12.8 C
Nicosia
Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026 | 15:12

Η έγκριση της συμφωνίας Ε.Ε.–Mercosur – Ανάπτυξη για ποιους και με ποιο κόστος;

Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου*

Ύστερα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, καθυστερήσεων και πολιτικών αντιπαραθέσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε τελικά τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με το μπλοκ της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη και Ουρουγουάη).[1] Η απόφαση πέρασε με την απαιτούμενη ειδική πλειοψηφία, παρά τις έντονες αντιδράσεις χωρών όπως η Γαλλία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Ιρλανδία και η Ουγγαρία, ενώ το Βέλγιο επέλεξε να απέχει. Πρόκειται για μια ιστορική στιγμή για την εμπορική πολιτική της Ε.Ε., με δυνητικά σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις — αλλά και με σοβαρά ερωτήματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Σε επίπεδο Βρυξελλών, η συμφωνία παρουσιάζεται ως μια μεγάλη ευκαιρία. Δημιουργεί μια από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερου εμπορίου παγκοσμίως, καλύπτοντας περίπου 780 εκατομμύρια καταναλωτές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι το άνοιγμα των αγορών της Λατινικής Αμερικής θα ενισχύσει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές, θα μειώσει τους δασμούς και θα προσφέρει νέα περιθώρια ανάπτυξης, ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ).

Δεν είναι τυχαίο ότι στη συμφωνία περιλαμβάνεται ειδικό κεφάλαιο αφιερωμένο στις ΜμΕ. Οι εμπορικοί φραγμοί πλήττουν δυσανάλογα τις μικρές επιχειρήσεις, καθώς δεν διαθέτουν τους πόρους, τη νομική υποστήριξη και τα δίκτυα των μεγάλων πολυεθνικών. Η Ε.Ε. φιλοδοξεί, μέσω της συμφωνίας, να καταστήσει τους κανονισμούς της Mercosur πιο διαφανείς και να απλοποιήσει τις τελωνειακές διαδικασίες. Σήμερα, πάνω από 30.000 ευρωπαϊκές ΜμΕ εξάγουν ήδη στις χώρες της Mercosur· στόχος είναι να αυξηθούν σημαντικά.

Ωστόσο, αυτή είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος.

Η άλλη όψη αφορά τις ανησυχίες που εκφράζονται όλο και πιο έντονα — και δικαιολογημένα. Κεντρικό ζήτημα αποτελεί ο αγροτικός τομέας. Παρά τις πρόσθετες δικλείδες ασφαλείας που εγκρίθηκαν, ώστε να ενεργοποιούνται μέτρα προστασίας σε περίπτωση απότομης αύξησης εισαγωγών αγροτικών προϊόντων, πολλοί φοβούνται ότι αυτές οι εγγυήσεις θα αποδειχθούν ανεπαρκείς στην πράξη.

Ο παραλληλισμός που γίνεται με την επικράτηση των μεγάλων αλυσίδων supermarket στις εθνικές αγορές, όπως συνέβη στην Ελλάδα, είναι απολύτως εύστοχος. Στο όνομα του ανταγωνισμού και των χαμηλών τιμών, οι μικρές τοπικές επιχειρήσεις βρέθηκαν σταδιακά εκτός αγοράς. Το αποτέλεσμα ήταν φθηνότερα προϊόντα για τον καταναλωτή, αλλά συχνά αμφίβολης ποιότητας, και η συρρίκνωση ενός ολόκληρου οικοσυστήματος μικρών παραγωγών και επαγγελματιών.

Το ίδιο μοτίβο κινδυνεύει να επαναληφθεί στον αγροδιατροφικό τομέα σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Το κρέας από τη Mercosur μπορεί να είναι φθηνότερο, αλλά τίθεται σοβαρό ζήτημα προδιαγραφών, ελέγχων και περιβαλλοντικών όρων. Πώς μπορεί να ανταγωνιστεί ο Ευρωπαίος κτηνοτρόφος, που λειτουργεί υπό αυστηρούς κανόνες για την ευζωία των ζώων, το περιβάλλον και την υγιεινή, παραγωγούς που δραστηριοποιούνται σε ένα εντελώς διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο;

Το ίδιο ισχύει και για τη μεταποίηση και τη βιοτεχνία. Όπως μια κυπριακή ή ελληνική βιοτεχνία ένδυσης αδυνατεί να ανταγωνιστεί προϊόντα που εισάγονται από χώρες με πολύ χαμηλό εργατικό κόστος, έτσι και πολλές ευρωπαϊκές μικρές επιχειρήσεις κινδυνεύουν να συμπιεστούν ασφυκτικά. Η θεωρία λέει ότι η αγορά θα «αυτορυθμιστεί». Η εμπειρία, όμως, δείχνει ότι χωρίς ουσιαστική προστασία, οι μικροί συνήθως είναι οι χαμένοι.

Ακόμη και η υπόσχεση ότι η συμφωνία θα ωφελήσει τις ΜμΕ δεν είναι αυτονόητη. Ναι, κάποιες μικρές εξαγωγικές επιχειρήσεις θα βρουν νέες ευκαιρίες. Αλλά για κάθε ΜμΕ που θα καταφέρει να διεισδύσει στις αγορές της Λατινικής Αμερικής, πόσες άλλες θα βρεθούν αντιμέτωπες με φθηνότερες εισαγωγές που θα πιέσουν τα περιθώρια κέρδους ή θα τις οδηγήσουν εκτός αγοράς;

Η πολιτική διάσταση της έγκρισης δεν πρέπει επίσης να υποτιμηθεί. Το γεγονός ότι χώρες με ισχυρό αγροτικό τομέα, όπως η Γαλλία και η Πολωνία, αντιτάχθηκαν ανοιχτά, δείχνει ότι η συμφωνία δεν αποτελεί προϊόν ευρείας κοινωνικής συναίνεσης. Η χρήση της ειδικής πλειοψηφίας εξασφαλίζει θεσμική νομιμότητα, όχι όμως κατ’ ανάγκη πολιτική αποδοχή.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται για ακόμη μία φορά μπροστά σε ένα γνώριμο δίλημμα: παγκοσμιοποίηση και ανταγωνιστικότητα ή προστασία της τοπικής παραγωγής και κοινωνικής συνοχής; Η έγκριση της συμφωνίας με τη Mercosur δείχνει ξεκάθαρα προς την πρώτη κατεύθυνση. Το ερώτημα είναι αν αυτή η στρατηγική μπορεί να σταθεί χωρίς σοβαρές παράπλευρες απώλειες.

Αν η Ε.Ε. θέλει πραγματικά η συμφωνία να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης και όχι έναν ακόμη μηχανισμό συγκέντρωσης ισχύος στους λίγους, οφείλει να προχωρήσει πέρα από τις διακηρύξεις. Απαιτούνται ουσιαστικοί έλεγχοι ποιότητας, πραγματικά ενεργοποιήσιμες ρήτρες προστασίας και στοχευμένη στήριξη των μικρών παραγωγών και επιχειρήσεων.

Διαφορετικά, η έγκριση της συμφωνίας με τη Mercosur κινδυνεύει να μείνει στην ιστορία όχι ως επιτυχία της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής, αλλά ως ακόμη ένα παράδειγμα όπου, στο όνομα της ελεύθερης αγοράς, οι «μικροί» κλήθηκαν να πληρώσουν τον λογαριασμό.

* Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος

[1] Mercado Comun del Sur. Η Βενεζουέλα είναι επίσης πλήρες μέλος, αλλά η συμμετοχή της έχει ανασταλεί από την 1η Δεκεμβρίου 2016.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Press Room

Μείνετε ενημερωμένοι με τo newsletter μας!

ΑρχικήΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣΗ έγκριση της συμφωνίας Ε.Ε.–Mercosur - Ανάπτυξη για ποιους και με ποιο...