Η κίνηση είναι σημαντική, ακόμη και αν οι ποσότητες θα είναι περιορισμένες σε σύγκριση με την αμερικανική κατανάλωση: Οι πρώτοι 300.000 τόνοι κάνουν μικρή διαφορά.
Αυτό που έχει σημασία είναι το πολιτικό μήνυμα, το οποίο είναι δηκτικό για την Ουκρανία και ιδιαίτερα για την Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι έχουν διακόψει τις προμήθειες από τη Ρωσία. Ίσως τώρα ένα μικρό μέρος αυτού του ρωσικού ντίζελ να φτάσει στην Ευρώπη σε υψηλότερη τιμή. Είναι ένα πλήγμα, το οποίο πιθανότατα θα πληρώσουμε και εμείς οι καταναλωτές.
Το ερώτημα είναι όμως γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες, που είναι πλέον η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα-η παραγωγή πλησιάζει τα 14 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, και παράγει ήδη περισσότερο πετρέλαιο από ό,τι η Σαουδική Αραβία και το Ιράκ μαζί- χρειάζεται το ρωσικό ντίζελ, για να μειωθεί η τιμή στα αμερικανικά πρατήρια καυσίμων.
Η βενζίνη στις ΗΠΑ κοστίζει τώρα περίπου 4,36 δολάρια ανά γαλόνι-, 41% περισσότερο από ό,τι πριν από ένα χρόνο, ενώ το ντίζελ έχει εκτοξευθεί κατά 71% στα 6,28 δολάρια.
«Ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο δεν είναι σε θέση να ελέγξει την τιμή του πετρελαίου ή έστω να εγγυηθεί ότι οι πολίτες του μπορούν να ανεφοδιαστούν με καύσιμα σε προσιτές τιμές.
Τα προϊόντα διύλισης
Το ζήτημα των διυλισμένων προϊόντων διύλισης του πετρελαίου είναι καίριο. Το αργό πετρέλαιο δεν είναι το ίδιο με τη βενζίνη ή το ντίζελ, τα οποία παράγονται σε διυλιστήρια.
Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι μόνο το πόσο πετρέλαιο εξάγεται, αλλά και το πού παράγεται, πώς μεταφέρεται, ποια διυλιστήρια μπορούν να το επεξεργαστούν και πόσο καύσιμο φτάνει τελικά στους καταναλωτές.
Ο Εντ Κρουκς, αντιπρόεδρος για την Αμερική στην εταιρεία συμβούλων ενέργειας Wood Mackenzie, τονίζει ότι η παραγωγή ντίζελ στις ΗΠΑ καθορίζεται από εκατοντάδες μεμονωμένες αποφάσεις που λαμβάνονται από διαφορετικές εταιρείες, όχι από την κυβέρνηση όπως συμβαίνει στις χώρες μέλη του ΟΠΕΚ» . Το πρόβλημα τελικά, εξηγεί ο Κρουκς, δεν είναι μόνο το πόσο πετρέλαιο εξάγεται, αλλά και το πού παράγεται, πώς μεταφέρεται, ποια διυλιστήρια μπορούν να το επεξεργαστούν και πόσο καύσιμο φτάνει τελικά στους καταναλωτές», τονίζει και εξηγεί «Στις ΗΠΑ, η έλλειψη δυναμικότητας διύλισης δεν μπορεί να επιλυθεί γρήγορα και διάφοροι παράγοντες εξηγούν γιατί οι αγορές προϊόντων διύλισης είναι πολύ πιο πιεσμένες από την αγορά αργού πετρελαίου», προσθέτει
Ο Κρουκς προσθέτει ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο: οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν απόθεμα παραγωγικής ικανότητας που μπορεί να τεθεί γρήγορα σε λειτουργία. Οι πετρελαϊκές τους εταιρείες δεν παράγουν για να σταθεροποιήσουν την παγκόσμια αγορά, αλλά για να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη των μετόχων.
Συνεπώς, ενώ οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες επωφελούνται από τις υψηλότερες τιμές, αλλά οι καταναλωτές εξακολουθούν να επωμίζονται το κύριο βάρος του αυξανόμενου κόστους ντίζελ και βενζίνης ».
«Συμφόρηση» στο ντίζελ
Η Κρίστιν Χότνερ, επικεφαλής εμπορευμάτων και διαχειρίστρια περιουσιακών στοιχείων στην Vontobel, επισημαίνει ότι «αν και τα ισοζύγια αργού πετρελαίου βελτιώνονται, το κύριο σημείο συμφόρησης έχει μετατοπιστεί στα προϊόντα διύλισης, ιδίως στο ντίζελ».
Στην περίπτωση του ντίζελ, το καύσιμο πλήττεται ιδιαίτερα σκληρά από τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς και οι δύο εμπόλεμες πλευρές έχουν καταστήσει στρατιωτικό στόχο, τη βιομηχανία ντίζελ.
Στη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή, εκτιμάται ότι 5 έως 6 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ είναι «εκτός λειτουργίας», σημειώνουν οι ειδικοί ,προσθέτοντας ότι «οι διαταραχές στις ρωσικές υποδομές από τις Ουκρανικές επιθέσεις ,είναι απίθανο να εξαφανιστούν σύντομα».
Επιπλέον, «οι προσδοκίες για ισχυρή ανάκαμψη των κινεζικών εξαγωγών προϊόντων μπορεί να είναι υπερβολικά αισιόδοξες» και προειδοποιεί ότι «οι ναύλοι μεταφοράς αργού από τη Μέση Ανατολή στην Ασία έχουν εκτοξευτεί από 100.000 δολάρια. σε 1,6 εκατομμύρια, την ημέρα.
Υψηλότερο το κόστος στα διυλιστήρια
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προειδοποιεί ότι τα διυλιστήρια αντιμετωπίζουν ένα ολοένα και πιο δύσκολο δίλημμα: «Να αποδεχτούν πολύ υψηλότερο κόστος προμήθειας, να στραφούν σε λιγότερο κατάλληλες ποικιλίες αργού πετρελαίου και να μειώσουν τις αποδόσεις των προϊόντων ή να μειώσουν τη δραστηριότητα διύλισης, κάτι που θα επιβάρυνε περαιτέρω τις αγορές».
Με άλλα λόγια, το υπερβολικά υψηλό κόστος μεταφοράς θα μπορούσε να αναγκάσει τα διυλιστήρια να επεξεργάζονται λιγότερο πετρέλαιο ακριβώς τη στιγμή που ο κόσμος χρειάζεται να αναπληρώσει τα αποθέματα καυσίμων που χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.
«Το παράδοξο είναι ότι το κόστος μεταφοράς αργού πετρελαίου απειλεί να γίνει ένα νέο εμπόδιο στην παραγωγή των τόσο απαραίτητων προϊόντων διύλισης», λένε παράγοντες της αγοράς ενέργειας.
Πηγή: Ναυτεμπορική, Μιχάλης Ψύλος • [email protected]



