Καθαρή και στεντόρεια φωνή, βαθύ βλέμμα, βιωματικό παίξιμο, ηθικός και ταπεινός χαρακτήρας. Αυτά ήταν ορισμένα μόνο από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν και περιέγραφαν τον σπουδαίο Μάνο Κατράκη.
Ο κορυφαίος πρωταγωνιστής και θιασάρχης με τον αριστοκρατικό αέρα και την επιβλητική φυσιογνωμία, έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, πριν 42 χρόνια. Συγκεκριμένα, ήταν 02 Σεπτεμβρίου 1984, όταν ο κύκλος της ζωής του Μάνου Κατράκη έκλεισε στα 76 του χρόνια μετά από μάχη, με τον καρκίνο του πνεύμονα.
Αυτός ο κύκλος όμως, δεν ήταν εύκολος. Ο διανοητής της τέχνης και των γραμμάτων, με την αξιοσημείωτη παρουσία στον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο βίωσε δύσκολα χρόνια, έπεσε, ξανασηκώθηκε, στάθηκε στα πόδια του και απέδειξε πως το ήθος και την αξία του, ξανά και ξανά…
Όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί αυτή ήταν η στόφα ενός ανθρώπου που ποτέ δεν εγκατέλειψε τη ζωή και την Τέχνη του. Αυτός ήταν ο Μάνος Κατράκης.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια
Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στο Καστέλι Κισσάμου της Κρήτης, το 1908, και ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Ο ίδιος ο σπουδαίος ηθοποιός, σε συνεντεύξεις του δεν είχε κρύψει πως τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα και γεμάτα στερήσεις. Όταν, ήταν περίπου δέκα ετών, η μητέρα του με τα παιδιά μετακομίζει στην Αθήνα, ενώ ο πατέρας παρέμεινε στην Κρήτη και έστελνε χρήματα στην οικογένειά του όποτε μπορούσε. Τα πρώτα χρόνια ήταν ιδιαίτερα δύσκολα για την οικογένεια καθώς, εκτός από τις κακουχίες, τα προβλήματα της καθημερινότητας και τη φτώχεια, η οικογένεια είχε να αντιμετωπίσει και τον κοινωνικό διχασμό της εποχής.
«Δύσκολα, πολύ δύσκολα χρόνια και για την οικογένειά μου και για μένα και γενικά για τη ζωή. Θυμάμαι, τα βενιζελοβασιλικά. Τη διχόνοια πάλι του λαού μας, σχεδόν ένας εμφύλιος πόλεμος. Περάσαμε πάρα πολύ δύσκολα με τη μάνα μου, τα πρώτα χρόνια, και τις τρεις αδερφές μου. Και το κυριότερο γιατί ήμαστε από την Κρήτη και το μένος των βασιλικών για τους βενιζελικούς ήταν κάτι το αδιανόητο σε βαθμό που πήγαινε η μητέρα μου να πάρει το ψωμί από ένα φούρνο της οδό Χαριλάου Τρικούπη και την έδιωχναν με τα χειρότερα λόγια και βρισιές» είχε αναφέρει ο ίδιος ο Μάνος Κατράκης σε συνέντευξή του στην τηλεόραση της ΕΡΤ.
Από νεαρή ηλικία, κατάλαβε τι σημαίνει «προστάτης της οικογένειας» αφού ο πατέρας του ήταν στην Κρήτη, ενώ ο αδερφός του είχε ξενιτευτεί στην Αμερική. Ο νεαρός Μάνος, αναλαμβάνει να είναι ο «άνδρας του σπιτιού» κατά τα πρότυπα της εποχής και να προστατεύσει τόσο τη μητέρα του όσο και τις τρεις αδερφές του.
Τα χρόνια όμως ήταν τόσο σκληρά, που όπως έχει αφηγηθεί ο ίδιος, δεν είχε την πολυτέλεια να έχει ούτε ένα δικό του παιχνιδάκι με αποτέλεσμα να ζηλεύει τα παιδάκια που είχαν.
Την 1η Ιανουαρίου 1975, ο Μάνος Κατράκης αφηγείται, τη μια και μοναδική φορά που απέκτησε δικά του παιχνίδια. Όχι με αφορμή κάποια γενέθλια ή κάποια γιορτή. Αλλά, γιατί ήταν βαριά άρρωστος σε ηλικία μόλις 11 ετών. Μάλιστα, παραδέχεται πως στην ώριμη ζωή του δεν έχει να θυμηθεί καμία ευτυχισμένη Πρωτοχρονιά.
«Δεν μπορώ να θυμηθώ καμία ευτυχισμένη Πρωτοχρονιά της ώριμης ζωής μου γι’ αυτό και θα γυρίσω στα παιδικά μου χρόνια, γιατί νομίζω ότι ο Άη Βασίλης είναι για τα παιδιά. Ζήλευα τα παιδιά της ηλικίας μου, όταν ήμουν 10-11 χρονών που είχαν δικά τους παιχνιδάκια ενώ εγώ δεν απόκτησα ποτέ δικό μου παιχνίδι, ούτε μια σβούρα. Εκτός από μια περίπτωση. Ήμουν άρρωστος θυμάμαι, είχα πνευμονία. Το πρωί της Πρωτοχρονιάς, την μέρα του Αη Βασιλιού, είδα πάνω από το κρεβάτι μου, ένα σπάγγο ανάμεσα στους δύο τοίχους και κρεμασμένα ένα μπαλόνι με χρωματιστές φέτες, ένα γιο γιο, δυο σβούρες και ένα δύο στρατιωτάκια. Η χαρά μου ήταν ανυπολόγιστη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την συγκίνηση που ένιωσα όταν κατάλαβα ότι ήταν δικά μου, ότι μου τα είχαν χαρίσει. Όσο για τις ευχές, δεν νομίζω ότι οι ευχές πιάνουν γι’ αυτό ας ελπίσουμε ότι οι εγκέφαλοι, που διευθύνουν τις τύχες της ανθρωπότητας, θα μπορέσουν επιτέλους να αφήσουν τους ανθρώπους λίγο ήσυχους, να πεθαίνουν λίγο ήσυχα και φυσιολογικά, και όχι με πολέμους, με λοιμούς, με καταποντισμούς και κατατρεγμούς» θα πει στην ΕΡΤ.
Στα νεανικά του χρόνια ασχολήθηκε θερμά με το ποδόσφαιρο, αγωνιζόμενος ως σέντερ μπακ. Αρχικά έπαιξε στον Κεραυνό Πολυγώνου και στη συνέχεια (από το 1920 έως το 1925-26) στον Αθηναϊκό, συμμετέχοντας στα πρωταθλήματα της Ε.Π.Σ.Α. Στα 17 του σπούδασε σε σχολή ασυρματιστών με σκοπό να μπει στο ναυτικό, όμως ένα ατύχημα της μητέρας του τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τα ναυτικά του σχέδια.



