Μια φιλόδοξη προσπάθεια της πολωνικής κρατικά ελεγχόμενης Orlen να αγοράσει φθηνό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα εξελίχθηκε σε οικονομικό και πολιτικό εφιάλτη: 230 εκατ. δολάρια προκαταβολών παραμένουν προς ανάκτηση.
Η συνολική ζημιά που αποδίδει η πολωνική κυβέρνηση στην υπόθεση –μαζί με ναύλα, νομικά έξοδα και άλλα κόστη– φθάνει τουλάχιστον τα 1,6 δισ. ζλότι, περίπου 424 εκατ. δολάρια.
Έρευνα των Financial Times, βασισμένη σε εσωτερικά εταιρικά έγγραφα, ναυτιλιακά δεδομένα, ανάλυση blockchain, δικαστικά αρχεία και συνεντεύξεις, αποκαλύπτει μια εξαιρετικά περίπλοκη αλυσίδα συναλλαγών: άγνωστοι μεσάζοντες, εταιρείες λίγων ετών ζωής, πληρωμές σε USDT, εκατομμύρια δολάρια που άλλαζαν χέρια μέσω ψηφιακών πορτοφολιών και ακόμη και USB sticks που παραδίδονταν σε εστιατόρια του Καράκας.
Και στο τέλος, σχεδόν καθόλου πετρέλαιο.
Η ευκαιρία των έξι μηνών
Όλα ξεκίνησαν το φθινόπωρο του 2023, όταν οι ΗΠΑ χαλάρωσαν προσωρινά τις κυρώσεις στη Βενεζουέλα, δημιουργώντας ένα παράθυρο έξι μηνών για συναλλαγές με το πετρέλαιο της χώρας.
Η κρατική PDVSA είχε μείνει για χρόνια αποκομμένη από μεγάλο μέρος του διεθνούς τραπεζικού συστήματος και είχε στραφεί όλο και περισσότερο σε πληρωμές μέσω Tether (USDT), του stablecoin που είναι συνδεδεμένο με το δολάριο.
Για τους traders αυτό σήμαινε τεράστιο περιθώριο κέρδους – αλλά και τεράστιο ρίσκο.
Η Orlen Trading Switzerland (OTS), η ελβετική εμπορική θυγατρική που είχε δημιουργηθεί για να διευρύνει την παγκόσμια δραστηριότητα του πολωνικού ενεργειακού ομίλου και να βοηθήσει στη διαφοροποίηση από το ρωσικό πετρέλαιο, διέθετε περίπου 600 εκατ. δολάρια για συναλλαγές.
Στα τέλη Νοεμβρίου του 2023 υπέγραψε συμφωνία με την εταιρεία Hannon International, με έδρα το Ντουμπάι, για την αγορά περίπου 6 εκατ. βαρελιών Merey 16, του βασικού βαρέος αργού της Βενεζουέλας.
Η αξία του συμβολαίου ήταν περίπου 345 εκατ. δολάρια.
Μέσα σε πέντε ημέρες η OTS είχε ήδη προκαταβάλει στη Hannon 230 εκατ. δολάρια.
Από το πετρέλαιο στα USDT
Η Hannon έπρεπε πλέον να εξασφαλίσει το αργό από την PDVSA και να βρει τρόπο να μετατρέψει τα χρήματα σε USDT.
Και κάπου εκεί άρχισε να ξετυλίγεται η αλυσίδα.
Αρχικά χρησιμοποιήθηκε χρηματοοικονομική εταιρεία στο Ντουμπάι, η οποία παρείχε περίπου 80 εκατ. USDT έναντι προμήθειας.
Στη συνέχεια η Hannon έστειλε 135 εκατ. δολάρια σε νεοσύστατη εταιρεία του Ντουμπάι, τη Horizon Global, περιμένοντας αντίστοιχη μετατροπή σε USDT. Σύμφωνα με τη δική της εκδοχή, έλαβε μόλις 85 εκατ. USDT, αφήνοντας «τρύπα» περίπου 50 εκατ. δολαρίων, η οποία αποτελεί πλέον αντικείμενο δικαστικής διαμάχης.
Άλλα 30 εκατ. δολάρια στάλθηκαν σε δεύτερη εταιρεία, την Gold Mar International Trading, με σκοπό τα χρήματα να μετατραπούν σε crypto και να φτάσουν τελικά στην PDVSA.
Δεν έφτασαν ποτέ.
Τρία supertankers περίμεναν χωρίς φορτίο
Την ίδια ώρα, τρία μεγάλα δεξαμενόπλοια που είχε ναυλώσει η Orlen είχαν ήδη κατευθυνθεί προς τη Βενεζουέλα.
Έφθασαν στα μέσα Δεκεμβρίου κοντά στον τερματικό σταθμό José, το βασικό σημείο εξαγωγής αργού της χώρας.
Η συμφωνία προέβλεπε ότι τα 6 εκατ. βαρέλια θα παραδίδονταν σε τρεις φάσεις έως τις 19 Δεκεμβρίου.
Οι ημέρες πέρασαν. Μετά οι εβδομάδες.
Τα πλοία παρέμεναν αγκυροβολημένα και άδεια, ενώ η Orlen άρχισε να συσσωρεύει τεράστια κόστη demurrage, δηλαδή αποζημιώσεις για την υπέρβαση του συμφωνημένου χρόνου ναύλωσης.
USB sticks με 60 και 50 εκατ. USDT
Τον Ιανουάριο του 2024, στελέχη της Hannon ταξίδεψαν στο Καράκας για να αναζητήσουν απευθείας ανθρώπους που μπορούσαν να εξασφαλίσουν πρόσβαση στην PDVSA.
Σύμφωνα με όσα περιγράφει η εταιρεία στους FT, ένας συνεργάτης της συνάντησε μεσάζοντα σε ξενοδοχείο στους λόφους πάνω από την πρωτεύουσα.
Του παρέδωσε USB stick με τα ψηφιακά κλειδιά για 60 εκατ. USDT.
Λίγες εβδομάδες αργότερα έγινε δεύτερη συνάντηση, αυτή τη φορά σε ιταλικό delicatessen στο Καράκας. Παραδόθηκε νέο USB stick με 50 εκατ. USDT.
Η Hannon υποστηρίζει ότι στη συνέχεια έχασε την επαφή με τον συγκεκριμένο μεσάζοντα.
Άλλα 110 εκατ. δολάρια είχαν εξαφανιστεί, χωρίς να έχει φορτωθεί ούτε το πετρέλαιο για το οποίο είχαν δοθεί.
Νέα συμφωνία, νέα εκατομμύρια
Η προσπάθεια συνεχίστηκε με διαφορετικούς τύπους πετρελαϊκών προϊόντων.
Μία συμφωνία για ελαφρύτερο αργό εγκαταλείφθηκε όταν η Orlen έκρινε το φορτίο υπερβολικά επιβαρυμένο. Ακολούθησε συμφωνία για 1 εκατ. βαρέλια fuel oil.
Και πάλι χρειάζονταν προκαταβολές σε USDT.
Σύμφωνα με τη Hannon, συνεργάτης της παρέδωσε σε νέο μεσάζοντα δύο ακόμη USB sticks, συνολικής αξίας 22 εκατ. USDT, σε συναντήσεις στο Καράκας.
Τελικά φορτώθηκαν περίπου 500.000 βαρέλια fuel oil, αξίας 28,8 εκατ. δολαρίων – μόλις το μισό της ποσότητας που αναμενόταν από τη συγκεκριμένη συμφωνία.
Το μεγάλο συμβόλαιο για τα 6 εκατ. βαρέλια βαρέος αργού δεν εκτελέστηκε ποτέ.
72 εκατ. δολάρια μόνο για τα πλοία
Στις 28 Μαρτίου 2024, η Orlen αποφάσισε να τερματίσει την αρχική συμφωνία.
Τα τρία δεξαμενόπλοια άρχισαν να εγκαταλείπουν τα νερά της Βενεζουέλας.
Σύμφωνα με εσωτερική εκτίμηση της OTS που επικαλούνται οι FT, μόνο τα ναυτιλιακά κόστη στις συμφωνίες με τη Hannon έφτασαν τα 72 εκατ. δολάρια.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος: το αρχικό προσδοκώμενο κέρδος από τη μεγάλη συμφωνία ήταν μόλις 25 έως 30 εκατ. δολάρια.
Το κόστος των πλοίων δηλαδή υπερδιπλασίασε το ποσό που η Orlen περίμενε εξαρχής να κερδίσει.
Το σκάνδαλο περνά στην πολιτική
Η υπόθεση ξέσπασε παράλληλα με την αλλαγή εξουσίας στην Πολωνία.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ, που διαδέχθηκε το συντηρητικό PiS, ξεκίνησε εκτεταμένες αλλαγές στις διοικήσεις κρατικών εταιρειών.
Η νέα διοίκηση της Orlen βρέθηκε μπροστά στη συμφωνία της Βενεζουέλας και άρχισε να εξετάζει ζητήματα εσωτερικού ελέγχου, πιθανής απάτης, έκθεσης σε κυρώσεις και πιθανότητας ανάκτησης των χρημάτων.
Σε εσωτερικό έγγραφο, σύμφωνα με τους FT, η πιθανότητα ανάκτησης χρημάτων από τη Hannon είχε υπολογιστεί εξαιρετικά χαμηλά.
Οι πολωνικές εισαγγελικές αρχές έχουν πλέον ασκήσει κατηγορίες σε πρώην στελέχη της OTS, μεταξύ των οποίων και ο πρώην επικεφαλής της Σάμερ Αουάντ, για κακοδιαχείριση. Οι κατηγορούμενοι τις αρνούνται και η υπόθεση δεν έχει ακόμη κριθεί δικαστικά.
Δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται πλέον και το τι ακριβώς είχε αναλάβει να κάνει η Hannon.
Η εταιρεία υποστηρίζει ότι λειτουργούσε ουσιαστικά ως ενδιάμεσος μηχανισμός, επειδή η Orlen δεν μπορούσε να συναλλάσσεται απευθείας μέσω crypto.
Η σημερινή διοίκηση της Orlen απορρίπτει αυτή την εκδοχή. Υποστηρίζει ότι η Hannon είχε απλώς συμβατική υποχρέωση να παραδώσει το πετρέλαιο και ότι η επιλογή οποιωνδήποτε τρίτων μεσαζόντων δεν μειώνει την ευθύνη της.
Η διαφορά βρίσκεται σήμερα σε διαιτησία.
Περισσότερα από δύο χρόνια μετά, η Orlen εξακολουθεί να διεκδικεί τα 230 εκατ. δολάρια της προκαταβολής.
Η Hannon, από την πλευρά της, δηλώνει ότι δεν διαθέτει πλέον ποσό ούτε κατά διάνοια αντίστοιχου ύψους.
Και τελικά το πετρέλαιο υπήρχε
Υπάρχει μία τελευταία λεπτομέρεια που κάνει την ιστορία ακόμη πιο εντυπωσιακή.
Στις 15 Απριλίου 2024, αφού η Orlen είχε ήδη ακυρώσει τη συμφωνία, ένα από τα δεξαμενόπλοια που προηγουμένως είχε ναυλώσει ο πολωνικός όμιλος φόρτωσε τελικά βαρύ πετρέλαιο από τον ίδιο τερματικό σταθμό José.
Το φορτίο όμως δεν προοριζόταν για την Πολωνία.
Κατευθυνόταν προς το διυλιστήριο της Reliance Industries στο Γκουτζαράτ της Ινδίας.
Κάποιος άλλος είχε καταφέρει τελικά να εξασφαλίσει το πετρέλαιο που η Orlen κυνηγούσε επί μήνες – έχοντας στο μεταξύ στείλει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια σε μια διαδρομή που περνούσε από το Ντουμπάι, το Καράκας και ψηφιακά πορτοφόλια.



