21.8 C
Nicosia
Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2026 | 19:08

Ανατροπή στην υπόθεση της Μονής Αββακούμ – Το Ανώτατο ακυρώνει το διάταγμα κατακράτησης των τριών συσκευών

Ανατροπή στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ φέρνει ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο δικαιώνει εν μέρει τον μοναχό Νεκτάριο, ακυρώνοντας ως παράνομο το διάταγμα για την κατακράτηση των τριών συσκευών με το επίμαχο οπτικοακουστικό υλικό. Οι δικαστές έκριναν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας υπερέβη τη δικαιοδοσία του, καθώς δεν υπήρχε η απαιτούμενη νομική βάση για την έκδοση του διατάγματος, ξεκαθαρίζοντας, ωστόσο, ότι η Αστυνομία διατηρεί το δικαίωμα κατοχής των συσκευών.

Με ομόφωνη απόφασή του, ημερομηνίας 3 Νοεμβρίου 2026, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το διάταγμα κατακράτησης των τεκμηρίων εκδόθηκε χωρίς την απαραίτητη νομική εξουσιοδότηση και καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η ακύρωση του διατάγματος δεν επηρεάζει το δικαίωμα της Αστυνομίας να διατηρεί στην κατοχή της τις συγκεκριμένες συσκευές, καθώς αυτές είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στις ανακριτικές αρχές.

Η υπόθεση αφορά τρεις ηλεκτρονικές συσκευές με βίντεο και άλλο οπτικοακουστικό υλικό που καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής. Οι συσκευές παραδόθηκαν στην Αστυνομία από τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα, ο οποίος ήταν μέλος της αδελφότητας και είχε πρόσβαση στο σύστημα παρακολούθησης.

Το ιστορικό της υπόθεσης συνδέεται με τις εκατέρωθεν καταγγελίες μεταξύ του Μητροπολίτη Ταμασσού και του πρώην ηγουμένου της Μονής. Αρχικά, ο Μητροπολίτης προέβη σε καταγγελία για φερόμενα αδικήματα οικονομικής φύσεως από τον μοναχό Νεκτάριο. Ακολούθησε καταγγελία του τελευταίου και άλλων μοναχών εναντίον του Μητροπολίτη, του Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα και άλλων προσώπων, για διάφορα αδικήματα, μεταξύ των οποίων και παραβιάσεις της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Στο πλαίσιο διερεύνησης των καταγγελιών, ο Αρχιμανδρίτης Βαρνάβας παρέδωσε οικειοθελώς τις τρεις συσκευές στην Αστυνομία. Στη συνέχεια, μετά τη διαρροή βίντεο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα διενήργησε αυτεπάγγελτο έλεγχο, εντοπίζοντας, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες τόσο του μοναχού Νεκταρίου όσο και του Μητροπολίτη Ταμασσού και του Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα σε σχέση με την εγκατάσταση, τη λειτουργία και την επεξεργασία δεδομένων από το σύστημα παρακολούθησης. Ακολούθησε η διαβίβαση του ποινικού φακέλου στη Νομική Υπηρεσία και η παροχή οδηγιών για ποινικές διώξεις.

Η Αστυνομία είχε αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ζητώντας την κατακράτηση των τεκμηρίων μέχρι την ολοκλήρωση των εξετάσεων και την εκδίκαση των σχετικών ποινικών υποθέσεων. Το αίτημα εγκρίθηκε στις 3 Ιουλίου 2025.

Ο πρώην ηγούμενος αμφισβήτησε τη νομιμότητα του διατάγματος, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχε προηγηθεί νόμιμη κατάσχεση των συσκευών, όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία και ότι η κατακράτηση και ενδεχόμενη επεξεργασία του περιεχομένου τους ενδέχεται να παραβιάζουν δικαιώματα ιδιωτικής ζωής, προστασίας προσωπικών δεδομένων και θρησκευτικής ελευθερίας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας τους λόγους της έφεσης, συμφώνησε με την πρωτόδικη κρίση ότι το άρθρο 32 του Κεφ. 155 εφαρμόζεται σε αντικείμενα που έχουν κατασχεθεί στο πλαίσιο νόμιμης έρευνας, είτε με ένταλμα είτε χωρίς ένταλμα, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ωστόσο, οι συσκευές δεν είχαν κατασχεθεί κατόπιν έρευνας, αλλά είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στην Αστυνομία.

Η ουσιαστική διαφωνία του Εφετείου με την πρωτόδικη απόφαση αφορούσε τις συνέπειες αυτής της διαπίστωσης. Όπως υπογράμμισε, από τη στιγμή που το άρθρο 32 δεν εφαρμοζόταν, δεν υπήρχε νομική βάση για την έκδοση του διατάγματος κατακράτησης. Ως εκ τούτου, το διάταγμα έπρεπε να ακυρωθεί, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η Αστυνομία είχε δικαίωμα να κατέχει τις συσκευές λόγω της οικειοθελούς παράδοσής τους.

Το Δικαστήριο διευκρίνισε, επίσης, ότι η κατοχή των ηλεκτρονικών συσκευών από την Αστυνομία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με δικαίωμα πρόσβασης στο περιεχόμενο ή σε ιδιωτική επικοινωνία που ενδεχομένως περιλαμβάνεται σε αυτές. Η εξουσιοδότηση κατοχής ενός αντικειμένου και η εξουσιοδότηση πρόσβασης στην ίδια την ιδιωτική επικοινωνία αποτελούν διαφορετικά ζητήματα, τα οποία διέπονται από ξεχωριστές νομικές προϋποθέσεις.

Αντίθετα, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τον τέταρτο λόγο έφεσης, με τον οποίο προβαλλόταν ότι η πρωτόδικη απόφαση παρέλειψε να εξετάσει ουσιαστικά ζητήματα νομιμότητας και αναλογικότητας υπό το πρίσμα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έκρινε ότι η απλή κατοχή των τεκμηρίων από την Αστυνομία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία ή ότι παρέχει αυτομάτως σχετικό δικαίωμα.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε τους τρεις πρώτους λόγους έφεσης και απέρριψε τον τέταρτο. Εξέδωσε προνομιακό ένταλμα Certiorari, με το οποίο ακύρωσε το διάταγμα κατακράτησης της 3ης Ιουλίου 2025, ενώ επιδίκασε υπέρ του μοναχού Νεκταρίου και εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα τα έξοδα τόσο της πρωτόδικης διαδικασίας όσο και της έφεσης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Press Room

Μείνετε ενημερωμένοι με τo newsletter μας!

ΑρχικήΚΥΠΡΟΣΔΙΑΦΟΡΑΑνατροπή στην υπόθεση της Μονής Αββακούμ – Το Ανώτατο ακυρώνει το διάταγμα...