«Με τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη να έχει μειωθεί τον Ιανουάριο στο 1,7% σε ετήσια βάση και τον δομικό δείκτη , που εξαιρεί τα ευμετάβλητα αγαθά, όπως η ενέργεια και τα τρόφιμα, στο 2,2% -στο χαμηλότερο επίπεδό του από τον Οκτώβριο του 2021 – η ΕΚΤ δεν έχει κανέναν λόγο να αλλάξουν τα επιτόκια», εξηγούν στη Ναυτεμπορική, παράγοντες της αγοράς. Ωστόσο, η πρόσφατη άνοδος της αξίας του ευρώ έναντι του δολαρίου προκαλεί ανησυχία – και θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή πορείας αργότερα φέτος.
«Αυτό θα πρέπει επίσης να καταστήσει σαφές ποιο ζήτημα απασχολεί ιδιαίτερα τους κεντρικούς τραπεζίτες στη σημερινή συνεδρίαση είναι η ισοτιμία του ευρώ με το δολάριο», λένε στη «Ν» οι ίδιες πηγές.
Το ευρώ είχε πρόσφατα κερδίσει έδαφος έναντι του δολαρίου, ανεβαίνοντας για λίγο, πάνω από το 1,20 δολάρια την περασμένη εβδομάδα. Υποχώρησε ελαφρά πάντως γύρω στα 1,18 δολάρια, μετά την ανακοίνωση του προέδρου Τραμπ να επιλέξει τον Κέβιν Γουόρς ως επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, μετά την εκπνοή της θητείας του Τζερόμ Πάουελ, τον προσεχή Μάιο.
«Οι εκκλήσεις για αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ είναι πιθανό να ενταθούν», αναμένει ο Τόμας Γκίτζελ, επικεφαλής οικονομολόγος της VP Bank. «Όχι μόνο ο πληθωρισμός είναι τώρα κάτω από το επίπεδο-στόχο του 2% της ΕΚΤ, αλλά η υψηλότερη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή πλεύσης στην ΕΚΤ».
Ο Γκίτζελ εκτιμά μάλιστα ότι η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ θα ανοίξει την πόρτα σε μια μείωση των επιτοκίων, «τουλάχιστον για μία φορά».
Σύμφωνα με τον Γάλλο κεντρικό τραπεζίτη και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, η κεντρική τράπεζα παρακολουθεί στενά την ανατίμηση του ευρώ και τον πιθανό αντίκτυπό της στον πληθωρισμό.
Ο «εισβολέας» δολάριο
«Με την ηγεσία της ΕΚΤ να ταξιδεύει άνετα, ένας εισβολέας απειλεί να επιβιβαστεί στο πλοίο και να περιπλέξει τα πράγματα-και αυτό είναι ο παράγων –δολάριο», τονίζουν παράγοντες της αγοράς.
Μια ενίσχυση του ευρώ, αποτέλεσμα αδυναμίας του δολαρίου, θα μπορούσε να διαταράξει τα σχέδια για τον πληθωρισμό και απειλεί να αναζωπυρώσει την υποκείμενη συζήτηση «γερακιών» -«περιστεριών», που άλλωστε, δεν έχει κοπάσει.
Οι προβλέψεις της ΕΚΤ για το 2026 υποθέτουν μια μέση συναλλαγματική ισοτιμία ευρώ-δολαρίου στο 1,16: «Εάν το ευρώ παραμείνει ισχυρό και το δολάριο αδύναμο, αυτό θα μπορούσε σταδιακά να επηρεάσει τις οικονομικές και πληθωριστικές προβλέψεις της ΕΚΤ», τονίζει ο οικονομολόγος της Commerzbank, Μάρκο Βάγκνερ.
Ο Αυστριακός κεντρικός τραπεζίτης και επίσης, μέλος του ΔΣ της ΕΚΤ, Μάρτιν Κόχερ, αναφέρθηκε δημόσια στην πιθανότητα μελλοντικής αύξησης των επιτοκίων σε περίπτωση που το ευρώ συνεχίσει να ανεβαίνει.
Οι αναλυτές της ING εξηγούν συνοπτικά και με σαφήνεια τα προβλήματα που θέτει η ενίσχυση του ευρώ. «Υπό κανονικές συνθήκες, ένα ισχυρότερο ευρώ θα συνδεόταν με βελτιωμένη ανάπτυξη και επομένως συνήθως ερμηνεύεται ως ένδειξη περιοριστικής νομισματικής πολιτικής. Σε αυτήν την περίπτωση, ωστόσο, η ενίσχυση του ευρώ οφείλεται σε παράγοντες εξωτερικούς προς την οικονομία της ευρωζώνης, ένα σενάριο που θα μπορούσε να αποτελέσει πραγματικό πονοκέφαλο για την ΕΚΤ»
Δύσκολο παγκόσμιο πλαίσιο
Πράγματι, ένα ισχυρότερο ευρώ μειώνει την τιμή των εισαγωγών και επιδεινώνει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών. Σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο, το ευρώ έχει ανατιμηθεί κατά περίπου 3,5% έναντι του δολαρίου και κατά περίπου 1,5% έναντι του «καλαθιού» των ισχυρότερων νομισμάτων.
«Η ενίσχυση του ευρώ συμβαίνει σε ένα δύσκολο παγκόσμιο πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από δασμούς των ΗΠΑ και έντονο ανταγωνισμό με την Κίνα», τονίζουν οι οικονομολόγοι της Generali.
Μια άλλη ευρύτερη συζήτηση που θα μπορούσε να ανοίξει, πέρα από την ίδια την ΕΚΤ, είναι το κατά πόσον η Ευρώπη είναι έτοιμη για ένα «παγκόσμιο ευρώ».
Η Ευρώπη πρέπει πάντως, να είναι προσεκτική σχετικά με το τι επιθυμεί . «Είναι δύσκολο να συμβιβαστεί η φιλοδοξία ενός παγκόσμιου ευρώ με μια οικονομία προσανατολισμένη στις εξαγωγές. Ένα παγκόσμιο νόμισμα συνήθως συνεπάγεται σχετική νομισματική ισχύ, βαθιές και ρευστές χρηματοπιστωτικές αγορές και συχνά στρατιωτική ισχύ», τονίζουν παράγοντες της αγοράς.
«Στην πραγματικότητα, λέει ο Βέλγος επικεφαλής οικονομολόγος της ING, Κάρστεν Μπρζέσκι, ένα παγκόσμιο ευρώ δεν θα πρέπει να είναι αυτοσκοπός, αλλά το αποτέλεσμα μιας ένωσης κεφαλαιαγορών, μιας δημοσιονομικής ένωσης και μιας στρατηγικής αυτονομίας. Εάν επιτευχθούν όλα αυτά τα θεμέλια, το ευρώ θα είναι ακόμη πιο ελκυστικό και η οικονομία της ευρωζώνης θα είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένη να απορροφήσει ένα ισχυρότερο νόμισμα», καταλήγει ο οικονομολόγος της ING.
Πηγή: Ναυτεμπορική, Μιχάλης Ψύλος • [email protected]



