Του Δρος Άγγελου Κασσιανού (*)
Το άτμισμα και άλλα νέα προϊόντα νικοτίνης έχουν ενσωματωθεί ολοένα περισσότερο στην καθημερινότητα των εφήβων, τόσο στην Κύπρο όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μεταξύ των νέων, αυτά τα προϊόντα συχνά θεωρούνται ασφαλέστερες εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με τον παραδοσιακό καπνό και, σε πολλές περιπτώσεις, έχουν, εν μέρει, αντικαταστήσει τη χρήση του συμβατικού τσιγάρου. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι αυτή η αντίληψη είναι παραπλανητική: ενώ τα πρότυπα χρήσης μπορεί να διαφέρουν, η έκθεση στη νικοτίνη και ο κίνδυνος εξάρτησης παραμένουν σημαντικοί, εγείροντας σημαντικές ανησυχίες για την υγεία και την ανάπτυξη των εφήβων.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το παραδοσιακό κάπνισμα μεταξύ των εφήβων μειώνεται, την ίδια στιγμή όμως το άτμισμα αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς. Σύμφωνα με πρόσφατη ευρωπαϊκή σχολική έρευνα, περίπου ένας στους πέντε 16χρονους έκανε χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου τον τελευταίο μήνα, ενώ το ποσοστό των μαθητών που ατμίζουν αυξήθηκε από 14% σε 22% μέσα σε μόλις πέντε χρόνια.
Η Κύπρος όχι μόνο ακολουθεί αυτή την τάση, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις πρωταγωνιστεί. Τα δεδομένα της μελέτης του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Έρευνας στα Σχολεία για το Αλκοόλ και Άλλα Ναρκωτικά (ESPAD), καθώς και οι εθνικές εκθέσεις, κατατάσσουν τους Κύπριους εφήβους ανάμεσα στους συχνότερους χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων στην Ευρώπη, με περίπου έναν στους δέκα 16χρονους να ατμίζει σε καθημερινή βάση.
Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι τα προϊόντα ατμίσματος προβάλλονται ως «λιγότερο επιβλαβή» και πιο ελκυστικά από τα παραδοσιακά τσιγάρα, διατίθενται σε πολύχρωμες και γλυκές συσκευασίες που απευθύνονται ξεκάθαρα σε ανηλίκους και, παράλληλα, παρουσιάζονται ως εργαλεία διακοπής του καπνίσματος, κυρίως για ενήλικες.
Η εικόνα αυτή είναι παραπλανητική και ιδιαίτερα ανησυχητική. Το άτμισμα αποτελεί μια εξίσου βλαβερή συνήθεια, καθώς μπορεί να επηρεάσει τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο, ιδίως τις περιοχές που σχετίζονται με την προσοχή, τον έλεγχο των παρορμήσεων και τη διάθεση. Παράλληλα, συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο μελλοντικού καπνίσματος, διπλής χρήσης παραδοσιακών και ηλεκτρονικών τσιγάρων, αλλά και με στενή σχέση με άλλες εθιστικές ουσίες.
Η αλήθεια είναι ότι ακόμη δεν γνωρίζουμε όλες τις μακροπρόθεσμες συνέπειες για τους πνεύμονες και το καρδιαγγειακό σύστημα των νέων. Αυτά που γνωρίζουμε όμως είναι αρκετά για να προκαλούν ανησυχία και να καθιστούν αναγκαία τη λήψη μέτρων.
Την ίδια στιγμή, η βιομηχανία καπνού και ατμίσματος εμφανίζεται με ένα νέο, «εξευγενισμένο» προσωπείο. Παρουσιάζεται ως «ευαισθητοποιημένη» και ως «μέρος της λύσης», αξιοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, influencers και εικόνες lifestyle αντί για ευθείες διαφημίσεις, επιχειρώντας έτσι να πείσει ότι προσφέρει μια σύγχρονη και δήθεν καθαρότερη εναλλακτική μορφή καπνίσματος. Στην πράξη, όμως, δημιουργείται μια νέα γενιά εξαρτημένων καταναλωτών νικοτίνης. Δεν πρόκειται για στρατηγική προστασίας της δημόσιας υγείας, αλλά για ένα καθαρά επιχειρηματικό μοντέλο, με μοναδικό στόχο το κέρδος εις βάρος της υγείας των νέων.
Συχνά ακούμε ότι η σωστή ενημέρωση και ευαισθητοποίηση γύρω από τους κινδύνους του ατμίσματος αρκούν για να αποτρέψουν τους νέους από την υιοθέτηση αυτής της επιβλαβούς συνήθειας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη. Η γνώση από μόνη της σπάνια αλλάζει συμπεριφορές, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν ο εθισμός, η κοινωνική πίεση και το επιθετικό μάρκετινγκ.
Αυτό που πραγματικά χρειάζονται οι έφηβοι είναι δεξιότητες ζωής, ουσιαστική υποστήριξη και πραγματικές εναλλακτικές. Τρόπους διαχείρισης του άγχους, ανθεκτικότητα απέναντι στην πίεση των συνομηλίκων, σχέσεις εμπιστοσύνης και δημιουργικούς, υγιείς τρόπους έκφρασης, όπως ο αθλητισμός, οι τέχνες, η μουσική.
Το Ισλανδικό Μοντέλο Πρόληψης δείχνει ξεκάθαρα τον δρόμο. Μέσα από συστηματική επένδυση σε δραστηριότητες, ενίσχυση των δεσμών οικογένειας–σχολείου–κοινότητας και τακτική παρακολούθηση των παραγόντων κινδύνου και προστασίας, η Ισλανδία πέτυχε θεαματική μείωση της χρήσης ουσιών στους εφήβους. Παρόμοιες προσεγγίσεις σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες επιβεβαιώνουν ότι όταν αλλάζει το περιβάλλον γύρω από τους νέους, αλλάζουν και οι επιλογές τους. Αντίθετα, δύσκολα αλλάζουν τα άτομα από μόνα τους μέσα σε ένα «προβληματικό» περιβάλλον.
Η Κύπρος έχει ήδη προχωρήσει σε ρυθμιστικά μέτρα για το ηλεκτρονικό τσιγάρο, όπως η θέσπιση ορίων ηλικίας και περιορισμών στη δημόσια χρήση. Τα διαθέσιμα στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ξεκάθαρα ότι αυτά δεν επαρκούν. Απαιτείται μια συντονισμένη και μακροπρόθεσμη στρατηγική, που να εμπλέκει σχολεία, οικογένειες, τοπικές αρχές, υπηρεσίες υγείας και την Πολιτεία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει το νέο ευρωπαϊκό έργο RELIEF, το οποίο χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα EU4Health και ξεκίνησε τις εργασίες του επίσημα από την Κύπρο τον Ιανουάριο του 2026, με επιστημονικό συντονισμό από το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου(ΤΕΠΑΚ) και συντονιστή το Κέντρο Κοινωνικής Καινοτομίας (CSI). Στόχος του έργου είναι η ανάπτυξη και δοκιμή τεκμηριωμένων παρεμβάσεων πρόληψης για τη μείωση της χρήσης καπνού, ηλεκτρονικών τσιγάρων και άλλων αναδυόμενων προϊόντων νικοτίνης μεταξύ των εφήβων, σε πραγματικά σχολικά και κοινοτικά περιβάλλοντα, με τη συμμετοχή όχι μόνο των μαθητών, αλλά και των γονέων και των εκπαιδευτικών.
Το άτμισμα μεταξύ των εφήβων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια πρόσκαιρη τάση που θα ξεφουσκώσει από μόνη της. Είναι μια κρίσιμη δοκιμασία για το κατά πόσο, ως κοινωνία και πολιτεία, παίρνουμε στα σοβαρά την ευθύνη μας απέναντι στους νέους, όχι μόνο με προειδοποιήσεις και επικοινωνιακές στρατηγικές αλλά με ουσιαστικές πράξεις που διαμορφώνουν ένα υγιές περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούνται και ενισχύουν την γνωστική τους ικανότητα, ώστε να κάνουν πιο υγιείς επιλογές.
(*) Λέκτορας Ψυχολογίας της Υγείας,
Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΤΕΠΑΚ)



