Τι έμαθαν οι επενδυτές στο εξάμηνο της πανδημίας

 

του Michael Mackenzie

Έχουν περάσει έξι μήνες από τότε που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κήρυξε πανδημία κορωνοϊού. Οι επενδυτές θα πρέπει να δουν πώς έχουν τα πράγματα. Αντί να βλέπουν απλά τον κόσμο με δυαδικούς όρους – η τεχνολογία από τη μία και όλα τα άλλα από την άλλη, ή η Wall Street από τη μία και ο κόσμος από την άλλη- θα πρέπει να εξετάσουν τα μαθήματα που δόθηκαν από το πρώτο κεφάλαιο της εποχής Covid-19.

Ένα ξεκάθαρο μήνυμα είναι πως δεν έχει νόημα να προσπαθείς να πολεμήσεις τις κεντρικές τράπεζες και τον πακτωλό ρευστότητάς τους. Οι υπέρμαχοι του momentum trading, ή της αγοράς τίτλων που συνεχίζουν να ανατιμώνται, έχουν ευημερήσει αναλόγως. Αυτή η στρατηγική υπήρξε ιδιαίτερα ευεργετική για τις εταιρείες με ισχυρή προοπτική ανάπτυξης και ισχυρούς ισολογισμούς, καθώς και για τα μακράς λήξεως ομόλογα. Ένα τέτοιο μείγμα τίτλων δεν είναι «bullish», καθώς αντανακλά μια ζοφερή πρόγνωση για την οικονομική ανάκαμψη και για μικρές πληθωριστικές πιέσεις.

Αντιθέτως, η αγορά Covid-19 δεν υπήρξε καλή απέναντι σε επενδυτές που γύρισαν την πλάτη σε ομόλογα με μακροχρόνια ωρίμανση, ή που τους προσέλκυσαν κάποιες από τις φθηνές αποτιμήσεις που βρίθουν στις ΗΠΑ και στις παγκόσμιες αγορές μετοχών, σε τομείς όπως ο χρηματοοικονομικός, η αναψυχή, οι μεταφορές, η ενέργεια, η βιομηχανία.

Επενδυτές που ήλπιζαν σε ανάκαμψη της ανάπτυξης και του πληθωρισμού η οποία θα μπορούσε να δώσει ώθηση σε τίτλους όπως αυτοί, μπορεί να χρειαστεί να περιμένουν αρκετό καιρό ακόμα. Το τελευταίο outlook της Federal Reserve προβλέπει πως τα επιτόκια θα παραμείνουν στον «πάτο» τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2023. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ δεν περιμένει ο δομικός πληθωρισμός να αυξηθεί στο 2% και ο πληθωρισμός να μειωθεί στο 4% μέχρι τότε. Αυτό ανεβάζει τον πήχη σημαντικά για την οποιαδήποτε επιστροφή σε υψηλότερα επιτόκια.

Ένα θετικό σημείο είναι πως καταναλωτές και επιχειρήσεις συνεχίζουν να αποταμιεύουν ρευστό για «μαξιλάρι», χρήματα που κάποια στιγμή θα ξοδέψουν. Οι αγορές οικιστικών κατοικιών επίσης τονώνονται από την πανδημία, η οποία έχει αυξήσει την επιθυμία πολλών ιδιοκτητών κατοικιών για μεγαλύτερο χώρο. Η Lisa Shalett, chief investment officer της Morgan Stanley Wealth Management, σημειώνει πως οι ΗΠΑ έχουν 15 χρόνια να δουν τόσο «εύρωστη» αγορά κατοικιών.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει να εξετάσουν οι επενδυτές, είναι εάν θα μειωθεί η ικανότητα των κεντρικών τραπεζών. Δεδομένου ότι τα επιτόκια αγγίζουν το μηδέν, υπάρχει περιορισμένο περιθώριο για περαιτέρω τόνωση στην περίπτωση που καταρρεύσει και πάλι η οικονομία. Μπορεί να εξαρτάται από τη δημοσιονομική πολιτική και όχι τη νομισματική πολιτική να καλλιεργηθούν προσδοκίες για μια μελλοντική αναθέρμανση της οικονομίας.

Όμως η κα Shalett σημειώνει μια σημαντική διαφορά, όταν εξετάζονται οι πληθωριστικές πιέσεις της τελευταίας δεκαετίας. Η πίεση αυτή αντανακλούσε την «επιθετική απομόχλευση των τραπεζών και νοικοκυριών –δυο παράγοντες που δεν εμφανίζονται σήμερα».

Η αμερικανική αγορά ομολόγων εξακολουθεί να προσδοκά πως τις επόμενες τρεις δεκαετίες ο πληθωρισμός θα είναι γύρω στο 1,75%. Όμως ακόμα και μια μέτρια μεταβολή πέραν του 2% θα μπορούσε να έχει πραγματικές επιπτώσεις στις χρηματαγορές, προκαλώντας αναταράξεις στις πλούσια αποτιμημένες τεχνολογικές μετοχές και τα μακροπρόθεσμα ομόλογα.

Ένας θόρυβος στην αγορά περί «επιστροφής του πληθωρισμού» θα εντείνονταν, και θα οδηγούσε σε απότομη αντίδραση πολλών επενδυτών. Ήδη υπάρχει κάποιος φόβος. Ο Ian Harnett, συνιδρυτής της Absolute Strategy Research, δηλώνει πως πολλοί πελάτες ρωτούν τι μπορεί να διαταράξει χαρτοφυλάκια που είναι ήδη βαριά σταθμισμένα προς τις αναπτυξιακές μετοχές. Προσθέτει πως πολλοί αναζητούν τρόπους να προστατευθούν από μια σημαντική αύξηση της οικονομικής ανάπτυξης και του πληθωρισμού, όπως αυξάνοντας την έκθεσή τους σε αναδυόμενες αγορές ή σε παραγωγούς εμπορευμάτων.

Τα καλά νέα είναι πως υπάρχουν διαθέσιμες ευκαιρίες, αν η παγκόσμια οικονομική παραγωγή πράγματι αυξηθεί ταχύτερα του αναμενόμενου το 2021 και ύστερα.

Το χάσμα μεταξύ των αποτιμήσεων των τεχνολογικών μετοχών και των μετοχών του χρηματοοικονομικού τομέα, για παράδειγμα, βρίσκεται στο μεγαλύτερο σημείο των τελευταίων σχεδόν 20 ετών. Οι τράπεζες αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα, φυσικά, περιλαμβανομένης της αύξησης των «κόκκινων» δανείων, ωστόσο ο κλάδος είναι πολύ ισχυρότερος σε όρους κεφαλαίου απ’ ότι ήταν το 2008. Ο κ. Harnett σημειώνει πως οι φθηνά αποτιμημένες τράπεζες έχουν ιστορικά προσφέρει «σημαντική προστασία για τους equity managers όταν κατά το παρελθόν αυξήθηκαν οι πληθωριστικοί κίνδυνοι».

Φυσικά, μόνο να μαντέψει μπορεί κανείς το πότε θα υπάρξει στροφή. Κανένας επενδυτής δεν μπορεί να πει ποτέ πως έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στο οικονομικό και χρηματοπιστωτικό outlook, πόσω μάλλον σε περίοδο παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης. Όπως οι οικονομίες, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά προσαρμόζονται στη ζωή με την Covid-19, και περιμένουν νεότερα για τους εμβολιασμούς, το ίδιο θα πρέπει να κάνουν και οι επενδυτές.

Για την ώρα, οι σημαντικοί τίτλοι που θα πρέπει να παρακολουθούμε –τα μακροχρόνιας λήξεως ομόλογα για αύξηση αποδόσεων και τις μετοχές για μια ευρύτερη ανάκαμψη πέραν του τωρινού στενού εύρους των κερδισμένων- βρίσκονται στο περιθώριο. Είναι όμως έτοιμοι να «απογειωθούν», δημιουργώντας ευκαιρίες για επενδυτές που έχουν τον χρόνο με το μέρος τους για να προσαρμόσουν τα χαρτοφυλάκιά τους.

Πηγη: euro2day.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ