Αρκετά ζητήματα παραμένουν ανοικτά παρά τα θετικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη μέχρι τώρα πορεία της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης ανέφερε, την Παρασκευή, ο ΓΓ της ΣΕΚ Ανδρέας Μάτσας, εξηγώντας ότι με βάση τα δεδομένα αυτή τη στιγμή, και λαμβάνοντας υπόψη το στοιχείο του δεύτερου πυλώνα, «θεωρώ ότι είμαστε ακόμη μακριά από το να μπορεί να υπάρξει οριστική κατάληξη και διευθέτηση της μεταρρύθμισης».
Σε δηλώσεις του μετά το τέλος της Παγκύπριας Συνδιάσκεψης της ΣΕΚ που πραγματοποιήθηκε σήμερα από τις 9:30 το πρωί στα κεντρικά γραφεία της συντεχνίας, ο Ανδρέας Μάτσας μίλησε παράλληλα για εναλλακτική επιλογή της αναδρομικής εφαρμογής της όποιας κατάληξης «σε περίπτωση που εκ των πραγμάτων αναγκαστούμε να επεκτείνουμε τη χρονική διάρκεια». Είπε επίσης ότι «ο στόχος παραμένει η εφαρμογή της μεταρρύθμισης την 1η Ιανουαρίου του 2027», προσθέτοντας ότι «δεν είναι όμως αυτός ο σκοπός, να θεωρηθεί ότι το χρονοδιάγραμμα είναι πιο σημαντικό για μια μεταρρύθμιση η οποία δεν επιφέρει το αποτέλεσμα της επάρκειας στις συντάξεις, δημιουργώντας ενδεχομένως προβλήματα και σε μελλοντικούς συνταξιούχους».
Σημειώνεται ότι κατά την σημερινή συνεδρίαση της Παγκύπριας Συνδιάσκεψης της ΣΕΚ, αξιολογήθηκε το πλαίσιο της προτεινόμενης μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος και έχουν ληφθεί αποφάσεις όπως για μηδενική αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, των εισφορών (πέραν των ήδη συμφωνημένων) και μηδενική μείωση των υφιστάμενων ή μελλοντικών συντάξεων.
Σε σχέση με το σχέδιο των αποφάσεων της ΣΕΚ το οποίο συμφωνήθηκε στν συνδιάσκεψη ο κ. Μάτσας ανέφερε ότι έχουν ληφθεί συγκεκριμένες αποφάσεις, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι για πρώτη φορά «καταργείται, τερματίζεται ουσιαστικά ο δανεισμός του κράτους από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων» και ότι για πρώτη φορά ξεκινάει η διαδικασία αποπληρωμής του χρέους και, παράλληλα, όπως ανέφερε «δημιουργούνται συνθήκες και προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου φορέα, ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση τόσο του αποθεματικού όσο και της επενδυτικής πολιτικής». Ανέφερε, παράλληλα, ότι «τίθενται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, έτσι ώστε η ΣΕΚ να αποδεχτεί το προτεινόμενο πλαίσιο ως έχει».
Σημείωσε ότι είναι σημαντική «η ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων μέσα από την περαιτέρω κοινωνική στήριξη του πυλώνα 0, έτσι ώστε να διασφαλίσουμε ότι κανένας συνταξιούχος δεν θα λαμβάνει σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχειας».
Είπε επίσης ότι «είναι σημαντικό να διασφαλίσουμε ότι η μεταρρύθμιση θα είναι συνολική, συμπεριλαμβάνοντας τόσο τον δεύτερο πυλώνα, που είναι τα ταμεία προνοίας, όσο και τη δυνατότητα καθορισμού του πλαισίου που αφορά τον πυλώνα 3, που είναι η ιδιωτική ασφάλιση, για όσους ενδιαφέρονται, έχουν τη δυνατότητα και επιλέγουν συμπληρωματική και ενισχυτική συνταξιοδοτική παροχή». Πρόσθεσε ότι έχει τεθεί ως προϋπόθεση η περαιτέρω συζήτηση και καλύτερη ρύθμιση και διαχείριση της αναλογιστικής αναπροσαρμογής του 12% σε συνάρτηση, βέβαια, και με το γεγονός ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί η κοινωνική δικαιοσύνη σε ό,τι αφορά και τους χήρους, οι οποίοι έχουν χάσει τις συζύγους τους πριν από την 1η Αυγούστου του 2018.
Η πρόταση της Κυβέρνησης για το 12% απέχει από την πρόταση της ΣΕΚ
Σε ερώτηση αναφορικά με το πέναλτι του 12%, ο κ. Μάτσας ανέφερε ότι υπάρχει μια βελτιωμένη πρόταση από την Κυβέρνηση σε σχέση με τις δύο προηγούμενες προτάσεις που είχαν τεθεί ενώπιόν μας, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι αυτή η πρόταση «απέχει κατά πολύ από την πρόταση που εμείς έχουμε καταθέσει, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι δεν υπάρχει πλήρης άρση της επίδρασης». Εξήγησε ότι η προτεινόμενη ρύθμιση αφορά μόνο τη βασική σύνταξη και όχι και την αναλογική και παράλληλα, όπως είπε, «δεν δίνει τη δυνατότητα οριστικής, έστω και σταδιακής, απάλειψης της επιβάρυνσης αυτής, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι υπάρχουν εργαζόμενοι οι οποίοι έχουν αναγκαστεί ουσιαστικά να λάβουν τη σύνταξή τους πριν από το όριο συνταξιοδότησης, για να μπορέσουν να καλύψουν βασικές βιοποριστικές τους ανάγκες, λαμβάνοντας υπόψη ότι είχαμε περάσει μια μεγάλη χρονική διάρκεια οικονομικής κρίσης».
Είπε επίσης ότι πολύς κόσμος είχε μείνει εκτός αγοράς εργασίας, με δεδομένο το γεγονός ότι η ανεργία είχε φτάσει το 19% τότε, προσθέτοντας ότι ακόμη και εργαζόμενοι, οι οποίοι μπόρεσαν να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας, δεν είχαν τις ίδιες απολαβές όπως προηγουμένως. «Οπότε, διαβαθμίζονται οι λόγοι που κάποιος είτε επιλέγει είτε αναγκάζεται να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα. Είναι και αυτό ένα στοιχείο το οποίο επιτάσσει την όσο το δυνατόν πιο κοινωνικά δίκαιη και ολοκληρωμένη διαχείριση αυτού του ζητήματος,» ανέφερε.
Ερωτηθείς για τη διάσταση απόψεων σε σχέση με τα Ταμεία Προνοίας που συζητήθηκε χθες Πέμπτη στη συνεδρία του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, ανέφερε ότι «ήταν η πρώτη φορά, πρέπει να πούμε, που συζητήθηκε το θέμα των ταμείων προνοίας στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα. Έχουν προηγηθεί συζητήσεις ενώπιον της Τεχνικής Επιτροπής και τώρα το ζήτημα τίθεται σε ‘πολιτικό’ επίπεδο, στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα».
Ανέφερε ότι «αναμένουμε τη θέση της Κυβέρνησης, γιατί δεν μπορεί να αναγνωρίζεται η αναγκαιότητα, όχι απλώς η χρησιμότητα, η αναγκαιότητα ενός καθολικού συστήματος που αφορά τον δεύτερο πυλώνα, τα ταμεία προνοίας, και να μην έχουμε ακούσει ακόμη τη θέση της κυβέρνησης ως προς τον τρόπο υλοποίησης αυτής της στόχευσης». Εξηγώντας τη θέση της ΣΕΚ για το θέμα ανέφερε ότι «τα ταμεία Προνοίας, ως δικαίωμα που προκύπτει μέσα από τις συλλογικές συμβάσεις, δεν μπορεί να αλλοιωθεί. Δεν μπορεί να υπάρξει καμία παρέμβαση στον τρόπο λειτουργίας και στα δικαιώματα που προκύπτουν μέσα από τα υφιστάμενα ταμεία προνοίας, ακριβώς για να μπορέσουμε να επιφέρουμε επάρκεια στις συντάξεις».
Πρόσθεσε ότι η ΣΕΚ έχει εισηγηθεί τη δημιουργία ενός συμπληρωματικού οριζόντιου ταμείου προνοίας, το οποίο να καλύπτει και να αφορά το σύνολο των εργαζομένων, «έτσι ώστε να μπορεί να επιφέρει το αποτέλεσμα για το οποίο ξεκινήσαμε συλλογικά και συνολικά τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, να επέλθει επάρκεια στις συντάξεις για όλους τους εργαζόμενους».
Σε ερώτηση για τον ορίζοντα κατάθεσης του νομοσχεδίου στη Βουλή ο κ. Μάτσας ανέφερε ότι ο στόχος της υλοποίησης της μεταρρύθμισης την 1η Ιανουαρίου του 2027 παραμένει αναλλοίωτος και εξέφρασε την ελπίδα ότι θα δημιουργηθούν οι δυνατότητες συγκλίσεων στο πλαίσιο του Εργατικού Συμβουλευτικού Σώματος, έτσι ώστε να τεθεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα ενώπιον της Βουλής το νομοσχέδιο. Τόνισε, παράλληλα, ότι «για εμάς δεν υφίσταται μεταρρύθμιση αν δεν είναι συνολική και αν δεν δημιουργεί συνθήκες και προϋποθέσεις επάρκειας στις συντάξεις».
Πρόσθεσε ότι από πλευράς ΣΕΚ έχει δοθεί συμπληρωματική εισήγηση, η οποία αναφέρει ότι σε περίπτωση που χρειαστεί περαιτέρω συζήτηση των θεμάτων της συνολικής μεταρρύθμισης, είτε στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα είτε ενώπιον της Βουλής, «σε όποιο χρονικό σημείο και αν αυτή επιτευχθεί, θα πρέπει και θα μπορεί να έχει την αναδρομική ισχύ και εφαρμογή, έτσι ώστε να μην επηρεάζονται αρνητικά οι συνταξιούχοι οι οποίοι προσβλέπουν σε βελτίωση των συνταξιοδοτικών τους ωφελημάτων από τον Ιανουάριο του 2027». Υπογράμμισε ότι «δεν είναι ο σκοπός η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας η οποία δεν θα μπορεί να επιφέρει τα θετικά αποτελέσματα τα οποία έχουμε περιγράψει».
Πολιτική για συλλογικές συμβάσεις του 2027
Σημειώνεται ότι στις αποφάσεις της συνδιάσκεψης της ΣΕΚ περιλαμβάνεται και η πολιτική αιτημάτων της συντεχνίας για τις συλλογικές συμβάσεις που θα ανανεωθούν εντός του 2027. Μεταξύ άλλων, αφορά τη διάρκεια των συλλογικών συμβάσεων με γενική αρχή τη διετή διάρκεια, τη διεκδίκηση αυξήσεων ύψους 3,5%, «και, παράλληλα, την ενίσχυση των ταμείων προνοίας, για να μπορέσουμε να δώσουμε περισσότερη ώθηση και στήριξη στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, όπως και την ενίσχυση των ταμείων ευημερίας, έτσι ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν με περισσότερη επάρκεια οι εργαζόμενοι τα προβλήματα τα οποία προκύπτουν μέσα από την ακρίβεια που όλοι βιώνουμε», ανέφερε ο κ. Μάτσας.
Στο κείμενο των αποφάσεων γίνεται αναφορά για την ακρίβεια και την ανάγκη για συγκεκριμένα και μεσοπρόθεσμη στρατηγική που να συμπεριλαμβάνει μισθολογικές βελτιώσεις. Η συντεχνία ζητά, παράλληλα, την ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2022/2041 στην εθνική νομοθεσία με στόχο την επέκταση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις.
Εκφράζεται επίση ανησυχία σε σχέση με την ανεξέλγκτη, όπως αναφέρεται στο κείμενο των αποφάσεων, χορήγηση αδειών απασχόλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες, καθώς και για το φαινόμενο ενοικίασης και υπενοίκιασης εργαζομένων. Για το συγκεκριμένο θέμα καλεί τον Υπουργό Εργασίας να εξετάσει σοβαρά την αναθεώρηση της υφιστάμενης στρατηγικής απασχόλησης εργαζομένων από τρίτες χώρες.



