Ζαχαρίας (Ζακ) Ι. Μανιταράς*
Στον σημερινό κόσμο, η ασφάλεια δεν είναι μια αφηρημένη έννοια ούτε προϊόν αυτοματισμού. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που καθορίζουν αν κράτη και κοινωνίες θα αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις με στρατηγική αποφασιστικότητα ή με παθητική αντίδραση. Οι πρόσφατες εξελίξεις στη διεθνή σκηνή – από την ενεργειακή και γεωπολιτική κρίση έως την εκ νέου ανάδυση στρατιωτικών απειλών – μας αναγκάζουν να αναρωτηθούμε εάν η Ευρώπη, και ειδικά η Κύπρος, έχουν την πολυτέλεια να μένουν θεατές.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρούσε να διαμορφώσει ένα αξιόπιστο πλαίσιο ασφάλειας μέσω της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ESDP), οι συζητήσεις για τη συνεργασία με το ΝΑΤΟ βρίσκονταν στο επίκεντρο. Τότε θεωρήθηκε ότι η συμπληρωματικότητα και η συνεργασία ήταν επαρκείς. Η πραγματικότητα όμως των τελευταίων δεκαετιών, με κεντρικό σημείο τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις μεταβαλλόμενες παγκόσμιες ισορροπίες ισχύος, αποδεικνύει ότι η Ευρώπη δεν έχει καταφέρει να οικοδομήσει ένα συνεκτικό και στρατηγικά αυτόνομο πλαίσιο ασφάλειας.
Για την Κύπρο, οι προκλήσεις αυτές αποκτούν ακόμη πιο οξεία διάσταση. Η Τουρκία, με συχνές παραβιάσεις του εναέριου χώρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και της Ελλάδας, καθώς και με επαναλαμβανόμενες εντάσεις στην ΑΟΖ και τις θαλάσσιες ζώνες, δοκιμάζει συστηματικά τα όρια του διεθνούς δικαίου. Οι ενέργειες αυτές δεν αποτελούν απλώς καταγραφή στρατιωτικών παραβιάσεων· συνιστούν μια διαρκή υπενθύμιση ότι η κυριαρχία και η ασφάλεια δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες, ακόμη και εντός θεσμοθετημένων διεθνών πλαισίων.
Παράλληλα, η αμφισβήτηση του διεθνούς δικαίου από ορισμένες ηγεσίες – είτε μέσω μονομερών ενεργειών είτε μέσω απόπειρας επαναπροσδιορισμού συνόρων, σφαιρών επιρροής και διεθνών συμφωνιών – εντείνει την ανάγκη για σταθερούς και αξιόπιστους θεσμικούς μηχανισμούς συνεργασίας. Το ΝΑΤΟ, παρά τις αντιφάσεις και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει, παραμένει ένας από τους ελάχιστους οργανισμούς όπου η συλλογική ασφάλεια μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, βασισμένη στην αρχή της αμοιβαίας άμυνας.
Κάθε προσπάθεια επαναπροσδιορισμού συμμαχιών – είτε μέσω νέων σχημάτων, όπως το λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» που ο Ντόναλντ Τραμπ μόλις υπέγραψε τον ιδρυτικό χάρτη του, με υψηλό οικονομικό αντίτιμο για τα συμμετέχοντα κράτη, είτε μέσω δηλώσεων και πρωτοβουλιών που φτάνουν στο σημείο να αμφισβητούν το καθεστώς περιοχών στρατηγικής σημασίας, όπως η Γροιλανδία – οφείλει να αξιολογείται με ψυχραιμία και σοβαρότητα. Η ειρήνη δεν διασφαλίζεται με αποσπασματικές ή συναλλακτικές προσεγγίσεις, αλλά με εμπιστοσύνη σε θεσμούς που σέβονται το διεθνές δίκαιο και την ασφάλεια όλων των μελών τους.
Η Ευρώπη δεν αποτελεί ενιαία στρατιωτική οντότητα και, παρά τις προόδους στην πολιτική ενοποίηση, δεν έχει ακόμη καταφέρει να εδραιώσει μια πραγματικά συνεκτική στρατηγική αυτονομία. Αυτό καθιστά τη συνεργασία με το ΝΑΤΟ ζωτικής σημασίας – όχι ως υποκατάστατο της ευρωπαϊκής φιλοδοξίας, αλλά ως συμπληρωματικό πυλώνα που ενισχύει τη συνολική ευρωπαϊκή και περιφερειακή σταθερότητα.
Για την Κύπρο, η στρατηγική σκέψη και η ενεργός συμμετοχή σε θεσμικές διαδικασίες δεν είναι επιλογή, αλλά αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει χώρος για απλοϊκές λύσεις ή ρητορικές υπερβολές. Απαιτείται μια βαθιά, νηφάλια και τεκμηριωμένη δημόσια συζήτηση για τον ρόλο της χώρας μας, για τις συμμαχίες της και για τις αξίες που καλείται να υπερασπιστεί σε ένα ολοένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Η ασφάλεια δεν είναι προϊόν αυταπόδεικτης σταθερότητας. Είναι πολιτική επιλογή – επιλογή στρατηγικής, συνεργασίας, σεβασμού στο διεθνές δίκαιο και ενεργητικής συμμετοχής στη διαφύλαξη της ειρήνης. Και η Κύπρος οφείλει να βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της επιλογής.
Το παρόν άρθρο βασίζεται στη διπλωματική μου εργασία που εκπονήθηκε το 2007, μετά από πρακτική άσκηση στο ΝΑΤΟ και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και επιχειρεί να συνδέσει τη θεωρητική ανάλυση εκείνης της περιόδου με τις σημερινές σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις.
*Υποψήφιος Βουλευτής Λευκωσίας (ΔΗΣΥ)



