Η υψηλή γεωστρατηγική αξία της Ελλάδας για τα αμερικανικά συμφέροντα ασφαλείας και οικονομίας στην Ανατολική Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή αναδεικνύεται μέσα από την επίσκεψη του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, στην Αθήνα, σύμφωνα με τον διεθνολόγο και Καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Μιχάλη Κοντό.
Σε δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ, ο κ. Κοντός σημείωσε ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις διανύουν περίοδο ιδιαίτερης ανάπτυξης εδώ και περίπου οκτώ χρόνια, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η σημασία τους υπερβαίνει το διμερές επίπεδο και εντάσσεται σε μια ευρύτερη περιφερειακή στρατηγική, στην οποία η Κύπρος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος.
Αναφερόμενος στη σημασία της επίσκεψης και στα μηνύματα που αυτή εκπέμπει, ο καθηγητής εξήγησε ότι η ανάδειξη των ενεργειακών ζητημάτων από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η ρήξη στις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ, η στροφή της Άγκυρας προς μια πιο ανεξάρτητη και λιγότερο προσανατολισμένη στη Δύση εξωτερική πολιτική, καθώς και η αστάθεια και οι πολεμικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, δημιούργησαν ευκαιρίες για την ανάπτυξη συνεργασιών σε περιφερειακό επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Κοντός ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στη συμμετοχή των ΗΠΑ στο σχήμα 3+1, στο οποίο συμμετέχουν η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στην ψήφιση του νόμου East Med Act το 2020, ένας από τους συντάκτες του οποίου ήταν ο τότε Γερουσιαστής Μάρκο Ρούμπιο.
Όπως ανέφερε, οι εξελίξεις αυτές αποτελούν σαφείς ενδείξεις της περιφερειακής διάστασης που έχουν αποκτήσει οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Ελλάδα και την Κύπρο. «Η Κύπρος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής της περιφερειακής ευθυγράμμισης», σημείωσε.
Ο κ. Κοντός εκτίμησε ότι «η Ελλάδα έχει πλέον αναδειχθεί στον στενότερο εταίρο των ΗΠΑ στην περιοχή και σε έναν αξιόπιστο σύμμαχο, με αξιόλογους συντελεστές ισχύος».
Εξήγησε ότι, πέραν από τη μετατόπιση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από το 2010 και έπειτα, «σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων διαδραμάτισαν η έξοδος της Ελλάδας από τη βαθιά οικονομική κρίση, η στρατιωτική της αναβάθμιση και η διπλωματική στάση που τηρεί τα τελευταία χρόνια έναντι περιφερειακών και ευρύτερων διεθνών ζητημάτων».
Παράλληλα, σημείωσε ότι «η στάση της Τουρκίας, ιδιαίτερα η αγορά των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400, συνέβαλε στην ενίσχυση της περιφερειακής ευθυγράμμισης» Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και ΗΠΑ. Στην ίδια κατεύθυνση, πρόσθεσε, λειτούργησε και η στάση της Ελλάδας και της Κύπρου απέναντι στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η Κύπρος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής της περιφερειακής συνεργασίας, η οποία διαμορφώθηκε μέσα από τις ενεργειακές εξελίξεις, τις μεταβολές στις σχέσεις μεταξύ των κρατών της περιοχής και τις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις.
Η σημασία της επίσκεψης Ρούμπιο, επομένως, δεν περιορίζεται στις διμερείς σχέσεις Αθήνας και Ουάσιγκτον, αλλά συνδέεται και με τον ευρύτερο ρόλο που καλείται να διαδραματίσει η Ελλάδα στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας και συνεργασίας.
Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών δεν έδωσε συγκεκριμένη απάντηση όταν ρωτήθηκε για τον Great Sea Interconnector (GSI), ο κ. Κοντός ανέφερε ότι αντιλαμβάνεται πως ακολούθησε πιο ισχυρή τοποθέτηση σε συνέντευξη την επόμενη ημέρα.
Ωστόσο, όπως σημείωσε, δεν τον εκπλήσσει «η προσπάθεια των ΗΠΑ να τηρούν ίσες αποστάσεις σε ζητήματα που τροφοδοτούν σε επίπεδο ρητορικής την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση».
Κατά την εκτίμησή του, «ο ρόλος και η συνεισφορά της Ουάσιγκτον στην προσπάθεια ανάπτυξης του έργου μπορούν να εκδηλωθούν κυρίως μέσω της διπλωματικής διαμεσολάβησης», καθώς οι ΗΠΑ δεν αποτελούν άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το επίπεδο των σχέσεων ΗΠΑ-Ελλάδας, σε συνδυασμό με τη σημασία που αποδίδει η Αθήνα στον GSI και τη βούλησή της να προχωρήσει στην ολοκλήρωσή του, ενδέχεται να επηρεάσουν τη στάση που θα τηρήσει η Ουάσιγκτον στο πλαίσιο της διπλωματίας.
Όπως ανέφερε, «οι παράγοντες αυτοί μπορεί να διαδραματίσουν ρόλο στις διαβουλεύσεις που πραγματοποιούνται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ακόμη και αν οι δημόσιες τοποθετήσεις των Αμερικανών αξιωματούχων δεν αποτυπώνουν πάντοτε συγκεκριμένη θέση».
Ερωτηθείς αν διαπιστώνει κάποια νέα προσέγγιση στον τρόπο με τον οποίο βλέπουν οι ΗΠΑ τις διεθνείς σχέσεις, ο κ. Κοντός είπε πως κατά τη δεύτερη θητεία του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις σε αρκετά ζητήματα διεθνούς πολιτικής.
Ως μία από τις σημαντικότερες ανέφερε την εξισορρόπηση της αμερικανικής στάσης απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία προς όφελος της Μόσχας, επισημαίνοντας ότι οι ΗΠΑ δεν εμφανίζονται πλέον ως ένθερμος υποστηρικτής του Κιέβου όσο κατά την προεδρία του Τζο Μπάιντεν.
Παράλληλα, διαπιστώνει «μεγαλύτερη διάθεση της κυβέρνησης Τραμπ να ασχοληθεί εντονότερα με ζητήματα που αφορούν το Δυτικό Ημισφαίριο». Ως ενδεικτικά παραδείγματα ανέφερε τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, τη συμφωνία για τη Γροιλανδία και την πίεση που ασκείται στην Κούβα.
Όπως εξήγησε, οι κινήσεις αυτές καταδεικνύουν την αυξημένη προτεραιότητα που αποδίδει η Ουάσιγκτον στην περιοχή της αμερικανικής ηπείρου.
Κατά τον κ. Κοντό, εκείνο που καθιστά λιγότερο σαφές το συνολικό δόγμα εξωτερικής πολιτικής της δεύτερης θητείας Τραμπ είναι η επίθεση κατά του Ιράν και η κρίση στο Στενό του Ορμούζ.
Όπως ανέφερε, «η εξέλιξη αυτή έρχεται σε αντίθεση με την υπόσχεση του Αμερικανού Προέδρου ότι κατά τη δεύτερη θητεία του θα ενεργούσε ως ειρηνοποιός», ενώ, ταυτόχρονα, έχει εμπλέξει τις ΗΠΑ σε μια νέα περιπέτεια στη Μέση Ανατολή.
Ο καθηγητής υπενθύμισε ότι ήδη από το 2011 καταγραφόταν μια μακρά τάση αμερικανικής απεμπλοκής από την περιοχή, εκτιμώντας ότι η εμπλοκή στην κρίση με το Ιράν διαφοροποιεί αυτή την πορεία και δημιουργεί νέα δεδομένα για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Παρά τις εξελίξεις αυτές, πάντως, ο κ. Κοντός δεν διακρίνει, μέχρι στιγμής, ενδείξεις αλλαγής της αμερικανικής προσέγγισης έναντι της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ.
Όπως σημείωσε, «παρά τις συχνές εκδηλώσεις φιλικής διάθεσης του Προέδρου Τραμπ προς τον Τούρκο ομόλογό του, δεν φαίνεται να έχει μεταβληθεί η προαναφερθείσα περιφερειακή ευθυγράμμιση».
Η διαπίστωση αυτή, είπε, αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Αθήνα και τη Λευκωσία, καθώς υποδηλώνει ότι οι ευρύτερες μεταβολές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν έχουν, μέχρι τώρα, ανατρέψει το πλαίσιο συνεργασίας που έχει διαμορφωθεί στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο κ. Κοντός αναφέρθηκε, τέλος, στη στρατηγική των ΗΠΑ για την εξισορρόπηση της κινεζικής ισχύος, η οποία, όπως είπε, παραμένει σταθερή, αν και εκδηλώνεται με μικρότερη ένταση.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται την Κίνα ως το αντίπαλο δέος σε επίπεδο διεθνούς συστήματος και ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο δυνάμεων αναμένεται να απασχολεί συχνά τη διεθνή πολιτική τα επόμενα χρόνια.
Επεσήμανε, μάλιστα, ότι ο ανταγωνισμός αυτός μπορεί να εκδηλώνεται και με έμμεσους ή λιγότερο εμφανείς τρόπους, φέρνοντας ως παράδειγμα τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, την οποία συνέδεσε και με την αυξανόμενη επιρροή του Πεκίνου στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Πηγή: ΚΥΠΕ



