Αντιδράσεις προκάλεσε η κίνηση του Αρχηγού της Αστυνομίας Θεμιστού Αρναούτη να τοποθετηθεί γραπτώς ενώπιον της Επιτροπής Νομικών ο Αρχηγός Αστυνομίας, Θεμιστός Αρναούτης, σε σχέση με την απόφαση του να τροποποιήσει το ωράριο περίπου 1.000 αστυνομικών.
Ο κ. Αρναούτης σημείωσε ότι υπήρξαν διαβουλεύσεις και ότι η εμπιστοσύνη του στους θεσμούς είναι δεδομένη, ενώ ανέφερε πως, «για τον λόγο αυτό δεν θα δεχθώ ερωτήσεις ή περαιτέρω τοποθετήσεις επί του θέματος».
Αυτούσια η τοποθέτηση του Αρχηγού Αστυνομίας
Δήλωση Αρχηγού Αστυνομίας Κύπρου ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών
Καλή σας μέρα. Πριν αρχίσω με την τοποθέτηση μου, θα ήθελα να πάρω μερικά δευτερόλεπτα από το χρόνο σας για να τιμήσουμε ένα ξεχωριστό άνθρωπο. Σήμερα, η σκέψη όλων μας στην Αστυνομία Κύπρου βρίσκεται με την οικογένεια και τους οικείους του συναδέλφου μας Γιώργου-Ιάσωνα Φαίδωνος. Τιμούμε τη μνήμη αυτού του άξιου νέου, με σεβασμό και σιωπή, γνωρίζοντας ότι η αποστολή μας συνεχίζεται με την ίδια ευθύνη απέναντι στην κοινωνία.
Ως Αρχηγός της Αστυνομίας, έχω πλήρη επίγνωση της θεσμικής μου αποστολής και των ευθυνών που απορρέουν από αυτή με βάση το Άρθρο 8 του Περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (Ν. 73(Ι)/2004). Ο νόμος είναι σαφής: η διοίκηση και η εύρυθμη λειτουργία της Αστυνομίας, η διασφάλιση της δημόσιας τάξης και η ορθολογική διαχείριση των πόρων αποτελούν ευθύνη που ασκείται με λογοδοσία και διαφάνεια. Για λόγους καθαρότητας και θεσμικής τάξης, παραθέτω συνοπτικά τα πραγματικά δεδομένα που αφορούν στην εναρμόνιση του ωραρίου εργασίας της Αστυνομίας. Η εναρμόνιση του ωραρίου της Αστυνομίας με το ωράριο της Δημόσιας Υπηρεσίας δεν αποτελεί αιφνίδια ή μονομερή πρωτοβουλία. Αντιθέτως, υπήρξε διαχρονικό αίτημα των ίδιων των μελών της Αστυνομίας και των συνδικαλιστικών τους εκπροσώπων.
Το Μάϊο του 2019, μετά από θεσμική διαβούλευση στο αρμόδιο συλλογικό όργανο (ΜΕΠΑ), το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφαση του Αρ. 87.600 αποφάσισε τη σταδιακή μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας από 40 σε 37,5 ώρες, με ρητή πρόνοια ότι οποιεσδήποτε λειτουργικές ανάγκες θα εξετάζονταν στο πλαίσιο ευρύτερης αναδιοργάνωσης και εκσυγχρονισμού της Αστυνομίας.
Το Δεκέμβριο του 2019, εσείς, η Βουλή των Αντιπροσώπων επικύρωσε την απόφαση αυτή και την ψήφισε σε Κανονισμό (Κ.Δ.Π. 414/2019).
Ωστόσο, στην πράξη, η εφαρμογή της υπήρξε αποσπασματική και άνιση, δημιουργώντας διαφοροποιήσεις μεταξύ προσωπικού γραφείου και προσωπικού βάρδιας, με συνέπειες τόσο στην επιχειρησιακή συνοχή όσο και στην αίσθηση δικαιοσύνης εντός του Σώματος.
Για λόγους που προκαλούν απορία, ο Κανονισμός αυτός δεν εφαρμόστηκε από τους προκατόχους μου, παρά το ότι είχε εγκριθεί θεσμικά και ψηφιστεί από τη Βουλή. Σήμερα βρισκόμαστε εδώ για να προχωρήσουμε στην εφαρμογή του, έστω και καθυστερημένα.
Με την ευκαιρία αυτή θέλω επίσης να αναφέρω ότι, στο μεταξύ, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού και συνολικής αναδιοργάνωσης της Αστυνομίας, ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες μελέτησαν σε βάθος τα ζητήματα ανθρώπινου δυναμικού, επιχειρησιακής απόδοσης και ευημερίας του προσωπικού. Τα συμπεράσματα ήταν ξεκάθαρα: η προσαρμογή των ωραρίων στις σύγχρονες συνθήκες εργασίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μια σύγχρονη, αποτελεσματική και ανθρώπινη Αστυνομία.
Λαμβάνοντας υπόψη:
την επιχειρησιακή αποστολή και τις ανάγκες δημόσιας ασφάλειας, να το δημοσιονομικό πλαίσιο και την ορθολογική αξιοποίηση προσωπικού,
να τις αρχές υγείας και ασφάλειας στην εργασία,
να τα ευρωπαϊκά πρότυπα διοίκησης σωμάτων ασφαλείας καθώς, και
να τις αυξημένες απαιτήσεις που απορρέουν από την Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
άσκησα τις νόμιμες εξουσίες μου για προσαρμογή του ωραρίου και για να είμαι απόλυτα σαφής, τη μείωση του ωραρίου των μελών που εργάζονται με σύστημα βάρδιας, με μοναδικό στόχο την ενίσχυση της επιχειρησιακής ετοιμότητας, της αποτελεσματικότητας και της βιωσιμότητας του Σώματος.
Θέλω να είμαι απολύτως ξεκάθαρος: ο εκσυγχρονισμός της Αστυνομίας δεν στρέφεται εναντίον των ανθρώπων της. Αντιθέτως, γίνεται για αυτούς και μαζί με αυτούς.
Μια σύγχρονη Αστυνομία οφείλει να προστατεύει τον πολίτη, αλλά και να σέβεται τον αστυνομικό. Να είναι αποτελεσματική, αλλά και δίκαιη. Να ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της εποχής, χωρίς να εγκλωβίζεται σε πρακτικές του παρελθόντος.
Καθώς το ζήτημα βρίσκεται ενώπιον της Δικαιοσύνης, θεωρώ θεσμικά ορθό να μην επεκταθώ περαιτέρω. Για τον λόγο αυτό δεν θα δεχθώ ερωτήσεις ή περαιτέρω τοποθετήσεις επί του θέματος. Η εμπιστοσύνη μου στους θεσμούς είναι δεδομένη.
Η ευθύνη μου, όμως, παραμένει ξεκάθαρη: να οδηγήσω την Αστυνομία Κύπρου σε μια νέα εποχή επαγγελματισμού, αποτελεσματικότητας και σεβασμού, προς την κοινωνία και προς τα ίδια της τα μέλη.



