Οι κεντρικοί τραπεζίτες είναι απίθανο  πάντως να μείνουν άπραγοι αν η Γαλλία κινδυνεύσει να καταρρεύσει. Αυτός θα ήταν ένας ατελείωτος εφιάλτης.

Για να μην «μολυνθεί» όμως και η υπόλοιπη ζώνη του ευρώ από την γαλλική  ασθένεια στην Φρανκφούρτη εξετάζεται ήδη η ενεργοποίηση – αν χρειαστεί- του λεγόμενου Transmission Protection Instrument (TPI)- του προγράμματος αγοράς ομολόγων στη δευτερογενή αγορά, που υιοθετήθηκε τον Ιούλιο του 2022.

«Ο μηχανισμός προστασίας της μετάδοσης, το οποίο έχει σχεδιαστεί για να αποτρέψει την άτακτη διεύρυνση του κόστους δανεισμού της ευρωζώνης, έχει στόχο. να διασφαλίσει την ομαλή μετάδοση της κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης» εξηγούν παράγοντες της αγοράς στη Ναυτεμπορική.

«Η κλίμακα των αγορών TPI θα εξαρτηθεί από τη σοβαρότητα των κινδύνων που αντιμετωπίζει η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής», προσθέτουν οι ίδιες πηγές.

Τα κριτήρια του TPI

Για την ενεργοποίηση του TPI η ΕΚΤ έχει θέσει πάντως αυστηρά κριτήρια, όπως η συμμόρφωση με το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ, βιώσιμα δημόσια οικονομικά και υγιείς και βιώσιμες μακροοικονομικές πολιτικές.

«Η Γαλλία πληρώνει πλέον ακόμη υψηλότερες αποδόσεις από την Ιταλία ή την Ελλάδα», προσθέτουν παράγοντες της αγοράς. «Η επιστροφή της κρίσης του ευρώ είναι επομένως μόνο θέμα χρόνου. Αν και αυτή τη φορά εξελιχθεί διαφορετικά», λένε και εξηγούν: «Το βάρος του δημοσίου χρέους της Γαλλίας είναι απλώς υπερβολικά τεράστιο για ένα σχέδιο διάσωσης όπως αυτό που ήταν δυνατό στην περίπτωση της Ελλάδας.

Λίγο πριν τον γκρεμό η Γαλλία, είδε πάντως χθες τα ασφάλιστρα κινδύνου να σκαρφαλώσει στις 145 μονάδες βάσης, ενώ η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έφτασε στο 4,85%, πλησιάζοντας επικίνδυνα το ψυχολογικό φράγμα του 5%.

«Αυτά τα νούμερα θυμίζουν τα χειρότερα επεισόδια της ευρωπαϊκής κρίσης δημόσιου χρέους και αντανακλούν τον αυξανόμενο φόβο των επενδυτών ότι το Παρίσι έχει χάσει τον έλεγχο των δημόσιων οικονομικών του», λένε στη Ναυτεμπορική, Γάλλοι παράγοντες της αγοράς, που θέλουν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους.

Η μείωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών δεν οφείλεται αποκλειστικά στο μέγεθος του χρέους, αλλά και στην αυξανόμενη αντίληψη ότι η Γαλλία έχει γίνει ουσιαστικά ακυβέρνητη.

Κρίσιμη δοκιμασία στην Εθνοσυνέλευση

«Σήμερα είναι και κρίσιμη δοκιμασία για τη Γαλλία, καθώς θα διεξαχθεί στην Εθνοσυνέλευση μια αποφασιστική ψηφοφορία για τον προϋπολογισμό του 2027. Και η κυβέρνηση Λεκορνί δύσκολα θα βρει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να εγκρίνει τον προϋπολογισμό της εν μέσω ακραίου πολιτικού κατακερματισμού και αυξανόμενης κοινωνικής αναταραχής», λένε στη «Ν» οι ίδιες πηγές.

«Η Γαλλία βρίσκεται πραγματικά στα πρόθυρα της κατάρρευσης», υποστηρίζει ο Μουτζτάμπα Ραχμάν, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στο Eurasia Group, σε άρθρο του στους New York Times .

Ο  οικονομολόγος της Eurasia Group υποστηρίζει ότι η  Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τριπλή κρίση: Κρίση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, της δημοσιονομικής διαχείρισης και της αυξανόμενης δυσαρέσκειας των νέων. Η πρόβλεψή του είναι ιδιαίτερα ανησυχητική: εάν η κυβέρνηση δεν καταφέρει να περάσει τον προϋπολογισμό και το κόστος χρηματοδότησης συνεχίσει να εκτοξεύεται, η Γαλλία θα μπορούσε να καταλήξει να χρειάζεται βοήθεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα . Μια  κατάσταση που ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς μέχρι πρόσφατα για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης.

Το γαλλικό χρέος στα 3,6 τρις

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας έχει εκτοξευτεί σήμερα στα 3,6 τρισεκατομμύρια ευρώ-από 3,45 τρις το 2025, σύμφωνα  με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Eurostat.

Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με περίπου 120% του ΑΕΠ- ένα ποσοστό που δεν έχει παρατηρηθεί από τα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο πρόβλημα της Γαλλίας είναι οι υψηλές βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτικές της ανάγκες.

Η Γαλλία σχεδιάζει να αξιοποιήσει τις αγορές για να συγκεντρώσει το 2027 το ποσό ρεκόρ των 340 δισεκατομμυρίων ευρώ για να χρηματοδοτήσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού της και να αναχρηματοδοτήσει το ληξιπρόθεσμο χρέος της. Με τα επιτόκια να βρίσκονται ήδη σε πολύ υψηλό επίπεδο, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει το τρομερό φαινόμενο της χιονοστιβάδας.

«Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί στοχεύει βέβαια στη μείωση του δημόσιου ελλείμματος από 5,4% του ΑΕΠ σε 5% έως το 2027, αλλά με τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων να φλερτάρουν με το 5%, κάθε νέα έκδοση χρέους και κάθε λήξη που πρέπει να ανανεωθεί, απειλεί να αυξήσει προοδευτικά το κόστος των τόκων, τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο στον οποίο το ίδιο το κόστος του χρέους καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την εξυπηρέτησή του», λένε στη «Ν» παράγοντες της αγοράς στο Παρίσι.

Μια παγιδευμένη οικονομία

«Οι ταραχές στη Γαλλία υπογραμμίζουν την ευαίσθητη ισορροπία που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, από το να κατευνάσει τους πολίτες και να ικανοποιήσει τις αγορές». Όπως επισημαίνει ο Τσαρλς Λίτσφιλντ, στρατηγικός αναλυτής στο Atlantic Council, «η γαλλική πολιτική τάξη δεν ήταν ποτέ γνωστή για τη λήψη δύσκολων αποφάσεων λόγω της γνωστής τάσης του κοινού για διαμαρτυρία, μιας παράδοσης που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά».

Έτσι, η Γαλλία βρίσκεται παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο φαινομενικά ασύμβατα αιτήματα: τον περιορισμό των δαπανών για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πιστωτών ή την ανταπόκριση στα κοινωνικά αιτήματα για την αποτροπή της περαιτέρω εξάπλωσης των διαμαρτυριών. Οποιεσδήποτε δημοσιονομικές παραχωρήσεις που θα μπορούσαν να μετριάσουν τις εντάσεις στους δρόμους θα μπορούσαν τελικά να αυξήσουν τη δυσπιστία προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Πολιτική παράλυση

Για τον Ραχμάν, αυτό εξηγεί γιατί οι αγορές απαιτούν ένα συνεχώς αυξανόμενο ασφάλιστρο κινδύνου για να δανείσουν χρήματα στο Παρίσι. «Οι επενδυτές φοβούνται ότι η χώρα γίνεται κοινωνικά ασταθής και θεσμικά παραλύει», προειδοποιεί.

Οι προεδρικές εκλογές την επόμενη άνοιξη δεν εγγυώνται μια διέξοδο από το αδιέξοδο, καθώς οι επόμενες βουλευτικές εκλογές θα μπορούσαν και πάλι να αφήσουν τον επόμενο ένοικο του Μεγάρου των Ηλυσίων χωρίς επαρκή κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να κυβερνήσει. Το αποτέλεσμα είναι μια κρίση εμπιστοσύνης στην οποία κάθε πολιτικό γεγονός μπορεί να μετατραπεί σε ένα νέο επεισόδιο έντασης στην αγορά.

Σε όλα αυτά προστίθεται και η πιθανότητα η Moody’s να υποβαθμίσει την πιστοληπτική αξιολόγηση της Γαλλίας αυτή την Παρασκευή, μια απόφαση που θα υπενθυμίσει στους επενδυτές την ευθραυστότητα των δημόσιων οικονομικών του Παρισιού.

Πηγή: Ναυτεμπορική, Μιχάλης Ψύλος • [email protected]