Προβληματισμούς εξέφρασαν σήμερα τόσο Βουλευτές, όσο και οργανωμένοι φορείς για θέματα ΑμεΑ, όσον αφορά τις διαδικασίες αξιολόγησης για διορισμό στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα στο 10% των προσφερόμενων θέσεων. Το θέμα απασχόλησε κοινή συνεδρίαση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Εργασίας και Παιδείας, κατά την οποία τέθηκαν παράπονα και καταγγελίες αναφορικά με τα κριτήρια που εφαρμόζονται από τις πολυθεματικές επιτροπές κατά την αξιολόγηση αιτήσεων.
Η συζήτηση επί του θέματος, η οποία άρχισε σήμερα, αναμένεται να συνεχιστεί σε νέα κοινή συνεδρίαση περί τα τέλη του Μάη, όπως ανέφερε ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εργασίας και Βουλευτής του ΑΚΕΛ, Αντρέας Καυκαλιάς. Ο ίδιος κάλεσε, στο διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τότε, να συζητήσουν μεταξύ τους οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους και οι αρμόδιοι φορείς, τρόπους αντιμετώπισης των δυσλειτουργιών που εντοπίστηκαν, όπως είπε, στην εφαρμογή της νομοθεσίας.
Ο κ. Καυκαλιάς ανέφερε πως πέραν από τα ζητήματα που εντοπίστηκαν στη μεθοδολογία της αξιολόγησης από την πολυθεματική επιτροπή, υπάρχουν ζητήματα και στις εύλογες προσαρμογές στη διαδικασία των εξετάσεων και αργότερα στο εργασιακό περιβάλλον, αλλά και στις ρυθμίσεις στη νομοθεσία που αφορούν τις προαγωγές ΑμεΑ.
Εξάλλου, κατά τη συνεδρίαση ο Βουλευτής του ΑΚΕΛ, Χρίστος Χριστοφίδης, σημείωσε ότι έχει λάβει καταγγελίες πως “υπάρχει κυβερνητική κατεύθυνση” να είναι εξαιρετικά αυστηρές οι πολυθεματικές στις αξιολογήσεις και να θεωρείται μη ανάπηρο ένα άτομο που μπορεί να κάνει λίγα βήματα όταν σηκωθεί από αμαξίδιο. Επίσης, ο Βουλευτής της ΕΔΕΚ, Ανδρέας Αποστόλου, ήγειρε το θέμα απόρριψης πτυχιούχου του Πανεπιστημίου Κύπρου που είχε υποβάλει αίτηση για διορισμό μέσω του ειδικού καταλόγου, κατόπιν αξιολόγησης, ενώ για 20 χρόνια είχε αναγνωριστεί από σειρά ιατρών η αναπηρία που φέρει.
Το ζήτημα της αξιολόγησης αιτήσεων από τις πολυθεματικές επιτροπές ανέδειξε, μεταξύ άλλων, και η Πρόεδρος της ΚΥΣΟΑ, Θέμιδα Ανθοπούλου. Αναφέρθηκε, ενδεικτικά, στην περίπτωση ατόμου με κινητική αναπηρία του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε, γιατί κρίθηκε ικανό για εξεύρεση εργασίας. Ανέφερε, επίσης, ότι μέλη πολυθεματικών επιτροπών των οποίων η απόφαση κρίθηκε ως προβληματική, συνεχίζουν να συμμετέχουν σε διαδικασίες αξιολόγησης.
Εξάλλου, αδυναμίες στη διαδικασία αξιολόγησης επεσήμανε και η Παγκύπρια Οργάνωση Τυφλών. Γι’ αυτό και μεταξύ των εισηγήσεων που διατυπώθηκαν ήταν και η θέσπιση κανονισμών και πρωτοκόλλων που θα διέπουν τη διαδικασία αξιολόγησης από τις πολυθεματικές επιτροπές. Άτομα με αναπηρίες, τα οποία μετέφεραν την εμπειρία τους στη συνεδρίαση, ανέφεραν ότι αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες, ιδίως σε ό,τι αφορά την ενσωμάτωση ΑμεΑ σε θέσεις υψηλής επιστημονικής εξειδίκευσης.
Η Ελίζα Γεωργιάδου, λειτουργός του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης ΑμεΑ, ανέφερε ενώπιον της Επιτροπής ότι από το 2009 που εφαρμόζεται ο νόμος, έχουν διοριστεί μέχρι σήμερα 350 ΑμεΑ στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Σημείωσε, επίσης, ότι από την εικόνα που λαμβάνει το Τμήμα κάθε πρώτο εξάμηνο του έτους, η πρόνοια για διορισμούς στο 10% των προσφερόμενων θέσεων στη νομοθεσία τηρείται.
Εξήγησε ότι είχε εντοπιστεί μία αδυναμία στον νόμο λόγω του κατακερματισμού των θέσεων κατόπιν της τμηματικής προκήρυξής τους, με αποτέλεσμα να μην φτάνουν το σύνολο των πέντε θέσεων που προέβλεπε η νομοθεσία, ώστε να εφαρμόζεται η ποσόστωση του 10% για ΑμεΑ. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, έγινε τροποποίηση του νόμου για να αντιμετωπιστεί η αδυναμία αυτή.
Η κ. Γεωργιάδου ανέφερε, ακόμα, ότι το ποσοστό των αιτήσεων που εγκρίνονται για διορισμό στο πλαίσιο της νομοθεσίας αυτής, ανέρχεται στο 30%. Είπε, εξάλλου, ότι αρκετές αιτήσεις γίνοται και από άτομα με προβλήματα υγείας, που δεν συνιστούν αναπηρία, με αποτέλεσμα να μην προχωρούν. Κριτήριο, όπως είπε, αποτελεί ο αποκλεισμός ενός ατόμου από την εξεύρεση εργασίας λόγω της αναπηρίας του.
Εξήγησε ότι η αξιολόγηση των αιτήσεων γίνεται σε συνάρτηση με τη θέση για την οποία γίνεται η αίτηση και ότι η πολυθεματική επιτροπή εξετάζει κατά πόσο μπορεί το άτομο να εργαστεί σε συνθήκες ισότητας με τους συναδέλφους του, με την παραχώρηση διευκολύνσεων. Σημείωσε, δε, ότι οι περιπτώσεις που αποκλείονται, είναι αυτές που κρίνεται ότι ακόμα και με διευκολύνσεις δε θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στη συγκεκριμένη θέση.
Η εκπρόσωπος της Επιτρόπου Διοικήσεως ανέφερε κατά τη συνεδρίαση ότι συχνά το Γραφείο της Επιτρόπου λαμβάνει παράπονα για τις αξιολογήσεις από πολυθεματικές επιτροπές, αλλά και για την απουσία παροχών για ομαλή προσαρμογή ΑμεΑ στον χώρο εργασίας τους, καθώς και για τις απαραίτητες διευκολύνσεις σε εξετάσεις. Σημείωσε, δε, ότι υπάρχουν ήδη αποφάσεις δικαστηρίων για την αξιολόγηση από πολυθεματικές επιτροπές, αναφέροντας ότι οι αποφάσεις αυτές δείχνουν τον δρόμο.
Πρόσθεσε ότι είναι πολύ υψηλός ο πήχης που τίθεται, διευκρινίζοντας ότι απαιτείται τα άτομα που υποβάλλουν αίτηση για διορισμό μέσω των ειδικών καταλόγων, να έχουν αρκετά υψηλό ποσοστό αναπηρίας, ώστε να εμπίπτουν στη νομοθεσία, αλλά όχι τόσο ψηλό ώστε να μην μπορούν να επιτελέσουν τα καθήκοντά τους.
Αυτό, εξήγησε, περιορίζει την απασχόληση ΑμεΑ. Ανέφερε ότι το θέμα της εργοδότησης ΑμεΑ στο δημόσιο, δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα από την απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα, όπου είναι ακόμα μεγαλύτερες οι αδυναμίες πρόσβασης, όπως είπε.
Η εκπρόσωπος του Γραφείου της Επιτρόπου επιβεβαίωσε ότι είναι υψηλότερα τα ποσοστά εργοδότησης ΑμεΑ στην εκπαίδευση, σημείωσε, όμως, ότι γι’ αυτό τον λόγο είναι περισσότερα τα παράπονα που υποβάλλονται για παροχές που διευκολύνουν την προσαρμογή τους. Επεσήμανε, όμως, ότι η νομοθεσία που προβλέπει ποσοστό 10% στους διορισμούς ΑμεΑ, δεν έχει πρόνοιες για την προαγωγή των υπαλλήλων αυτών.
Πάντως, εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας ανέφερε στη συνεδρίαση ότι και για την παραχώρηση διευκολύνσεων για προσαρμογή εκπαιδευτικών ΑμεΑ στον χώρο εργασίας τους, δεν υπάρχει κατεύθυνση στη νομοθεσία, αλλά αυτές παραχωρούνται κατά την κρίση των επιθεωρητών και ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν. Επεσήμανε ότι θα πρέπει να υπάρχει κατεύθυνση από το Τμήμα Ενσωμάτωσης για τις διευκολύνσεις.
Την απουσία υποδομών για ΑμεΑ επεσήμανε και ο Πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ, Δημήτρης Ταλιαδώρος, ο οποίος ανέφερε ότνι πέραν από το θέμα των διευκολύνσεων, η νομοθεσία δεν ρυθμίζει και το θέμα της τοποθέτησης των εκπαιδευτικών ΑμεΑ μετά τον διορισμό, επομένως και αυτό είναι κάτι που επαφίεται στην Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας.
Ο κ. Ταλιαδώρος ανέφερε ότι στην εκπαίδευση τηρείται η πρόνοια για 10% των προσφερόμενων θέσεων σε ΑμεΑ. Πρόσθεσε, όμως, ότι το Υπουργείο Παιδείας έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει ΑμεΑ και σε άλλους τομείς, παραπέμποντας στο θέμα των αποσπάσεων εκπαιδευτικών. Είπε ότι θα μπορούσε το Υπουργείο να προκρίνει ΑμεΑ στις αποσπάσεις, επισημαίνοντας ότι η έδρα μίας τάξης με 25 παιδιά έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις.
Η Πρόεδρος της ΠΟΕΔ, Μύρια Βασιλείου, επιβεβαίωσε ότι υπάρχουν ζητήματα σε ό,τι αφορά την καλύτερη ενσωμάτωση και προσαρμογή των ΑμεΑ εκπαιδευτικών, σημειώνοντας ότι θα πρέπει να εξεταστούν διευκολύνσεις όπως η μείωση διδακτικών ωρών, καθώς, όπως είπε, υπάρχουν και άτομα των οποίων η αναπηρία προκύπτει μετά τον διορισμό.
Οι συντεχνίες υπογράμμισαν την ανάγκη για διασφάλιση καλύτερης εφαρμογής της νομοθεσίας σε όλο τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Εκ μέρους της ΠΑΣΥΔΥ, ο Κωνσταντίνος Ζαχαριάδης ανέφερε ότι χρειάζεται να ενημερωθούν τα ΑμεΑ καλύτερα για τις πρόνοιες του νόμου, αλλά και να διασφαλιστεί τόσο η διευκόλυνσή τους στις εξετάσεις, αλλά και η δυνατότητα των οργανισμών να αποδεχθούν ΑμεΑ, τόσο σε υποδομές, όσο και σε ό,τι αφορά τη νοοτροπία διευθυντών.
Εκ μέρους της ΠΕΟ, η Δέσποινα Παναγιώτου είπε ότι εφόσον νόμος υπάρχει, δεν θα έπρεπε οι θεσμοί να αποκλείουν τα ΑμεΑ, και πρόσθεσε ότι διαδικασίες πρέπει να λειτουργούν με διαφάνεια και να μην εξαιρούνται άτομα που έχουν όλα τα πιστοποιητικά που αποδεικνύουν ότι είναι χρήσιμα σε μία υπηρεσία. Εκ μέρους της ΣΕΚ, ο Γιώργος Κωνσταντίνου, ζήτησε να απαντήσουν οι υπηρεσιακοί σχετικά με το πόσες αιτήσεις γίνονται από ΑμεΑ, για να μπορέσει να αξιολογηθεί και το μέγεθος του προβλήματος.
Σε δηλώσεις του μετά τη συνεδρίαση ο κ. Καυκαλιάς ανέφερε ότι ζητήθηκαν να παρουσιαστούν στοιχεία από τις αρμόδιες υπηρεσίες, για το κατά πόσον τηρούνται οι πρόνοιες της νομοθεσίας για πρόσληψη ατόμων με αναπηρία στο ποσοστό 10% των προσφερόμενων θέσεων, για το ποσοστό προσλήψεων ΑμεΑ επί του συνολικού αριθμού προσλήψεων, για τον συνολικό αριθμό προσλήψεων κατά έτος για τα τελευταία 10 χρόνια, για τον συνολικό αριθμό των προσλήψεων των τελευταίων 10 χρόνων σε διάφορες θέσεις του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και για το πόσες αιτήσεις υποβλήθηκαν τα τελευταία 10 χρόνια στην ειδική πολυθεματική επιτροπή και πόσες εξ αυτών απορρίφθηκαν.
Ο κ. Καυκαλιάς είπε ότι ζητήθηκε από όλους τους εμπλεκόμενους να επανέλθουν τον Μάιο και με συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά και με εισηγήσεις, ενώ σημείωσε ότι, με βάση τα στοιχεία που θα λάβουν θα προχωρήσουν και οι Βουλευτές σε επεξεργασία των δεδομένων.
Η Βουλευτής του ΔΗΣΥ, Σάβια Ορφανίδου, υπογράμμισε ιδιαίτερα σε δηλώσεις της μετά τη συνεδρίαση το θέμα της πρόσληψης ατόμων με νοητική υστέρηση, ατόμων με σύνδρομο down, αλλά και ατόμων με αόρατες αναπηρίες. Σημείωσε, ενδεικτικά, ότι άτομο με σύνδρομο down, κάτοχος πανεπιστημιακού διπλώματος, πέρασε από τις διαδικασίες πρόσληψης και από την πολυθεματική επιτροπή, όμως δεν κρίθηκε ότι μπορεί να διοριστεί, αν και κατάφερε να βρει εργασία στον ιδιωτικό τομέα.
«Κάνουμε μεγάλη έκκληση προς το Υπουργείο και το Τμήμα Ενσωμάτωσης να επαναξιολογήσει τις διαδικασίες, να προβληματιστεί ούτως ώστε να δοθούν διευκολύνσεις στα άτομα με νοητική στέρηση, σε άτομα με σύνδρομο down και με αόρατες αναπηρίες για να μπορούν να προσλαμβάνονται και στο δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, γιατί οφείλουμε ως Πολιτεία να κάνουμε ακόμα περισσότερο για αυτά τα άτομα, τα οποία καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια και με πολλές θυσίες και με πολύ κόπο φτάνουν εδώ που έχουν φτάσει», είπε η κ. Ορφανίδου.
Ο Βουλευτής της ΔΗΠΑ-Συνεργασία, Αλέκος Τρυφωνίδης, ανέφερε στις δηλώσεις του ότι μέσα από όσα ακούστηκαν στη συνεδρίαση, φάνηκε το μέγεθος της αδυναμίας του συστήματος να στηρίξει τα ΑμεΑ στην εργασία. Έκανε λόγο, δε, για έλλειψη πολιτικής βούλησης για επίλυση των προβλημάτων που εντοπίζονται, και υπογράμμισε ότι επιβάλλεται ο σχεδιασμός κεντρικής πολιτικής από το κράτος για το ζήτημα αυτό.
Είπε, ακόμα, ότι είναι προβληματικός ο ρόλος και η σύνθεση της πολυθεματικής ομάδας που αξιολογεί τους εκπαιδευτικούς με αναπηρίες, αναφέροντας ότι θα πρέπει να αναβαθμιστεί η λειτουργία της ομάδας αυτής.