Αυτή η διαφορά στον χρονικό ορίζοντα εξηγεί μεγάλο μέρος του παζαριού που προετοιμάζεται στην Ουάσιγκτον. Ο Αμερικανός πρόεδρος θέλει παραγγελίες, εξαγωγές και ορατά οφέλη για τους ψηφοφόρους. Ο Κινέζος ηγέτης επιδιώκει να περιορίσει την αβεβαιότητα στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, διατηρώντας χώρο για την ενίσχυση της οικονομίας και της τεχνολογικής ισχύος της χώρας του.
Στη δεύτερη συνάντησή τους φέτος, ύστερα από εκείνη στο Πεκίνο τον Μάιο, οι δύο ηγέτες έχουν ήδη ένα κοινό πρόβλημα: αρκετές από τις προηγούμενες δεσμεύσεις τους παραμένουν στα χαρτιά.
Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να εξασφαλίσει όσα χρειάζεται, παραχωρώντας τα λιγότερα από εκείνα που θεωρεί στρατηγικά αδιαπραγμάτευτα.
Η ημερομηνία που πιέζει το Πεκίνο
Σύμφωνα με τους Financial Times, η πιο επείγουσα προτεραιότητα του Σι είναι η παράταση της εμπορικής εκεχειρίας που συμφωνήθηκε στο Μπουσάν τον περασμένο Οκτώβριο, μετά τη σφοδρή δασμολογική σύγκρουση.
Η συμφωνία λήγει στις 10 Νοεμβρίου. Χωρίς ανανέωση, ανοίγει ο δρόμος για επαναφορά υψηλότερων δασμών και αυστηρότερων εξαγωγικών περιορισμών που είχαν ανασταλεί.
Οι προπαρασκευαστικές συνομιλίες δεν έλυσαν τη διαφωνία. Κατά τους FT, η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η Κίνα δεν έχει χαλαρώσει επαρκώς τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και απειλεί να δώσει παράταση μόνο έξι μηνών. Το Πεκίνο θέλει διάρκεια έως το τέλος της προεδρικής θητείας Τραμπ.
Το χάσμα είναι ουσιαστικό. Μια εξάμηνη ανανέωση διατηρεί τη διαπραγμάτευση διαρκώς ανοιχτή και την απειλή νέας κλιμάκωσης ενεργή. Μια πολυετής συμφωνία θα επέτρεπε στην Κίνα να σχεδιάζει με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Το χρειάζεται. Η παρατεταμένη κρίση ακινήτων επιβαρύνει την εγχώρια οικονομία, ενώ οι εξαγωγές εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμο στήριγμα. Οι FT αναφέρουν ότι το κινεζικό εμπορικό πλεόνασμα οδεύει προς νέο ρεκόρ, πάνω από τα 1,2 τρισ. δολάρια του 2025.
Η ισχυρή εξαγωγική επίδοση δίνει αντοχές στο Πεκίνο, αλλά ενισχύει και τις αντιδράσεις των εμπορικών του εταίρων.
Ο Τραμπ χρειάζεται παραγγελίες που να γίνουν πράξη
Για τον Αμερικανό πρόεδρο, οι αγορές αγροτικών προϊόντων και αεροσκαφών μπορούν να μεταφραστούν σε ένα εύληπτο πολιτικό μήνυμα: η πίεση προς την Κίνα αποδίδει δουλειές και εισόδημα στις ΗΠΑ.
Ο απολογισμός του Associated Press δείχνει, όμως, πόσο απέχουν οι ανακοινώσεις από την εφαρμογή.
Τον Μάιο, ο Λευκός Οίκος ανακοίνωσε κινεζική δέσμευση για τουλάχιστον 17 δισ. δολάρια αμερικανικών αγροτικών προϊόντων ετησίως, επιπλέον της προηγούμενης συμφωνίας για 25 εκατ. τόνους σόγιας. Η αμερικανική πλευρά υπολόγιζε συνολικές ετήσιες αγορές περίπου 30 δισ. δολαρίων.
Ωστόσο, η πρόβλεψη του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας για το δωδεκάμηνο που αρχίζει την 1η Οκτωβρίου περιορίζεται στα 21,5 δισ. δολάρια. Πρόκειται για εκτίμηση μελλοντικών αγορών, αλλά καταδεικνύει την απόσταση από τον πολιτικό στόχο.
Ανάλογη εκκρεμότητα υπάρχει στην Boeing. Τέσσερις μήνες μετά την υπόσχεση αγοράς 200 αεροσκαφών, οι παραγγελίες δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, σύμφωνα με το AP.
Για τον Τραμπ, επομένως, η πρόκληση είναι να μετατρέψει τις προηγούμενες υποσχέσεις σε μετρήσιμο αποτέλεσμα. Όσο πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές, τόσο μεγαλύτερη πολιτική αξία αποκτά μια ανακοίνωση με συγκεκριμένες ποσότητες και χρονοδιαγράμματα.

Πού μπορεί να κλείσει μια συμφωνία
Το πιθανότερο πεδίο προόδου βρίσκεται στην ενεργοποίηση ενός διμερούς Συμβουλίου Εμπορίου και στις αμοιβαίες μειώσεις δασμών για προϊόντα αξίας 30 δισ. δολαρίων προς κάθε κατεύθυνση — δύο πρωτοβουλίες που είχαν επίσης συμφωνηθεί τον Μάιο.
Κατά το AP, συζητούνται καταναλωτικά και αγροτικά αγαθά, ενεργειακά προϊόντα και ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός. Το τελικό εύρος μπορεί να είναι μικρότερο από την αρχική φιλοδοξία.
Ένα τέτοιο πακέτο προσφέρει οφέλη και στις δύο πλευρές: μεγαλύτερη πρόσβαση στην αγορά, δυνατότητα αύξησης εξαγωγών και περιορισμό του κόστους ορισμένων εισαγόμενων προϊόντων.
Στις επενδύσεις, αντίθετα, η δυσπιστία είναι βαθύτερη. Ο Τραμπ επιθυμεί νέα εργοστάσια στις ΗΠΑ, αλλά οι κινεζικές επενδύσεις προκαλούν αντιδράσεις για λόγους εθνικής ασφάλειας. Το Πεκίνο ανησυχεί τόσο για τη μεταφορά τεχνογνωσίας όσο και για την ασφάλεια των κεφαλαίων του.
Η αλληλεξάρτηση δημιουργεί κίνητρο συνεννόησης. Οι φόβοι για το ποιος θα αποκτήσει πλεονέκτημα περιορίζουν το εύρος της.
Οι σπάνιες γαίες απέναντι στην αμερικανική τεχνολογία
Το Πεκίνο διαθέτει ισχυρό διαπραγματευτικό μέσο στον εφοδιασμό με σπάνιες γαίες, κρίσιμες για την παραγωγή υψηλής τεχνολογίας. Η Ουάσιγκτον διαθέτει την πρόσβαση στην αγορά της και τους περιορισμούς στην προηγμένη τεχνολογία.
Η διάρκεια της εκεχειρίας συνδέεται ακριβώς με αυτή την ανταλλαγή: πόση εμπορική προβλεψιμότητα είναι διατεθειμένος να προσφέρει ο Τραμπ για πιο αξιόπιστες κινεζικές εξαγωγές κρίσιμων υλικών;
Η Wall Street Journal, σε κύριο άρθρο της, εισηγείται σκληρή στάση: πίεση για τερματισμό της χρήσης των σπάνιων γαιών ως μέσου εξαναγκασμού και αποφυγή νέων εξαγωγών προηγμένων τσιπ που θα επιτάχυναν την κινεζική πρόοδο.
Αυτή είναι η θέση της συντακτικής επιτροπής της εφημερίδας. Αναδεικνύει, πάντως, την πίεση που δέχεται ο Τραμπ να μη μετατρέψει μια εμπορική επιτυχία σε μακροπρόθεσμη στρατηγική παραχώρηση.

Η τεχνητή νοημοσύνη δοκιμάζει τα όρια της συνεργασίας
Η συμφωνία για διάλογο γύρω από την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης αποτελεί ένα από τα λίγα πεδία όπου διακρίνεται κοινό συμφέρον.
Σύμφωνα με το AP, οι ΗΠΑ έχουν προτείνει μηχανισμό ειδοποίησης για περιστατικά ΑΙ που μπορούν να επηρεάσουν την εθνική ασφάλεια. Οι FT αναφέρουν ότι προγραμματίζεται νέα συνάντηση για το θέμα σε δύο μήνες.
Ένας δίαυλος επικοινωνίας θα μπορούσε να βοηθήσει στην αντιμετώπιση μιας κρίσης και στην αποφυγή επικίνδυνων παρερμηνειών.
Το Πεκίνο, όμως, δεν θέλει η συζήτηση για την ασφάλεια να χρησιμοποιηθεί για να περιοριστεί η τεχνολογική του ανάπτυξη. Και η Ουάσιγκτον επιδιώκει να προστατεύσει το προβάδισμά της.
Η συνεργασία μπορεί συνεπώς να προχωρήσει στη διαχείριση κινδύνων, ενώ ο ανταγωνισμός για τις δυνατότητες της τεχνολογίας συνεχίζεται.
Το Ιράν ως πεδίο πίεσης και πιθανής μεσολάβησης
Ο πόλεμος στο Ιράν προσθέτει μια διαφορετική διαπραγμάτευση.
Οι FT καταγράφουν αυξανόμενη κινεζική ανησυχία για την ενεργειακή αναστάτωση και τη διάχυση της σύγκρουσης. Οι επαφές του Πεκίνου με την Τεχεράνη δημιουργούν δυνατότητα διπλωματικής παρέμβασης, χωρίς να εγγυώνται ότι η Κίνα μπορεί να εξασφαλίσει συμφωνία.
Η WSJ προσεγγίζει το ζήτημα από την αντίθετη πλευρά: ζητά από τον Τραμπ να πιέσει τον Σι για την κινεζική στήριξη προς το Ιράν και τη Ρωσία.
Για τον Αμερικανό πρόεδρο, η πρόκληση είναι να διεκδικήσει πρακτική βοήθεια από το Πεκίνο χωρίς να προσφέρει δυσανάλογα ανταλλάγματα. Για τον Σι, μια διπλωματική συμβολή θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του ως απαραίτητου συνομιλητή.

Η Ταϊβάν είναι το πιο επικίνδυνο παζάρι
Το μεγαλύτερο ρίσκο αφορά την Ταϊβάν και το εκκρεμές αμερικανικό εξοπλιστικό πακέτο των 14 δισ. δολαρίων.
Οι FT υπενθυμίζουν ότι, μετά τη συνάντηση του Μαΐου, ο Τραμπ χαρακτήρισε τις πωλήσεις όπλων χρήσιμο διαπραγματευτικό μέσο απέναντι στην Κίνα. Η τοποθέτηση ενίσχυσε την ανησυχία ότι η ασφάλεια του νησιού μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη συναλλαγή.
Σύμφωνα με νεότερο ρεπορτάζ του Reuters, ο Σι αναμένεται να πιέσει για διακοπή των αμερικανικών πωλήσεων όπλων, επικαλούμενος το κοινό ανακοινωθέν του 1982.
Για το Πεκίνο, ακόμη και μια καθυστέρηση μπορεί να έχει σημασία. Για την Ουάσιγκτον, το διακύβευμα περιλαμβάνει την αξιοπιστία των δεσμεύσεών της στην περιοχή. Η WSJ προειδοποιεί ότι υποχώρηση θα ενίσχυε την αβεβαιότητα στην Ταϊβάν και θα αποδυνάμωνε την αποτροπή.
Ποιος χρειάζεται περισσότερο τη συμφωνία;
Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι ο Τραμπ έχει μεγαλύτερη ανάγκη από ένα άμεσα αξιοποιήσιμο πολιτικό αποτέλεσμα. Ο Σι έχει μεγαλύτερο συμφέρον από μια συμφωνία με διάρκεια.
Αυτό δημιουργεί περιθώριο συναλλαγής: το Πεκίνο μπορεί να προσφέρει αγορές και επιμέρους διευκολύνσεις, διεκδικώντας μακρύτερη εκεχειρία. Ο Τραμπ μπορεί να προσφέρει εμπορική αποκλιμάκωση, απαιτώντας εφαρμογή δεσμεύσεων και σταθερότερο εφοδιασμό.
Το δύσκολο αρχίζει όταν στο ίδιο τραπέζι μπαίνουν η τεχνολογική υπεροχή, η στρατιωτική ασφάλεια και η Ταϊβάν.
Η επιτυχία της συνάντησης θα κριθεί από το τι θα εφαρμοστεί όταν τελειώσουν οι τελετές υποδοχής. Και από το αν οι άμεσες οικονομικές απολαβές θα έχουν αγοραστεί με παραχωρήσεις που θα κοστίσουν πολύ περισσότερο αργότερα.
Πηγή: Ναυτεμπορική, Νατάσα Στασινού • [email protected]



