Το πιο ηχηρό προειδοποιητικό σήμα ότι το Ιράν όδευε προς μια βαθιά κρίση δεν ήρθε από τις φωνές της αντιπολίτευσης ή από τη συσσωρευμένη οργή μιας νεολαίας που διψά για περισσότερη ελευθερία. Ήρθε από την κατάρρευση μιας τράπεζας και μαζί της, από την αποκάλυψη ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος που δεν μπορούσε πια να κρύψει τις ρωγμές του.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Wall Street Journal, στα τέλη του περασμένου έτους, η Ayandeh Bank, τράπεζα που συνδεόταν στενά με κύκλους του καθεστώτος και κουβαλούσε ζημίες σχεδόν 5 δισ. δολαρίων από επισφαλή δάνεια, κατέρρευσε.
Η κυβέρνηση απορρόφησε το «κουφάρι» της σε κρατική τράπεζα και τύπωσε τεράστιες ποσότητες χρήματος για να καλύψει το έλλειμμα. Το πρόβλημα θάφτηκε – αλλά δεν λύθηκε.
Αντίθετα, η πτώχευση της Ayandeh μετατράπηκε σε σύμβολο και επιταχυντή μιας γενικευμένης οικονομικής αποσύνθεσης. Κατέδειξε ότι το ιρανικό τραπεζικό σύστημα, εξουθενωμένο από χρόνια κυρώσεων, κακής χρηματοδότησης και εξάρτησης από πληθωριστικό χρήμα, είχε γίνει βαθιά αφερέγγυο. Οικονομολόγοι εκτιμούν ότι τουλάχιστον πέντε ακόμη τράπεζες βρίσκονται σε παρόμοια θέση.
Η κρίση στη χειρότερη στιγμή
Η οικονομική έκρηξη ήρθε τη στιγμή που η αξιοπιστία της ιρανικής κυβέρνησης ήταν ήδη τραυματισμένη. Ο σύντομος αλλά αποκαλυπτικός πόλεμος του Ιουνίου με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες έδειξε ότι το καθεστώς δεν μπορούσε να προστατεύσει τον πληθυσμό του.
Παράλληλα, η άρνηση συμβιβασμού στο πυρηνικό πρόγραμμα κράτησε τις κυρώσεις ακλόνητες, ενώ οι απειλές για νέα πλήγματα επανήλθαν το φθινόπωρο.
Το ριάλ βυθίστηκε σε νέο σπιράλ υποτίμησης, χωρίς πραγματικά μέσα άμυνας. Οι αμερικανικές πιέσεις έκοψαν κρίσιμες ροές δολαρίων από το Ιράκ, περιόρισαν τα έσοδα από το πετρέλαιο και «πάγωσαν» τα συναλλαγματικά αποθέματα στο εξωτερικό.
Ένα σύστημα στημένο υπέρ των λίγων
«Ήταν μια τράπεζα άριστα συνδεδεμένη, βαθιά διεφθαρμένη – απόδειξη ότι το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός πλουτισμού των λίγων», σημειώνει στη Wall Street Journal ο Αντνάν Μαζαρέι, πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Η Ayandeh ιδρύθηκε το 2013 από τον επιχειρηματία Αλί Ανσάρι, πρόσωπο με πολιτικές διασυνδέσεις και ιδιοκτήτη υπερπολυτελών ακινήτων στο εξωτερικό. Η Βρετανία τον έθεσε πέρυσι υπό κυρώσεις, χαρακτηρίζοντάς τον «διεφθαρμένο τραπεζίτη» που χρηματοδοτούσε δίκτυα της ελίτ και τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Η τράπεζα προσέφερε τα υψηλότερα καταθετικά επιτόκια της αγοράς, προσελκύοντας εκατομμύρια καταθέτες, ενώ δανειζόταν αδιάκοπα από την κεντρική τράπεζα, η οποία τύπωνε χρήμα για να τη στηρίξει.
Μεγάλο μέρος των κεφαλαίων κατευθύνθηκε σε έργα συμφερόντων του ίδιου του ιδιοκτήτη – με κορυφαίο παράδειγμα το Iran Mall, ένα μνημείο χλιδής εν μέσω γενικευμένης στασιμότητας.
Από τη χρηματοπιστωτική κρίση στην κοινωνική έκρηξη
Όταν η Ayandeh διαλύθηκε, το κράτος ανέλαβε τα χρέη της και την ενέταξε στην κρατική Bank Melli. Για πολλούς Ιρανούς, όμως, είχε ήδη γίνει το απόλυτο σύμβολο ενός συστήματος που «παίζει» υπέρ μιας στενής ελίτ.
Το 2025 το ριάλ έχασε περίπου 84% της αξίας του έναντι του δολαρίου. Οι τιμές τροφίμων αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 72%. Οι μισθοί δεν ακολούθησαν. Καταστηματάρχες αδυνατούσαν να τιμολογήσουν, εισαγωγείς έχαναν χρήματα πριν καν πουλήσουν. «Η μεσαία τάξη έχει καταστραφεί», λέει μια καλλιτέχνιδα από την Τεχεράνη στην αμερικανική εφημερίδα. «Όταν δεν μπορείς πια να αγοράσεις φαγητό, δεν έχεις τίποτα να χάσεις».
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση περιέκοπτε επιδοτήσεις, καταργούσε ευνοϊκές ισοτιμίες και μείωνε τη στήριξη κατά περίπου 10 δισ. δολάρια, εντείνοντας την κοινωνική ασφυξία.
Διαδηλώσεις χωρίς εύκολη έξοδο
Οι κινητοποιήσεις εξαπλώθηκαν σε δεκάδες πόλεις, με χιλιάδες στους δρόμους παρά το μπλακάουτ στο διαδίκτυο και την αιματηρή καταστολή. Ό,τι κι αν ακολουθήσει πολιτικά, οι οικονομικές πιέσεις δεν εξαφανίζονται.
«Αν μπορούσαν να ξοδέψουν για να βγουν από την κρίση, θα το είχαν κάνει ήδη», παρατηρεί ο Έρικ Μέγιερσον της SEB. «Το ότι καταφεύγουν στη βία δείχνει πόσο περιορισμένα είναι πλέον τα περιθώρια του καθεστώτος».
Η κατάρρευση μιας τράπεζας δεν ήταν απλώς ένα οικονομικό γεγονός. Ήταν το σημείο όπου το αδιέξοδο έγινε ορατό – και η οργή, αναπόφευκτη.



