Στον στόχο για επίτευξη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για επιστροφές μεταναστών από την ΕΕ στις χώρες καταγωγής τους, αλλά και στις παραμέτρους ασφάλειας στο πλαίσιο της ζώνης Σένγκεν αναφέρθηκαν την Πέμπτη το πρωί, κατά την άφιξή τους στο Συνεδριακό Κέντρο Φιλοξενία στη Λευκωσία, ο Υφυπουργός Μετανάστευσης, Νικόλας Ιωαννίδης, και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Κώστα Φυτιρής, για την άτυπη Σύνοδο Υπουργών Εσωτερικών Υποθέσεων και Δικαιοσύνης, που πραγματοποιείται κατά το διήμερο 22 και 23 Ιανουαρίου. Το θέμα των επιστροφών ανέδειξαν στις δηλώσεις τους πριν από την έναρξη της Συνόδου, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη τώρα, και οι Υπουργοί κρατών μελών και οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι.
«Είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε τη μεγαλύτερη δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσουμε την έγκαιρη εφαρμογή του Συμφώνου Ασύλου και Μετανάστευσης της ΕΕ», επανέλαβε ο κ. Ιωαννίδης, υπογραμμίζοντας ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι «για πρώτη φορά, έχουμε ένα συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο που θα μας επιτρέπει να αντιμετωπίσουμε την μετανάστευση με μια συγκεκριμένη μορφή» και υπογράμμισε ότι «γι’ αυτό, πρέπει να εξελίξουμε την ευκαιρία.
«Επιπλέον, είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε στις διαπραγματεύσεις για τον κανονισμό περί επιστροφής, ο οποίος θα δημιουργήσει ένα ισχυρό νομικό οικοδόμημα που θα διέπει τις επιστροφές και θα συμπληρώσει το Σύμφωνο», συνέχισε.
Εξήγησε ότι η συνάντηση στο πλαίσιο της Συνόδου θα εστιάσει «σε τρόπους διευκόλυνσης των επιστροφών υπηκόων τρίτων χωρών που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην ΕΕ, στις πατρίδες τους», υπογραμμίζοντας ότι στο πλαίσιο αυτό, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης και η Frontex θα έχουν πολύτιμη συνεισφορά.
«Επιπλέον, θα συζητήσουμε τις επιστροφές στη Συρία και το Αφγανιστάν, ιδίως καταδικασμένων εγκληματιών και ατόμων που αποτελούν απειλή για την εθνική ασφάλεια», συνέχισε ο κ. Ιωαννίδης, εκφράζοντας την προσδοκία για «μια εποικοδομητική συνάντηση και μια επιτυχημένη Προεδρία».
Εξάλλου, απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με τη δυνατότητα ανταλλαγής εμπειρίας με άλλα κράτη μέλη για τη διαδικασία επιστροφών, είπε ότι «έχουμε ήδη μοιραστεί βέλτιστες πρακτικές και εμπειρογνωμοσύνη με τους εταίρους μας και είμαστε πρόθυμοι να συζητήσουμε αυτό το θέμα ακόμη περισσότερο, για να αυξήσουμε τα ποσοστά και τους αριθμούς σε όλη την Ευρώπη».
Απαντώντας σχετικά με περαιτέρω σχεδιασμούς για αύξηση των επιστροφών στη Συρία, εξήγησε ότι, μετά την εφαρμογή πιλοτικού προγράμματος, εξετάζονται ιδέες για ένα νέο σχέδιο για την ενίσχυση των επιστροφών στη Συρία το 2026.
Ερωτηθείς για τις δευτερογενείς μετακινήσεις από την Κύπρο, ο κ. Ιωαννίδη είπε ότι «οι αριθμοί καταδεικνύουν ότι δεν έχουμε δευτερογενείς μετακινήσεις από την Κύπρο», προσθέτοντας ότι «εργαζόμαστε σκληρά για την εξάλειψη των δευτερογενών μετακινήσεων από την Κύπρο». Εξήγησε, δε, ότι επειδή η Κύπρος είναι ένα νησί στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ευρώπης, είναι δύσκολο για τους μετανάστες να μετακινηθούν στην ηπειρωτική χώρα.
Όσον αφορά τη Σένγκεν, είπε ότι αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για την κυβέρνηση, αναφέροντας ότι οι τεχνικές επιθεωρήσεις έχουν ολοκληρωθεί και αναμένεται έκθεση της Επιτροπής, εκφράζοντας την ελπίδα ότι θα υπάρξουν εξελίξεις εντός του 2026.
Ερωτηθείς σχετικά με τις ιδιαιτερότητες των ελέγχων στο πλαίσιο της ζώνης Σένγκεν, λόγω του κανονισμού της πράσινης γραμμής στην Κύπρο, ο κ. Ιωαννίδης εξέφρασε την πεποίθηση «ότι υπάρχει μια κατανόηση και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και από τα κράτη-μέλη ότι ενεργούμε στη βάση του κανονισμού για την πράσινη γραμμή που είναι ένα ειδικότερο νομικό πλαίσιο και ακριβώς ο ίδιος ο κανονισμός λέει ότι η πράσινη γραμμή δεν είναι σύνορο».
Συνέχισε λέγοντας ότι αυτό «μας δίνει τη νομική βάση για να κάνουμε ελέγχους, μεταξύ άλλων και για τη μετανάστευση, και αυτό κάνουμε εδώ και 21 χρόνια σχεδόν 22, άρα είμαστε έτοιμοι και αντιμετωπίζουμε ήδη εδώ και χρόνια αυτή την πρόκληση χωρίς, το τονίζω, να θεωρούμε ούτε πρόκειται να θεωρηθεί ποτέ η πράσινη γραμμή ως σύνορο». Επεσήμανε ότι πρόκειται για μια γραμμή κατάπαυσης του πυρός, λόγω της παράνομης κατοχής της Κύπρου από την Τουρκία.
«Συνεχίζουμε όμως τους ελέγχους στη βάση αυτής της ειδικής νομικής βάσης και είμαστε αισιόδοξοι ότι θα πετύχουμε την ένταξη στη ζώνη Σέγκεν, η οποία θα είμαστε το τελευταίο κράτος μέλος και είναι πολύ σημαντικό νομίζω και για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς είμαστε όπως είπα στο νοτιοανατολικότερο άκρο και η ασφάλεια σε αυτή την περιοχή είναι πολύ σημαντική για την ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ολότητά της», κατέληξε ο κ. Ιωαννίδης.
Από την πλευρά του ο Υπουργός Δικαιοσύνης Κώστας Φυτιρής, δήλωσε προσερχόμενος ότι οι Υπουργοί θα συζητήσουν πώς να διαφυλάξουν τη ζώνη Σένγκεν, αποτρέποντας τις δευτερογενείς μετακινήσεις. «Η Σένγκεν βασίζεται στην εμπιστοσύνη και την κοινή ευθύνη», είπε, προσθέτοντας ότι «εστιάζουμε στο να βελτιώσουμε την εφαρμογή των υφιστάμενων μέτρων στην πράξη, ενισχύοντας τη συνεργασία και διασφαλίζοντας ότι η ελεύθερη κυκλοφορία θα συνεχίσει να είναι καλύτερη σε όλη την Ευρώπη μέσω της ασφάλειας και της αποτελεσματικής εφαρμογής».
Έμφαση στις επιστροφές από πλευράς Ευρωπαίων εταίρων
Σε δηλώσεις του κατά την προσέλευσή του ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης, Μάγκνους Μπρούνερ, σημείωσε ότι ήταν «μια πολύ καλή χρονιά όσον αφορά τη διαχείριση της μεταναστευτικής πολιτικής, κάτι πάνω στο οποίο μπορούμε να βασιστούμε τώρα το 2026 με την Κυπριακή Προεδρία».
Ανέφερε ότι υπάρχουν κάποια ανοιχτά ερωτήματα για τις επιστροφές, σημειώνοντας ότι σε αυτό θα επικεντρωθούν οι εταίροι κατά τη διάρκεια αυτής της άτυπης συνάντησης.
«Ο κανονισμός για τις επιστροφές συζητείται στο Κοινοβούλιο και είναι πολύ σημαντικός για το επόμενο βήμα», πρόσθεσε. Όσον αφορά την εξωτερική διάσταση των επιστροφών, εξήγησε ότι η μεταναστευτική διπλωματία είναι σημαντική και ότι η συνεργασία με τρίτες χώρες συμβάλλει για να βελτιωθεί η απόδοση στις επιστροφές, αν και εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση.
«Στη συνέχεια, θα επικεντρωθούμε στον νέο κανονισμό και την εντολή της Frontex, που έρχεται φέτος», κατέληξε ο κ. Μπρούνερ, σημειώνοντας ότι η Frontex παίζει σημαντικό ρόλο στην εξωτερική διάσταση και στη συνεργασία με τρίτες χώρες.
Η Έιμη Πόουπ, Γενική Διευθύντρια του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης και Συντονίστρια του Δικτύου των Ηνωμένων Εθνών για τη Μετανάστευση, απαντώντας σε ερωτήσεις αναφορικά με τη Συρία, είπε ότι η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται σε μια κατάσταση αποσύνθεσης και ότι μεγάλο μέρος της παραμένει μη ασφαλές και διεξάγονται συγκρούσεις.
Σημείωσε ότι πολλοί Σύριοι αναφέρουν πως επιθυμούν να επιστρέψουν στη χώρα τους, προσθέτοντας ότι ορισμένα μέρη της χώρας είναι πιο ασφαλή από άλλα. «Θα είναι απαραίτητο να έχουμε ανθρώπους που θέλουν να επιστρέψουν και να ανοικοδομήσουν και αυτό να συνδυαστεί με ξένη βοήθεια», επεσήμανε.
Η Άνελιν Βαν Μπόσουϊτ, Υπουργός Ασύλου και Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ενσωμάτωσης του Βελγίου, δήλωσε προσερχόμενη ότι οι επιστροφές συνιστούν σημαντική παράμετρο μίας λειτουργικής μεταναστευτικής πολιτικής. Υπογράμμισε την ανάγκη να τεθούν σωστές προτεραιότητες και σημείωσε ότι χρειάζεται να εξεταστεί ιδιαίτερα το θέμα των επιστροφών σε Αφγανιστάν και Συρίας, για την αναζήτηση ευρωπαϊκών λύσεων, όπως είπε.
Ο Λεόν Γκλόντεν, Υπουργός Εσωτερικών του Λουξεμβούργου, προσερχόμενος στη Σύνοδο υπογράμμισε τη σημασία της επανένταξης ως μέρος της πολιτικής επιστροφών. Αναφέρθηκε στις εθελούσιες επιστροφές, λέγοντας ότι το Λουξεμβούργο προκρίνει την πολιτική αυτό και ότι την εφαρμόζει εδώ και ένα χρόνο, διαπιστώνοντας ότι λειτουργεί καλά. Σημείωσε ότι οι εθελούσιες επιστροφές, οι αναγκαστικές επιστροφές και η επανένταξη αποτελούν μέρος μιας παγκόσμιας πολιτικής για τη μετανάστευση.
Ο Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου της Ελλάδας, Αθανάσιος Πλεύρης, υπογράμμισε κατά τις δηλώσεις του προσερχόμενος στη Σύνοδο, ότι κεντρικό σημείο αποτελούν οι επιστροφές σε χώρες καταγωγής, καθώς και οι απελάσεις. Υπογράμμισε ως ιδιαίτερα σημαντικό ότι συζητιέται το χρονοδιάγραμμα για δημιουργία κέντρου επιστροφής εκτός ΕΕ.
Πηγή: ΚΥΠΕ



