18.8 C
Nicosia
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026 | 16:18

Η αδιαφορία μας είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Γράφει ο Δρ Άθως Αγαπίου (*)

Η πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι απλώς ένα σύνολο υλικών καταλοίπων του παρελθόντος. Είναι η μνήμη μας. Είναι η ταυτότητά μας. Είναι ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο και τη θέση μας μέσα σε αυτόν. Από έναν νερόμυλο ή μια εκκλησία με τοιχογραφίες, μέχρι το λευκαρίτικο κέντημα και τις άυλες παραδόσεις που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό που χρειάζεται φροντίδα για να επιβιώσει.

Υπάρχει μια λανθασμένη εντύπωση στην κοινωνία μας ότι η πολιτιστική μας κληρονομιά θα είναι πάντα εκεί. Ότι οι αρχαιολογικοί χώροι, τα μνημεία, τα ιστορικά κτήρια και οι παραδόσεις μας, που στέκουν σιωπηλοί μάρτυρες της ιστορίας μας, είναι κάτι σταθερό, αμετάβλητο, σχεδόν αυτονόητο. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Αν δεν τα προστατεύσουμε, αν τα αφήσουμε στη φθορά του χρόνου ή στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη, ίσως μια μέρα να έχουν απλώς εξαφανιστεί.

Κάθε χρόνο, η αρχαιολογική σκαπάνη φέρνει στο φως νέες, σημαντικές ανακαλύψεις που εμπλουτίζουν τη γνώση μας για το παρελθόν της Κύπρου. Και όμως, παρά τον πλούτο και τη μοναδικότητα της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, η αντιμετώπισή της παραμένει συχνά αποσπασματική, ευκαιριακή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιφανειακή.

Οι απειλές για την πολιτιστική μας κληρονομιά δεν περιορίζονται στους φυσικούς κινδύνους, όπως οι σεισμοί, η διάβρωση της θάλασσας ή η κλιματική αλλαγή. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο ανθρώπινος παράγοντας. Η αδιαφορία, που εκφράζεται μέσα από την ανεξέλεγκτη αστικοποίηση και μια οικονομική ανάπτυξη που δεν λαμβάνει υπόψη τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η λογική του «σιγά, είναι κάτι πέτρες» εξακολουθεί να εμφανίζεται κάθε φορά που ένα αρχαιολογικό εύρημα στέκεται εμπόδιο σε μια οικοδομική ή οικονομική ανάπτυξη. Αυτή η αντίληψη δεν είναι απλώς λανθασμένη. Είναι επικίνδυνη.

Παράλληλα, η πολιτιστική κληρονομιά εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως «πολυτέλεια» και ως  «φτωχός συγγενής» σε επίπεδο προϋπολογισμών και πολιτικών προτεραιοτήτων. Υποστελεχωμένες υπηρεσίες, περιορισμένοι πόροι και έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού συνθέτουν μια εικόνα που θα πρέπει να μας προβληματίζει. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων εδώ και χρόνια κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την υποστελέχωσή του, ενώ το επάγγελμα του αρχαιολόγου, όπως και πολλών άλλων συναφών ειδικοτήτων, δεν προσελκύει νέους επιστήμονες, ακριβώς επειδή δεν συνοδεύεται από ουσιαστική στήριξη και σαφή επαγγελματική προοπτική.

Και όμως, η επένδυση στην πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι κόστος. Είναι αναπτυξιακό εργαλείο. Εμπλουτίζει το τουριστικό προϊόν της χώρας, αναδεικνύει την Κύπρο ως έναν μοναδικό, πολυεπίπεδο προορισμό και δημιουργεί προστιθέμενη αξία που επιστρέφει στην κοινωνία. Η προστασία και η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς περνά μέσα από μια βιώσιμη αντίληψη ανάπτυξης, όχι σε σύγκρουση με αυτήν.

Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνολογία και η γεωπληροφορική προσφέρουν σήμερα εργαλεία που μέχρι πριν λίγα χρόνια φάνταζαν επιστημονική φαντασία. Δορυφόροι, ψηφιακές αποτυπώσεις, τεχνητή νοημοσύνη και προηγμένα μοντέλα ανάλυσης μάς επιτρέπουν να εντοπίζουμε θαμμένα αρχαιολογικά κατάλοιπα, να παρακολουθούμε την κατάσταση μνημείων σε πραγματικό χρόνο και να αποτυπώνουμε τον πραγματικό κόσμο σε έναν ψηφιακό, προσβάσιμο και διαχρονικό χώρο. Η ενάλια αρχαιολογία, για παράδειγμα, παραμένει σχεδόν άγνωστη, παρότι κρύβει ανεκτίμητο πλούτο.

Η Κύπρος διαθέτει αξιόλογες και διεθνώς αναγνωρισμένες ερευνητικές ομάδες στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά της ιδρύματα. Αυτό που συχνά λείπει είναι ο καλύτερος συντονισμός, η ουσιαστική συνεργασία με δήμους και κοινότητες και η δημιουργία ενός διεπιστημονικού «think tank» για την πολιτιστική κληρονομιά. Ένας χώρος διαλόγου και δράσης όπου θα συμμετέχουν όχι μόνο αρχαιολόγοι και συντηρητές, αλλά και μηχανικοί, γεωλόγοι, αρχιτέκτονες και ειδικοί της τεχνολογίας, στο πλαίσιο μιας ουσιαστικής και αμφίδρομης συνεργασίας.

Τέλος, αν θέλουμε πραγματικά να αλλάξουμε νοοτροπία, αυτό πρέπει να ξεκινήσει από την παιδεία. Δεν αρκεί η επαφή με τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους να περιορίζεται σε μια σχολική εκδρομή στο δημοτικό. Χρειάζεται συστηματική καλλιέργεια κουλτούρας από μικρή ηλικία, ώστε να μάθουμε να εκτιμούμε πρώτα τη δική μας πολιτιστική κληρονομιά  και όχι μόνο εκείνη των άλλων.

Η επένδυση στην πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι απλώς πράξη σεβασμού προς το παρελθόν. Είναι επένδυση στο μέλλον, στην παιδεία, στην οικονομία και στον ποιοτικό τουρισμό. Αν συνεχίσουμε να τη θεωρούμε δεδομένη, κινδυνεύουμε να τη χάσουμε και μαζί της ένα ουσιαστικό κομμάτι της ταυτότητάς μας. Γι’ αυτό και το μεγάλο στοίχημα για την κοινωνία και την πολιτεία είναι η ουσιαστική διαφύλαξη της για τις επόμενες γενιές.

(*) Επίκουρος Καθηγητής,

    Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Γεωπληροφορικής,

   Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕΠΑΚ)

   Συνδιευθυντής της Έδρας UNESCO για την Ψηφιακή Πολιτιστική Κληρονομιά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Press Room

Μείνετε ενημερωμένοι με τo newsletter μας!

ΑρχικήΑΝΑΛΥΣΕΙΣ-ΑΡΘΡΑ-ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣΗ αδιαφορία μας είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της πολιτιστικής μας κληρονομιάς