21.8 C
Nicosia
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026 | 9:35

Tο δημόσιο χρέος της Γαλλίας ξεπέρασε το όριο των 3,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ

Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το δημόσιο χρέος της Γαλλίας ξεπέρασε το όριο των 3,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ, φτάνοντας τα 3.536,1 δισεκατομμύρια ευρώ και ανέρχεται πλέον στο 117,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το INSEE (το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών της Γαλλίας).

Η Γαλλία έχει δεσμευτεί έναντι των Βρυξελλών να μειώσει το δημόσιο έλλειμμά της σε λιγότερο από 3% του ΑΕΠ έως το 2029. Με βάση αυτή τη δέσμευση, που κάθε άλλο παρά βέβαιο είναι ότι μπορεί να υλοποιηθεί, το γαλλικό δημόσιο χρέος θα κορυφωνόταν περίπου στο 118,7% του ΑΕΠ το 2027 και το 2028 και στη συνέχεια θα μειωνόταν στο 118% το 2029.

Από την άλλη τα επιτόκια δανεισμού της Γαλλίας για 10 χρόνια βρίσκονται πλέον στο 3,7%. Μεγαλύτερα επιτόκια δανεισμού εμφανίζουν στην παρούσα φάση εντός της ευρωζώνης η Μάλτα, η Λετονία και η Λιθουανία. Το αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ότι το ποσό των τόκων που πρέπει να καταβάλλει η γαλλική κυβέρνηση κάθε χρόνο αυξάνεται ραγδαία.

Από τα 35,8 δισεκατομμύρια ευρώ που ήταν το 2020 έχει ήδη αυξηθεί στα 50,9 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025. Αναμένεται να φτάσει περίπου τα 59 δισεκατομμύρια ευρώ το 2026 και τα 77 δισεκατομμύρια ευρώ το 2028.

Οι πληρωμές τόκων «θα γίνουν τότε πολύ πιθανόν το μεγαλύτερο στοιχείο δαπανών στον κρατικό προϋπολογισμό», προβλέπει ο Ρεπουμπλικάνος Bουλευτής Φιλίπ Ζουβέν, γενικός εισηγητής για τον προϋπολογισμό του 2027. «Αν η Γαλλία ήθελε να αποπληρώσει αυτό το χρέος μονομιάς, θα έπρεπε, για παράδειγμα, να πουλήσει όλα τα αποθέματά της σε χρυσό, καθώς και όλες τις εισηγμένες και μη εισηγμένες μετοχές της (EDF, Engie, Airbus κ.λπ.), καθώς και όλα τα δημόσια κτίρια και τη γη της… και ακόμη και αυτό μπορεί να μην είναι αρκετό» αναφέρει σε σημερινό δημοσίευμα της η γαλλική εφημερίδα Le Monde.

«Τον Δεκέμβριο του 2001, η Γαλλία είχε τις τρίτες χαμηλότερες αποδόσεις κρατικών ομολόγων στην Ευρωζώνη, με άλλα λόγια, θεωρούνταν η τρίτη ασφαλέστερη χώρα», σημείωσε ο ανεξάρτητος οικονομολόγος Sylvain Bersinger, σε έκθεση τον Ιανουάριο. Σήμερα, εντός της Ευρωζώνης, η Γαλλία είναι μία από τις τέσσερις ή πέντε χώρες με τις υψηλότερες αποδόσεις και επομένως θεωρείται η λιγότερο ασφαλής, μετά τη Μάλτα, τη Λετονία και τη Λιθουανία.

Σε μόλις ένα τρίμηνο, το χρέος των δημόσιων διοικήσεων, όπως ορίζεται από τα κριτήρια του Μάαστριχτ, αυξήθηκε κατά 75,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Για περισσότερα από πενήντα χρόνια, η κεντρική Kυβέρνηση, οι τοπικές αρχές και η κοινωνική ασφάλιση ξόδευαν περισσότερα χρήματα κάθε χρόνο από όσα εισπράττουν σε έσοδα, ιδίως φόρους. Για να καλύψουν τη διαφορά, η χώρα πρέπει να δανείζεται όλο και περισσότερο. Το αποτέλεσμα: το χρέος έφτασε σε έναν αριθμό δισεκατομμυρίων που δεν έχει ξαναδεί ποτέ η ιστορία.

Αλλά πάνω απ’ όλα, αυτό το χρέος αυξάνεται πολύ πιο γρήγορα από την οικονομική δραστηριότητα. Το 1980, αντιπροσώπευε το 20% του ετήσιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ). Το 2000, ανερχόταν σε περίπου 60% του ΑΕΠ. Τώρα, ανέρχεται στο 117,5% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το INSEE (το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών της Γαλλίας). Αυτό είναι σχεδόν τόσο υψηλό όσο το ρεκόρ του 117,8% που επιτεύχθηκε το πρώτο τρίμηνο του 2021, όταν η πανδημία COVID-19 οδήγησε τον Γάλλο Πρόεδρο, Εμανουέλ Μακρόν, να θέλει να σώσει την οικονομία, «ό,τι κι αν χρειαστεί», δαπανώντας χωρίς περιορισμούς. Εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο η Ελλάδα και η Ιταλία έχουν υψηλότερα επιτόκια.

Για ένα διάστημα, η αύξηση του γαλλικού χρέους μπορεί να φαινόταν σχετικά ανώδυνη. Τα επιτόκια που απαιτούσαν οι επενδυτές για την αγορά ομολόγων του Δημοσίου ήταν χαμηλά, κάτω από την οικονομική ανάπτυξη, και μάλιστα κοντά στο μηδέν το 2020 και το 2021. Ο δανεισμός υπό τέτοιες συνθήκες θα μπορούσε να φαίνεται σαν μια καλή συμφωνία.

Από τότε, η κατάσταση έχει αλλάξει. Με την αύξηση των επιτοκίων παγκοσμίως, την αποτυχημένη διάλυση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης το 2024 και τον συνεχιζόμενο πόλεμο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, οι επενδυτές έχουν γίνει πιο επιφυλακτικοί, ιδίως όσον αφορά τη Γαλλία. Η απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων έχει αυξηθεί από 0% σε 3,7%.

Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα αυξανόμενο βάρος χρέους και τα επιτόκια αυξάνονται επίσης, καθώς το Υπουργείο Οικονομικών ανανεώνει τα δάνεια που λήγουν και εκδίδει νέα. Ως αποτέλεσμα, το ποσό των τόκων που πρέπει να καταβάλλει η κυβέρνηση κάθε χρόνο αυξάνεται ραγδαία.

Ένας επιβαρυντικός παράγοντας είναι ότι σχεδόν το 60% του γαλλικού χρέους κατέχεται από ξένους επενδυτές. Η πλειονότητα των τόκων που καταβάλλονται από το Υπουργείο Οικονομικών δεν πηγαίνει σε Γάλλους αποταμιευτές. Δεν επανεπενδύονται αμέσως στην εθνική οικονομία, αλλά χρηματοδοτούν ξένες χώρες.

Κατ’ αρχήν, η Γαλλία έχει δεσμευτεί να μειώσει το δημόσιο έλλειμμά της σε λιγότερο από 3% του ΑΕΠ έως το 2029, ένα επίπεδο που αποσκοπεί στο να σταματήσει την αύξηση του χρέους. Στο επίσημο σενάριο που υιοθέτησε ο Sébastien Lecornu, το χρέος θα κορυφωνόταν περίπου στο 118,7% του ΑΕΠ το 2027 και το 2028 και στη συνέχεια θα μειωνόταν στο 118% το 2029.

Ωστόσο, αυτό το σχέδιο θεωρείται εξαιρετικά αισιόδοξο, ακόμη και μη ρεαλιστικό, από πολλούς οικονομολόγους, ιδίως επειδή θα απαιτούσε την εφαρμογή πολύ δραστικών περικοπών δαπανών ή αυξήσεων φόρων, κάτι που η έλλειψη απόλυτης πλειοψηφίας στην Εθνοσυνέλευση καθιστά εξαιρετικά απίθανο. Σε σενάρια που έχουν αναπτυχθεί από πολλούς οικονομολόγους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ο δείκτης χρέους της Γαλλίας θα μπορούσε να ξεπεράσει κατά πολύ το 120% τα επόμενα χρόνια.

Press Room

Μείνετε ενημερωμένοι με τo newsletter μας!

ΑρχικήΟΙΚΟΝΟΜΙΑΕΥΡΩΠΗTο δημόσιο χρέος της Γαλλίας ξεπέρασε το όριο των 3,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ