν για να μεταφερθεί το κόστος στην παγκόσμια οικονομία και στις αγορές.
Πού μπορεί να οδηγηθούμε
Το πιο πιθανό μονοπάτι είναι μια σταδιακή κλιμάκωση χαμηλής έντασης: μη στρατιωτικές ενέργειες, κυβερνοεπιθέσεις, πίεση στις επικοινωνίες με τις αγορές να αποτιμούν διαρκώς τον κίνδυνο. Ένα περιορισμένο στρατιωτικό επεισόδιο θα μπορούσε να μετατρέψει αυτό το παιχνίδι νεύρων σε περιφερειακή κρίση.
Το πιο επικίνδυνο σενάριο παραμένει ένα ενεργειακό σοκ, όχι απαραίτητα από ολοκληρωτική σύγκρουση, αλλά από μια αλληλουχία «μικρών» επεισοδίων που θα διαταράξουν ροές και θα εκτινάξουν το ασφάλιστρο φόβου.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: αν υπάρξει αμερικανική επέμβαση, είναι πιθανότερο να ξεκινήσει από τα δίκτυα, τα δεδομένα και τον κυβερνοχώρο, όχι από αποβατικές επιχειρήσεις. Όμως το Ιράν δεν χρειάζεται να κερδίσει στρατιωτικά για να επιβάλει κόστος. Αρκεί να μεταφέρει τη σύγκρουση εκεί όπου ο κόσμος είναι πιο ευάλωτος. Και αυτό καθιστά την επόμενη κίνηση –και κυρίως την απάντηση της Τεχεράνης– τον πραγματικό καταλύτη των εξελίξεων.
Πηγή: Ναυτεμπορική



