Ανδρέας Πουλλικκάς*
Η Κύπρος, ως μοναδικό κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραμένει ενεργειακά απομονωμένο, αντιμετωπίζει επιτακτική ανάγκη για μια ολοκληρωμένη εθνική ενεργειακή στρατηγική, η οποία θα βασιστεί στην αξιοποίηση των φυσικών της πόρων, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και της περιφερειακής συνεργασίας. Αυτή η στρατηγική δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά αναγκαιότητα, δεδομένης της υψηλής εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, των γεωπολιτικών εντάσεων και των κλιματικών δεσμεύσεων της ΕΕ.
Ωστόσο, παρά τις διακηρυγμένες σκοπιμότητες και τους φιλόδοξους σχεδιασμούς, η κυπριακή πολιτεία αντιμετωπίζει μια διαχρονική αδυναμία στην υλοποίηση μιας συνεπούς ενεργειακής πολιτικής. Η ιστορία της εισαγωγής φυσικού αερίου στην Κύπρο αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα αυτής της διαδρομής αποτυχιών και καθυστερήσεων, η οποία έχει κοστίσει ανυπολόγιστα στην κυπριακή οικονομία και στην ενεργειακή ασφάλεια του νησιού. Η αποτυχία αυτή οφείλεται πρωτίστως στη διαχρονική αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί έργα υποδομής μεγάλης κλίμακας. Ο κρατικός μηχανισμός επέδειξε αναρχία στην εκτέλεση των αποφάσεων, στοιχεία που λειτουργούν αποτρεπτικά για την υλοποίηση οποιουδήποτε στρατηγικού έργου. Οι διαδοχικές κυβερνήσεις δεν κατόρθωσαν να λάβουν δεσμευτικές αποφάσεις, μαζί με την πρόβλεψη των συνεπειών από τη μη εφαρμογή τους, να διατηρήσουν σταθερές πολιτικές κατευθύνσεις ή να δεσμευτούν σε μακροπρόθεσμα σχέδια ενεργειακής ανάπτυξης που θα υπερέβαιναν την πενταετή θητεία της εκάστοτε κυβέρνησης. Αυτή η κατάσταση είχε ως συνέπεια τη σταδιακή υποχώρηση από τον αρχικό προγραμματισμό και μετέπειτα την εγκατάλειψη των ενεργειακών πολιτικών που θα μπορούσαν να μετασχηματίσουν τη χώρα μας.
Το κόστος αυτής της αποτυχίας είναι τραγικό και πολυδιάστατο. Πέραν του άμεσου οικονομικού κόστους, η ανυπαρξία φυσικού αερίου στο ενεργειακό μίγμα της Κύπρου έχει δημιουργήσει βαθύ πρόβλημα ενεργειακής ασφάλειας. Η χώρα παραμένει εξαρτημένη από υγρά καύσιμα που εισάγονται με κόστος που υπόκειται στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών, έχοντας ελάχιστα περιθώρια χειρισμού. Η διαχρονική αποτυχία στην εισαγωγή φυσικού αερίου συνέπεσε με καθυστερήσεις και σε άλλα κρίσιμα έργα, όπως η καθυστέρηση στην ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, η υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης Great Sea Interconnector (GSI), η αναβολή της αξιοποίησης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και η απουσία σαφούς ρόλου της Κύπρου ως ενεργειακού κόμβου. Η αδυναμία του κράτους αποτελεί μεγαλύτερο πρόβλημα από τις εξωγενείς γεωπολιτικές προκλήσεις, είναι ένα εγγενές δομικό πρόβλημα που υπονομεύει κάθε εθνική ενεργειακή στρατηγική.
Οι γεωπολιτικές προκλήσεις εντείνουν την επείγουσα ανάγκη για μια ισχυρή μακροπρόθεσμη ολοκληρωμένη εθνική ενεργειακή στρατηγική, ιδιαίτερα απέναντι στην πολυδιάστατη ενεργειακή στρατηγική της Τουρκίας, η οποία περιλαμβάνει μαζικές επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές, πυρηνική ενέργεια και αγωγούς, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητεί την κυπριακή αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) μέσω παράνομων παρεμβάσεων σε ερευνητικές δραστηριότητες. Αυτές οι ενέργειες όχι μόνο εμποδίζουν την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και καθυστερούν κρίσιμα έργα όπως η ηλεκτρική διασύνδεση μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, η οποία θα έλυνε την ενεργειακή απομόνωση της χώρας μας. Χωρίς διασυνδέσεις, η Κύπρος υφίσταται παρεκκλίσεις από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς της ενιαίας αγοράς ηλεκτρισμού, με αποτέλεσμα υψηλότερα κόστη και αυξημένους κινδύνους διακοπών τροφοδοσίας, κάτι που πλήττει την οικονομία και την ανταγωνιστικότητα.
Η περιφερειακή συνεργασία αναδεικνύεται ως η βέλτιστη στρατηγική απάντηση σε αυτές τις προκλήσεις, με την τριμερή πρωτοβουλία Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ, που ενισχύεται από τις ΗΠΑ, να λειτουργεί ως πυλώνας σταθερότητας και ανάπτυξης. Η ηλεκτρική διασύνδεση θα ενσωματώσει την Κύπρο στην εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού της ΕΕ, μειώνοντας δραστικά τα κόστη παραγωγής και εισαγωγών υγρών καυσίμων, ενώ θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για εξαγωγές. Σημαντική είναι επίσης η δυνατότητα αξιοποίησης του φυσικού αερίου της περιοχής ως μεταβατική λύση για τη μετάβαση στο υδρογόνο έως το 2050, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη σταθερότητα της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας.
Μια ολοκληρωμένη εθνική ενεργειακή στρατηγική θα καθορίσει φιλόδοξους αλλά εφικτούς στόχους για την εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε όλους τους ενεργειακούς τομείς με σκοπό την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητες της Κύπρου. Στον τομέα του ηλεκτρισμού, απαιτείται δραστική αύξηση της διείσδυσης φωτοβολταϊκών και αιολικών συστημάτων σε συνδυασμό με ευφυή δίκτυα και εκτεταμένη αποθήκευση, ώστε να διασφαλίζεται η ευστάθεια του συστήματος και η μείωση της εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα. Στις μεταφορές, η στρατηγική θα πρέπει να προωθεί την ηλεκτροκίνηση ιδιωτικών και δημόσιων οχημάτων, την ανάπτυξη υποδομών φόρτισης σε όλη την επικράτεια, καθώς και τη σταδιακή εισαγωγή πράσινων καυσίμων, όπως το πράσινο υδρογόνο και τα συνθετικά καύσιμα, για βαριές οδικές, θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές. Στον τομέα της θέρμανσης και ψύξης, οι πολιτικές θα πρέπει να δώσουν έμφαση στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, στην εκτεταμένη χρήση αντλιών θερμότητας και ηλιοθερμικών συστημάτων θέρμανσης, καθώς και στην αξιοποίηση απορριπτόμενης θερμότητας σε βιομηχανικές εφαρμογές.
Καθοριστικής σημασίας είναι επίσης η ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης ενέργειας, τόσο σε επίπεδο δικτύου όσο και σε αποκεντρωμένες εφαρμογές, μέσω συστημάτων μπαταριών, αντλησιοταμίευσης και μελλοντικά μέσω παραγωγής και αποθήκευσης πράσινου υδρογόνου. Το υδρογόνο μπορεί να λειτουργήσει ως μακροπρόθεσμο μέσο αποθήκευσης και καύσιμο μηδενικών εκπομπών για βιομηχανία, μεταφορές και ηλεκτροπαραγωγή, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα και την ευελιξία του ενεργειακού συστήματος της Κύπρου. Μια ολοκληρωμένη εθνική ενεργειακή στρατηγική θα ενσωματώσει επίσης πρωτοβουλίες όπως τον οικονομικό διάδρομο India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC) για διαμετακόμιση ενέργειας από την Ινδία και Μέση Ανατολή προς την ΕΕ, ενώ η ΕΕ οφείλει να ασκήσει διπλωματική πίεση για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και την προώθηση κοινών υποδομών.
Η ουσιαστική διαπίστωση είναι ότι το χάσμα ανάμεσα στους διακηρυγμένους ενεργειακούς στόχους της Κύπρου και στην πραγματική τους υλοποίηση παραμένει ιδιαίτερα μεγάλο. Η εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης εθνικής ενεργειακής στρατηγικής, με συνέπεια, σταθερή πολιτική βούληση και συστηματική παρακολούθηση, μπορεί να διασφαλίσει την ενεργειακή ασφάλεια, να στηρίξει τη βιώσιμη ανάπτυξη και να κλείσει τον μακρύ κύκλο αναποτελεσματικότητας που χαρακτηρίζει την ενεργειακή πολιτική της χώρας μας.
*Καθηγητής Ενεργειακών Συστημάτων
Frederick University



