Η δεύτερη θητεία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, σημαδεύτηκε από συμφωνίες, δωρεές και συναλλαγές κρυπτονομισμάτων που επέτρεψαν σε αυτόν και την οικογένειά του να κερδίσουν τουλάχιστον 1,4 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με έρευνα των New York Times.

«Το ποσό των 1,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων δεν αποτελεί πλήρη απολογισμό, επειδή είναι αδύνατο να γνωρίζουμε πόσο συχνά ο Τραμπ λαμβάνει επίσημες αποφάσεις, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, επειδή θέλει να γίνει πλουσιότερος», γράφει η αμερικανική εφημερίδα.

Το ίδιο το δολάριο πάντως φαίνεται να αποδυναμώνεται μετά τις νέες απειλές του προέδρου Τραμπ για επιβολή δασμών σε 8 ευρωπαϊκές χώρες, λόγω της κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης για την Γροιλανδία. «Οι νέες απειλές Τραμπ τροφοδοτούν ένα αντανακλαστικό «πώλησης της Αμερικής» στην αγορά, καθώς οι επενδυτές μειώνουν την έκθεσή τους στο δολάριο και τα αμερικανικά ομόλογα εν μέσω απώλειας εμπιστοσύνης και ενίσχυσης της τάσης αποδολαριοποίησης», λένε στη Ναυτεμπορική Ευρωπαίοι παράγοντες της αγοράς.

Η εκτίμηση της αγοράς, σύμφωνα με το Bloomberg, μάλιστα, προβλέπει ότι η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου θα ανατιμηθεί στο 1,21 έως το 2027, μια αύξηση σχεδόν 4% από τα σημερινά επίπεδά της. Άλλες αποτιμήσεις βλέπουν το ζεύγος να ξεπερνά τα 1,30 δολάρια ανά ευρώ έως το 2027. Οι ειδικοί της ABN Amro και της Julius Baer προβλέπουν ακόμη ενίσχυση του ευρώ στα 1,34 δολάρια, γεγονός που θα αντιπροσώπευε μια ανοδική δυναμική 14%.

Δημοσιονομική και εμπορική πολιτική

«Η υποτίμηση του δολαρίου έναντι των κυριότερων νομισμάτων αλλά και στην αξία των πολύτιμων μετάλλων, θα συνεχιστεί το 2026», υποστηρίζει ο Τζιορντάνο Λομπάρντο, Διευθύνων Σύμβουλος και επικεφαλής επενδύσεων της θυγατρικής της Generali, Plenisfer Investments SGR. Αποδίδει τη εξέλιξη αυτή στη δημοσιονομική και εμπορική πολιτική που εφαρμόζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. «Παρόλο που η αφήγηση της αγοράς το 2025 επικεντρώθηκε στην άνοδο των επενδύσεων που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη, πιστεύουμε ότι το πιο σημαντικό γεγονός της χρονιάς ήταν η υποτίμηση του δολαρίου έναντι όλων των άλλων νομισμάτων, με εξαίρεση το γιεν, και ιδιαίτερα έναντι του χρυσού», εξηγεί ο Λομπάρντο.

Ο Ματ Μπάνσε, στρατηγικός αναλυτής στην T. Rowe Price, αποδίδει την αποδυνάμωση του αμερικανικού δολαρίου «στην πιο ασταθή πολιτική και την αυξημένη εστίαση στην ανεξαρτησία της Fed -παράγοντες που έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα σχετικά με την αντίδραση του δολαρίου σε περιόδους πίεσης».

Το σενάριο «πουλήστε την Αμερική»

Την ίδια ώρα, η Ευρώπη, κατέχοντας αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 8 έως 12 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, έχει ένα «όπλο», που αν τολμήσει να αξιοποιήσει, θα προκαλέσει πολλά προβλήματα στην Αμερική και το δολάριο, φυσικά. «Είναι το σενάριο «πουλήστε την Αμερική», που προτείνουν κάποιοι ειδικοί και εξετάζουν ορισμένοι ηγέτες, για να απαντήσουν στην επιθετική πολιτική Τραμπ, μέσω του «Μηχανισμού κατά του Εξαναγκασμού», εξηγούν Ευρωπαίοι διπλωμάτες. Το συνταξιοδοτικό ταμείο AkademikerPension της Δανίας ανακοίνωσε μάλιστα ότι μέχρι το τέλος του μήνα θα πουλήσει τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα που έχει στη διάθεσή του, αξίας περίπου 100 εκατομμυρίων δολαρίων.

Οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν τουλάχιστον το 40% των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου που κατέχονται από αλλοδαπούς. Με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο βρίσκεται εκτός ΕΕ και κατέχει 888 δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικό δημόσιο χρέος, οι μεγαλύτεροι κάτοχοι ομολόγων στην ηπειρωτική Ευρώπη είναι το Βέλγιο (481 δισεκατομμύρια δολάρια), το Λουξεμβούργο (426 δισεκατομμύρια δολάρια), η Γαλλία (376 δισεκατομμύρια δολάρια) και η Ιρλανδία (340 δισεκατομμύρια δολάρια).

«Στρατιωτικοποίηση του κεφαλαίου»

Η εμμονή του Τραμπ με τη Γροιλανδία και η ρητορική του, έχει οδηγήσει Ευρωπαίους αξιωματούχους να μιλούν για μια «στρατιωτικοποίηση του κεφαλαίου» – δηλαδή, ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να προβεί σε αντίποινα κατά των ΗΠΑ, αποσύροντας ορισμένες από τις αμερικανικές τους επενδύσεις.

Στη συζήτηση έχει μπει και το έλλειμμα των 27 που έχουν συσσωρεύσει οι ΗΠΑ στην «Καθαρή Διεθνή Επενδυτική Θέση» (δείκτης NIIP), μετά από δεκαετίες ελλειμμάτων. O δείκτης ΝΙΙP μετρά τη διαφορά ανάμεσα στα συνολικά εξωτερικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις μιας χώρας. Όσο πιο αρνητικός είναι αυτός ο δείκτης, τόσο μεγαλύτερη είναι η ευπάθεια μιας οικονομίας σε εξωτερικούς παράγοντες, εκτός εάν πρόκειται για τις ΗΠΑ φυσικά, που διατηρούν την προνομιακή θέση που προσφέρει το δολάριο.

«Η τελευταία δημοσίευση των ΗΠΑ σχετικά με τον δείκτη PIIN είναι διδακτική. Από την αύξηση των 3,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων στις υποχρεώσεις των ΗΠΑ κατά το τρίτο τρίμηνο του περασμένου έτους, περίπου το ήμισυ οφειλόταν στις επιπτώσεις αποτίμησης των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων», λέει ο Κρις Τέρνερ, στρατηγικός αναλυτής συναλλάγματος στην ING.

«Ωστόσο, η διάβρωση της εμπιστοσύνης στο δολάριο και οι ενέργειες της Κίνας, της Ρωσίας και άλλων αναδυόμενων δυνάμεων ανοίγουν την πόρτα στον «βασιλιά των νομισμάτων» και στις ΗΠΑ να χάσουν αυτό το δεκαετές πλεονέκτημα που τους επιτρέπει να χρηματοδοτούν τεράστια εμπορικά ελλείμματα και μια τεράστια καθαρή θέση χρέους χρόνο με το χρόνο, χωρίς να προκαλούν προβλήματα», εξηγούν οι ειδικοί.

«Αν οι Ευρωπαίοι το σκεφτούν, υπάρχουν χιλιάδες, ή ακόμα και εκατοντάδες χιλιάδες, από αυτούς που κατέχουν άμεσα ή έμμεσα μετοχές της Apple, του Netflix ή ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου. Τελικά, κάθε ευρώ που δαπανάται σε μετοχές ή ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου, χρηματοδοτεί τις ΗΠΑ και επιτρέπει στις εταιρείες και την κυβέρνησή τους να λαμβάνουν χρηματοδότηση με χαμηλότερο κόστος από ό,τι θα έκαναν διαφορετικά χωρίς αυτήν την εισροή ευρωπαϊκού κεφαλαίου στην Αμερική», προσθέτουν οι ίδιες πηγές.

Δυσκολίες για την «πώληση»

Όπως λέει ο Γιώργος Σαραβέλος, ένας από τους κορυφαίους οικονομολόγους της Deutsche Bank, «η Ευρώπη κατέχει τη Γροιλανδία και κατέχει επίσης μεγάλο αριθμό ομολόγων του Δημοσίου». «Περάσαμε το μεγαλύτερο μέρος του 2025 υποστηρίζοντας ότι, παρά την στρατιωτική και οικονομική τους ισχύ, οι ΗΠΑ έχουν μια βασική αδυναμία: εξαρτώνται από άλλους για να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους μέσω μεγάλων εξωτερικών ελλειμμάτων. Η Ευρώπη, από την άλλη πλευρά, είναι ο μεγαλύτερος δανειστής των ΗΠΑ: Οι ευρωπαϊκές χώρες κατέχουν τουλάχιστον οκτώ τρισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα και μετοχές, σχεδόν διπλάσια από ό,τι ο υπόλοιπος κόσμος μαζί», υποστηρίζει ο Ελληνας ειδικός της Deutsche Bank. Η αλήθεια είναι ότι η Ευρώπη δεν μπορεί εύκολα να ενεργοποιήσει το πρόγραμμα «Πουλήστε Αμερική».

Τα περισσότερα από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία κατέχονται από ιδιωτικά κεφάλαια εκτός κυβερνητικού ελέγχου και, σε κάθε περίπτωση, ένα τέτοιο μέτρο πιθανότατα θα έβλαπτε και τους Ευρωπαίους επενδυτές. Επομένως, οι περισσότεροι στρατηγικοί αναλυτές πιστεύουν ότι είναι απίθανο να φτάσουν σε τέτοια άκρα, δεδομένης της ευρείας απροθυμίας τους να αντιμετωπίσουν τον Τραμπ από την επιστροφή του στην εξουσία πριν από ένα χρόνο.