Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους*
Εισαγωγή
Η αμερικανική εμπλοκή στη Βενεζουέλα και, ευρύτερα, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δεν συνιστούν μεμονωμένα φαινόμενα διεθνούς αστάθειας. Αντιθέτως, καταδεικνύουν ότι το διεθνές σύστημα εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου επανέρχεται η λογική των «σφαιρών επιρροής» και ενισχύεται η ισχύς μεγάλων αλλά και περιφερειακών δυνάμεων. Το σύστημα τείνει να μετακινηθεί από την κυριαρχία της θεσμικής νομιμότητας προς μια περισσότερο ωμή, ρεαλιστική γεωπολιτική πραγματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, οι εξελίξεις στη Λατινική Αμερική και οι στρατηγικές επιδιώξεις της κυβέρνησης Τραμπ σε άλλες περιοχές του πλανήτη συνδέονται άμεσα με όσα διαμορφώνονται στην Ανατολική Μεσόγειο, συγκροτώντας ένα ευρύτερο διεθνές πρότυπο που αφορά και την Κύπρο.
Θεωρίες και αντιλήψεις
Η πραγματικότητα αυτή ανακαλεί τη θουκυδίδεια προσέγγιση ότι οι ισχυροί επιβάλλουν τη βούλησή τους ενώ οι αδύναμοι καλούνται να προσαρμοστούν (416 π.χ.), παραπέμπει στη χομπσιανή αντίληψη περί διεθνούς «κατάστασης ανασφάλειας» (1651) και συνδέεται με τη σκέψη του Χέρμπερτ Σπένσερ περί «επιβίωσης του ισχυρότερου» (1864). Παράλληλα, αναβιώνει — όχι κατ’ ανάγκην ως επίσημη διακήρυξη, αλλά ως νοοτροπία — η λογική του Δόγματος Μονρόε, σύμφωνα με την οποία μεγάλες δυνάμεις θεωρούν συγκεκριμένες γεωγραφικές ζώνες ως προνομιακούς χώρους συμφερόντων και επιρροής, αποθαρρύνοντας την παρέμβαση τρίτων.
Η αντίληψη αυτή δεν είναι άγνωστη στη διεθνή πολιτική. Ιστορικά εμφανίστηκε σε πολλές περιπτώσεις, είτε ρητά είτε de facto. Η εξέλιξη του Δόγματος Μονρόε (1823) στις ΗΠΑ κατά τις αρχές του 20ού αιώνα, μέσω του Roosevelt Corollary, μετέτρεψε τη λογική αποτροπής ξένης ανάμιξης (κυρίως ευρωπαϊκής) στη Λατινική Αμερική σε δικαίωμα ενεργητικής παρέμβασης των Αμερικανών στις χώρες της περιοχής αυτής. Αντίστοιχα, κατά την περίοδο της ΕΣΣΔ, το «Δόγμα Μπρέζνιεφ» (1968) υποστήριζε ότι τα κράτη του ανατολικού συνασπισμού δεν έπρεπε να παρεκκλίνουν από τη σοβιετική σφαίρα επιρροής. Στη σύγχρονη εποχή, παρόμοιες λογικές επανεμφανίζονται, τόσο στη ρωσική στρατηγική έναντι της Ουκρανίας, όσο και στη στάση της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα, καθώς και — με διαφορετικούς όρους — στη διεκδικητική περιφερειακή πολιτική της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ανατολική Μεσόγειος
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ανατολική Μεσόγειος συνιστά σήμερα έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο γεωπολιτικό χώρο, όπου συνυπάρχουν ενεργειακές προοπτικές, ανταγωνισμοί ισχύος, εκκρεμή εθνικά ζητήματα και κρίσιμες υποθέσεις ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η Κυπριακή Δημοκρατία: ένα μικρό κράτος με ανοιχτό ζήτημα ξένης κατοχής και αμφισβητούμενης κυριαρχίας από την Τουρκία, αλλά ταυτόχρονα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με κομβική γεωγραφική θέση και σημαντικές ενεργειακές δυνατότητες.
Παράλληλα, η Τουρκία, με τη συστηματική αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη διεκδίκηση ρόλου ρυθμιστή στην περιοχή, λειτουργεί με βάση τη λογική των σφαιρών επιρροής. Η επίσημη ρητορική περί «Γαλάζιας Πατρίδας» καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για συγκυριακή τακτική αλλά για σταθερή στρατηγική αντίληψη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Κύπρος για σκοπούς ασφάλειας της δεν μπορεί να περιορίζεται σε μια πολιτική αποκλειστικής επίκλησης του διεθνούς δικαίου, αγνοώντας τις υπόλοιπες παραμέτρους ισχύος που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο διεθνές σύστημα. Το διεθνές δίκαιο αποτελεί βεβαίως θεμελιώδη πυλώνα, ωστόσο όταν αμφισβητείται συστηματικά, καθίσταται αναγκαία η ενίσχυση και άλλων συμπληρωματικών μηχανισμών πολιτικής και ασφάλειας.
Η Κύπρος: Άξονες Στρατηγικής
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, μια πραγματιστική ανάγνωση του διεθνούς περιβάλλοντος αναδεικνύει την ανάγκη διαμόρφωσης μιας συνεκτικής κυπριακής στρατηγικής με τρεις κύριους άξονες.
Πρώτον, απαιτείται ενίσχυση των αποτρεπτικών ικανοτήτων και της θεσμικής ισχύος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό πρέπει επιμελώς να μην ταυτίζεται με μιλιταρισμό, αλλά με την καλλιέργεια σύγχρονων αντιλήψεων ασφάλειας, την εμβάθυνση συνεργασιών με κράτη που συμμερίζονται την ανάγκη σταθερότητας και την ενεργό συμμετοχή σε περιφερειακούς μηχανισμούς. Η Κύπρος οφείλει να εμφανίζεται ως παράγοντας σταθερότητας και όχι ως παθητικός αποδέκτης εξελίξεων.
Δεύτερον, κρίσιμο και σοβαρό εργαλείο είναι η ρεαλιστική και στρατηγική αξιοποίηση των ενεργειακών πόρων. Τα κοιτάσματα δεν διασφαλίζουν αυτομάτως ασφάλεια· μπορούν, ωστόσο, να προσδώσουν γεωπολιτικό πλεονέκτημα εφόσον ενταχθούν σε πολυεπίπεδα σχήματα συνεργασίας με ισχυρά κράτη και ευρωπαϊκούς μηχανισμούς. Όσο περισσότεροι διεθνείς δρώντες έχουν ουσιαστικό συμφέρον στη σταθερότητα της κυπριακής ΑΟΖ, τόσο πιο δύσκολη καθίσταται η αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τρίτον, απαιτείται πολυδιάστατη ευρωπαϊκή και περιφερειακή διπλωματία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρότι δεν διαθέτει πλήρη στρατιωτική διάσταση, ασκεί σημαντική πολιτική και οικονομική ισχύ. Στόχος πρέπει να είναι η ανάδειξη του Κυπριακού και της ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου ως ζητημάτων ευρωπαϊκής στρατηγικής σημασίας και όχι ως στενά διμερών προβλημάτων της Λευκωσίας. Η ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ από την Κύπρο παρέχει ευκαιρία ανάπτυξης πρωτοβουλιών προς αυτή την κατεύθυνση. Παράλληλα, η Κύπρος δύναται να ενισχύσει τον ρόλο της ως ανθρωπιστικού και επιχειρησιακού κόμβου, αυξάνοντας τη διεθνή της χρησιμότητα και πολιτική βαρύτητα.
Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας, από τη Βενεζουέλα έως την Ανατολική Μεσόγειο διαμορφώνεται μια διεθνής πραγματικότητα στην οποία επανέρχεται στο προσκήνιο η λογική ισχύος και σφαιρών επιρροής. Σε αυτό το περιβάλλον, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν διαθέτει την πολυτέλεια να περιορίζεται στη νομική της ορθότητα ή στην προσδοκία αυτόματης διεθνούς στήριξης. Αντιθέτως, χρειάζεται μια έξυπνη, πολυεπίπεδη και ρεαλιστική στρατηγική, που θα συνδυάζει διεθνές δίκαιο, αποτροπή, ενεργειακή αξιοποίηση, ευρωπαϊκή ενσωμάτωση και περιφερειακές συνεργασίες. Μόνο έτσι η Κύπρος μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις προκλήσεις της νέας εποχής ισχύος και να διασφαλίσει ρόλο σταθερού και αναγκαίου παράγοντα στην Ανατολική Μεσόγειο.
*Πρώην Βουλευτή, Ειδικού σε Θέματα Άμυνας και Στρατηγικής,
Επικεφαλής του ΚΚΣΜ



