Σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η Βουλή διαχειρίστηκε τη δημοσιοποίηση των δηλώσεων Πόθεν Έσχες εγείρει η βουλεύτρια Ειρήνη Χαραλαμπίδου, καταγγέλλοντας ότι αναρτήθηκαν στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με την ίδια, ο νόμος απαγορεύει να δημοσιοποιούνται. Με επιστολή της προς τη Σύσκεψη των Αρχηγών, ζητά τη διερεύνηση της υπόθεσης, γραπτή έκθεση για τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν και ενημέρωση της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.
Η κ. Χαραλαμπίδου αναφέρει πως στην ιστοσελίδα του Κοινοβουλίου αναρτήθηκαν τμήματα δηλώσεων τα οποία ο νόμος ρητά δεν επιτρέπει να δημοσιοποιούνται, όπως προσωπικά δεδομένα συζύγων και ανήλικων τέκνων και πληροφορίες που τους αφορούν, καθώς και οι δηλώσεις συμφιλίωσης τα οποία όλα υποβάλλονται στον Έφορο Φορoλογίας και γίνεται ενδελεχής έλεγχος.
Τα στοιχεία αυτά στη συνέχεια, όπως τονίζει, αναπαράχθηκαν από το σύνολο των μέσων ενημέρωσης, ενώ παρά την ανακοίνωση της Βουλής ότι οι δηλώσεις αποσύρθηκαν, μέχρι αργά το βράδυ της 20ής Οκτωβρίου παρέμεναν αναρτημένες πράγμα επουσιώδες
Η κ. Χαραλαμπίδου σημειώνει πως πρόκειται για νομοθεσία που ψηφίστηκε από αυτό το ίδιο το Σώμα, με προσοχή στη λεπτομέρεια, ακριβώς για να υπηρετήσει τη διαφάνεια χωρίς να θυσιάζει τα δικαιώματα τρίτων, ενώ υποδεικνύει πως ο νόμος καθορίζει με σαφήνεια τι δημοσιοποιείται και τι προστατεύεται.
«Οι πρόνοιές του δεν ακολουθήθηκαν από τον θεσμό που τις θέσπισε. Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί αβλεψία ή πίεση χρόνου. Οι προθεσμίες ήταν γνωστές, η διαδικασία ήταν γνωστή και υπήρχε όλος ο απαιτούμενος χρόνος προετοιμασίας. Όταν ένας θεσμός διαθέτει τον χρόνο, τα μέσα και το σαφές νομικό πλαίσιο και παρ’ όλα αυτά το παραβιάζει, το ζήτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι ζήτημα λογοδοσίας», αναφέρει η Ειρήνη Χαραλαμπίδου.
Περαιτέρω, προσθέτει πως οι συνέπειες είναι συγκεκριμένες, καθώς το Κοινοβούλιο έχει εκτεθεί και πρόσωπα που δεν είχαν καμία υποχρέωση να υποστούν δημοσιοποίηση, οι σύζυγοι και τα ανήλικα τέκνα, βρέθηκαν με τα προσωπικά τους δεδομένα στη δημοσιότητα. Υπενθυμίζει δε, ότι οποιοσδήποτε μπορεί να προσφύγει στην Δικαιοσύνη και στην Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για σοβαρές παραβάσεις, και το ενδεχόμενο αυτό αφορά ευθέως τη Βουλή.
Η Ειρήνη Χαραλαμπίδου τονίζει πως το θέμα αυτό δεν μπορεί να κλείσει με μια απλή απολογία ή με μια γενική δήλωση ανάληψης ευθύνης, σημειώνοντας ότι «η ευθύνη που δεν συνοδεύεται από διερεύνηση, συγκεκριμένα πρόσωπα και συγκεκριμένα μέτρα δεν είναι ευθύνη».
Για τους λόγους αυτούς, ζητά από τη Σύσκεψη των Αρχηγών:
- Να εγγραφεί το θέμα ως αυτοτελές θέμα στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίας της Σύσκεψης.
- Να υποβληθεί γραπτή έκθεση από την Υπηρεσία της Βουλής για το πώς ακριβώς προέκυψε η παραβίαση: ποια διαδικασία ακολουθήθηκε, ποιος ενέκρινε την ανάρτηση, ποιοι έλεγχοι προηγήθηκαν, για πόσο χρόνο τα στοιχεία παρέμειναν δημόσια διαθέσιμα και γιατί δεν είχαν αποσυρθεί μέχρι αργά το βράδυ της 20ής Οκτωβρίου, παρά τη σχετική ανακοίνωση.
- Να ενημερωθούν γραπτώς όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα για το ποια στοιχεία τους δημοσιοποιήθηκαν.
- Να ενημερωθεί η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, εφόσον δεν έχει ήδη ενημερωθεί, και να κατατεθεί στη Σύσκεψη η σχετική επικοινωνία.
- Να ληφθούν και να καταγραφούν μέτρα για τον περιορισμό της περαιτέρω διάδοσης των στοιχείων που ήδη αναπαράχθηκαν.
- Να θεσπιστεί γραπτό πρωτόκολλο ελέγχου πριν από κάθε μελλοντική ανάρτηση, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων.
Καταληκτικά η κ. Χαραλαμπίδου αναφέρει πως τον τελευταίο καιρό παρατηρούνται στη Βουλή ενέργειες που δεν περιποιούν τιμή σε κανέναν. Η συγκεκριμένη όμως ξεπερνά κάθε όριο, γιατί αφορά τον πυρήνα της αξιοπιστίας μας: την υποχρέωση να εφαρμόζουμε σωστά πρώτοι εμείς τους νόμους που ψηφίζουμε».



