16.8 C
Nicosia
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026 | 14:31

Επίτροπος ΜακΓκραθ: Καταναλωτική εμπιστοσύνη και ανταγωνιστικότητα πρέπει να συμβαδίζουν

Η απλοποίηση διαδικασιών δεν σημαίνει απορρύθμιση, αλλά πιο έξυπνους, σαφείς και πιο εφαρμόσιμους κανόνες, δήλωσε ο Ευρωπαίος Επίτροπος για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη, το Κράτος Δικαίου και την Προστασία των Καταναλωτών, Μάικλ ΜακΓκραθ, σε συνέντευξή του στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΚΥΠΕ). Αναφερόμενος στην πρόσφατη Ατζέντα Καταναλωτή και στην επικείμενη Πράξη για την Ψηφιακή Δικαιοσύνη (Digital Fairness Act), τόνισε ότι η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η ανταγωνιστικότητα μπορούν και πρέπει να συμβαδίζουν.

Ο Επίτροπος βρίσκεται στην Κύπρο και θα συμμετάσχει την Τρίτη στην άτυπη σύνοδο των Υπουργών αρμόδιων για την ανταγωνιστικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, μίλησε στο ΚΥΠΕ για την Ατζέντα Καταναλωτή, την Πράξη για την Ψηφιακή Δικαιοσύνη και το προτεινόμενο 28ο καθεστώς για τη δημιουργία μιας νέας, πραγματικά ευρωπαϊκής εταιρικής δομής, της EU Inc.

Κληθείς να σχολιάσει τις ανησυχίες ότι αυστηρότεροι κανόνες προστασίας των καταναλωτών ενδέχεται να αυξήσουν το κόστος συμμόρφωσης και να περιορίσουν την καινοτομία, ο Επίτροπος ανέφερε ότι αφετηρία της Επιτροπής είναι πως «η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η ανταγωνιστικότητα μπορούν και πρέπει να συμβαδίζουν. Η Ενιαία Αγορά της ΕΕ μπορεί να λειτουργήσει στο μέγιστο των δυνατοτήτων της μόνο εάν οι καταναλωτές έχουν εμπιστοσύνη ότι οι κανόνες τους προστατεύουν δίκαια και με συνέπεια, όπου κι αν βρίσκονται στην Ένωση», προσθέτοντας ότι οι καταναλωτές πρέπει να πιστεύουν πως το σύστημα λειτουργεί προς όφελός τους.

«Η ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών δεν αποτελεί εμπόδιο για την ανταγωνιστικότητα, είναι προϋπόθεσή της. Χρειαζόμαστε επίσης ένα δίκαιο και ισότιμο πεδίο ανταγωνισμού στην Ενιαία Αγορά, που να ωφελεί τις επιχειρήσεις που σέβονται τον νόμο. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στον αθέμιτο ανταγωνισμό να υπονομεύει τα ευρωπαϊκά επιχειρηματικά μοντέλα και τις δομές της αγοράς», υπογράμμισε.

Ο κ. ΜακΓκραθ σημείωσε ότι η «ψηφιακή ανατροπή» αναδιαμορφώνει τη συμπεριφορά των καταναλωτών και τη δυναμική των αγορών με πρωτοφανή ρυθμό. Νέες πλατφόρμες, μεσάζοντες και τεχνικές στόχευσης μετασχηματίζουν τον τρόπο με τον οποίο προσφέρονται και καταναλώνονται αγαθά και υπηρεσίες. «Ορισμένες από αυτές τις εξελίξεις ενισχύουν την καινοτομία και την επιλογή. Άλλες βασίζονται σε πρακτικές που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη και στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Καθήκον μας είναι να διασφαλίσουμε ότι το ρυθμιστικό πλαίσιο συμβαδίζει με αυτή την πραγματικότητα», τόνισε.

Όπως εξήγησε, η Πράξη για την Ψηφιακή Δικαιοσύνη (Digital Fairness Act-DFA), «την οποία στοχεύουμε να παρουσιάσουμε το τέταρτο τρίμηνο του 2026, θα καλύψει τα εναπομείναντα κενά στη νομοθεσία μας για την προστασία των καταναλωτών. Στόχος της είναι να διασφαλίσει νομική βεβαιότητα για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά. Αντιμετωπίζοντας αθέμιτες πρακτικές, δεν θα ενισχύσει μόνο την προστασία των καταναλωτών, αλλά θα συμβάλει και στο να μην τίθενται οι συμμορφούμενες εταιρείες σε μειονεκτική ανταγωνιστική θέση».

Η DFA θα στοχεύει, συνεπώς, βασικές πηγές αδικίας που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη, όπως τα «σκοτεινά μοτίβα» (dark patterns) και ο εθιστικός σχεδιασμός, συνέχισε. Θα περιλαμβάνει επίσης ισχυρή διάσταση προστασίας των ανηλίκων. «Η προστασία των παιδιών δεν αποτελεί μόνο ηθική επιταγή – και χαιρετίζω το γεγονός ότι υπάρχει αυξανόμενη ετοιμότητα για δράση, στην Ευρώπη και πέραν αυτής. Είναι επίσης επένδυση στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ψηφιακής αγοράς, καθώς ενθαρρύνει την ενσωμάτωση της ασφάλειας και της υπευθυνότητας στον σχεδιασμό αυτών των εφαρμογών από την πρώτη ημέρα και, τελικά, στηρίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη», ανέφερε.

Σημειώνοντας ότι η απλοποίηση των διαδικασιών αποτελεί προτεραιότητα για την Επιτροπή αλλά και τον ίδιο, ανέφερε ότι γι’ αυτόν τον λόγο η DFA θα συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, τόνισε ότι «απλοποίηση δεν σημαίνει απορρύθμιση. Σημαίνει πιο έξυπνους, σαφείς και πιο εφαρμόσιμους κανόνες. Με βάση την εμπειρία και τις διαβουλεύσεις μας, βλέπουμε περιθώρια για στοχευμένη απλοποίηση χωρίς μείωση του επιπέδου προστασίας των καταναλωτών. Εξετάζουμε την απλοποίηση ορισμένων απαιτήσεων προσυμβατικής πληροφόρησης, καθώς και τη χαλάρωση των κανόνων για το δικαίωμα υπαναχώρησης 14 ημερών στις ψηφιακές συνδρομές και τους κανόνες μείωσης τιμών για τα ευπαθή αγαθά». Υπογράμμισε επίσης ότι το ενωσιακό δίκαιο για τους καταναλωτές είναι ήδη σχετικά ελαφρύ ως προς τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. «Σκοπεύουμε να διατηρήσουμε αυτή την προσέγγιση», διαβεβαίωσε.

Ερωτηθείς πώς διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων αυτών σε ολόκληρη την Ενιαία Αγορά, ιδίως σε μικρές αγορές όπως η Κύπρος, απάντησε ότι «οι ισχυροί και σαφείς κανόνες έχουν σημασία. Όμως οι κανόνες έχουν σημασία μόνο όταν εφαρμόζονται, με συνέπεια και αξιοπιστία, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Γι’ αυτό και η επιβολή βρίσκεται στον πυρήνα της Ατζέντας Καταναλωτή, εξήγησε. Οι καταναλωτές πρέπει να απολαμβάνουν το ίδιο επίπεδο προστασίας όπου κι αν ζουν στην Ένωση, και οι συμμορφούμενες επιχειρήσεις να μπορούν να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις, ανεξαρτήτως μεγέθους αγοράς, πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι οι μικρότερες αγορές, όπως η Κύπρος, δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά είναι αναπόσπαστο μέρος της Ενιαίας Αγοράς της ΕΕ και πρέπει να ωφελούνται πλήρως από αυτήν.

Σημείωσε ότι στο ισχύον πλαίσιο, η ευθύνη για την επιβολή της ενωσιακής νομοθεσίας προστασίας των καταναλωτών ανήκει στα κράτη μέλη. «Η Επιτροπή δεν επιβάλλει άμεσα το δίκαιο των καταναλωτών, αλλά διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη στήριξη και τον συντονισμό του έργου επιβολής των κρατών μελών όταν αντιμετωπίζονται διασυνοριακές παραβάσεις στο πλαίσιο του Κανονισμού για τη Συνεργασία Προστασίας των Καταναλωτών. Η συνεργασία αυτή είναι απαραίτητη σε μια ψηφιακή οικονομία όπου οι παράνομες πρακτικές σπάνια σταματούν στα εθνικά σύνορα», ανέφερε.

Ο Επίτροπος αναφέρθηκε στις πρόσφατες συντονισμένες ενέργειες στο πλαίσιο του Κανονισμού για τη Συνεργασία Προστασίας Καταναλωτών, κατά μεγάλων διαδικτυακών εμπόρων, όπως το Temu και το SHEIN, για παράνομες πρακτικές. Αυτές «αποδεικνύουν ότι το μοντέλο αυτό μπορεί να αποδώσει αποτελέσματα. Οι ενέργειες αυτές συμπληρώνονται από τις ίδιες τις έρευνες της Επιτροπής στο πλαίσιο της Πράξης για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA)», σημείωσε.

Ταυτόχρονα, πρόσθεσε, οι υποθέσεις αυτές ανέδειξαν και σαφείς περιορισμούς στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η επιβολή του δικαίου των καταναλωτών. «Ο συντονισμός μεταξύ των εθνικών αρχών μπορεί να είναι αργός και, σε ταχέως κινούμενες ψηφιακές αγορές, ο χρόνος κινδυνεύει να λειτουργήσει υπέρ όσων παρακάμπτουν ή παραβιάζουν τους κανόνες. Πρέπει να προσαρμοστούμε για να το αποτρέψουμε», τόνισε.

Ο κ. ΜακΓκραθ εξήγησε ότι ο συντονισμός μεταξύ των εθνικών αρχών είναι χρονοβόρος, κάτι που οι έμποροι ηλεκτρονικού εμπορίου εκμεταλλεύονται για να αποκτούν αθέμιτα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα έναντι των συμμορφούμενων εμπόρων. Επιπλέον, η απουσία αποτελεσματικών κυρώσεων στις συντονισμένες ενέργειες αποδυναμώνει την αποτρεπτική ισχύ και κινδυνεύει να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στο σύστημα.

«Ακριβώς γι’ αυτό, στην Ατζέντα Καταναλωτή 2030, η Επιτροπή ανακοίνωσε αναθεώρηση του Κανονισμού έως το τέλος του 2026. Ο στόχος μας είναι σαφής: να καταστήσουμε την επιβολή ταχύτερη, πιο συνεπή και πιο αποτρεπτική, διατηρώντας παράλληλα σημαντικό ρόλο για τις εθνικές αρχές. Στο πλαίσιο αυτού του έργου, διερευνούμε κατά πόσο, σε σαφώς καθορισμένες διασυνοριακές υποθέσεις, ένας ισχυρότερος ρόλος σε επίπεδο ΕΕ θα μπορούσε να συμβάλει στη διασφάλιση ταχείας και αποτελεσματικής επιβολής».

Ο Επίτροπος υπογράμμισε ότι η ισχυρότερη επιβολή δεν αφορά την προσθήκη γραφειοκρατίας για τις επιχειρήσεις. «Αφορά τη νομική βεβαιότητα, τη δικαιοσύνη και την εμπιστοσύνη. Η πιο συνεπής εφαρμογή του δικαίου των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση ωφελεί τους καταναλωτές, αλλά ωφελεί και τις επιχειρήσεις, ιδίως εκείνες που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά, παρέχοντας σαφείς κανόνες, προβλέψιμα αποτελέσματα και ισότιμο πεδίο ανταγωνισμού», ανέφερε, προσθέτοντας ότι εδώ εντάσσεται και η Πράξη για την Ψηφιακή Δικαιοσύνη. «Διευκρινίζοντας και εκσυγχρονίζοντας τους κανόνες για τις ψηφιακές αγορές, θα καταστήσει τις υποχρεώσεις πιο εύκολα κατανοητές για τις επιχειρήσεις και την επιβολή πιο συνεκτική για τις αρχές».

EU Inc.: μια νέα, πραγματικά ευρωπαϊκή εταιρική δομή

Ερωτηθείς ποιο πρόβλημα επιδιώκει να αντιμετωπίσει η προτεινόμενη «EU Inc.», ή 28ο καθεστώς, ανέφερε ότι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη είναι το κατακερματισμένο νομικό τοπίο. «Σήμερα, παρά την Ενιαία Αγορά, οι εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν 27 διαφορετικά εταιρικά δίκαια, κανόνες υποβολής εκθέσεων και απαιτήσεις συμμόρφωσης. Αυτός ο κατακερματισμός δημιουργεί υψηλό νομικό και διοικητικό κόστος, καθιστώντας δυσκολότερη την άντληση κεφαλαίων και επιβραδύνοντας την επέκταση των επιχειρήσεων. Λειτουργεί ως διαρθρωτικό εμπόδιο στην κλιμάκωση», δήλωσε.

Ως αποτέλεσμα, πρόσθεσε, υπερβολικά πολλές εταιρείες αναγκάζονται να αναζητούν ανάπτυξη και επέκταση εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου, καθώς κάθε επέκταση σε άλλο κράτος μέλος συνεπάγεται προσαρμογή σε νέο νομικό καθεστώς. «Στην πράξη, η αγορά των 450 εκατομμυρίων Ευρωπαίων δεν αποτελεί ακόμη μια πραγματικά ενιαία αγορά για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας».

Ο Επίτροπος ΜακΓκραθ παραδέχθηκε ότι η ΕΕ έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό και στο παρελθόν. Υπενθύμισε ότι η Societas Europaea (SE) αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα προόδου, ωστόσο χρειάστηκαν πάνω από 30 χρόνια για τη θέσπιση του νομικού της πλαισίου. «Παρότι αυτή η εταιρική μορφή υφίσταται σήμερα, παραμένει περίπλοκη, δαπανηρή στη σύσταση και ακατάλληλη για νεοφυείς επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις που βρίσκονται σε φάση ταχείας ανάπτυξης. Η πρόταση για την Ευρωπαϊκή Ιδιωτική Εταιρεία, από την πλευρά της, δεν έφτασε ποτέ στο στάδιο της υιοθέτησης. Έχουμε αντλήσει τα διδάγματά μας και δεν θα επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος», υποστήριξε.

Όπως επισήμανε, αυτό που διαφέρει σήμερα είναι «ο συνδυασμός της αδιαμφισβήτητης ζήτησης από τις επιχειρήσεις, η σαφής πολιτική δυναμική υπέρ της ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και των καινοτόμων ψηφιακών εργαλείων που καθιστούν την υλοποίηση εφικτή και άμεσα προσβάσιμη». Οι υφιστάμενοι κανόνες της ΕΕ συντονίζουν ορισμένες πτυχές του εταιρικού δικαίου, αλλά δεν παρέχουν ένα ενιαίο, ομοιόμορφο εταιρικό πλαίσιο που να εφαρμόζεται απρόσκοπτα σε ολόκληρη την Ένωση, σημείωσε, προσθέτοντας ότι το κενό αυτό εξακολουθεί να υφίσταται και να φρενάρει την Ευρώπη.

«Αυτή η πολυπλοκότητα λειτουργεί ως χειρόφρενο για την ανάπτυξη, την καινοτομία και τις επενδύσεις, περιορίζοντας το δυναμικό κερδοφορίας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και αποδυναμώνοντας την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης εντός της Ενιαίας Αγοράς, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να μετακινούνται, να δραστηριοποιούνται και να αντλούν κεφάλαια ελεύθερα και γρήγορα πέραν των συνόρων, χωρίς να αντιμετωπίζουν νέα νομικά εμπόδια σε κάθε βήμα», τόνισε.

Ο απώτερος στόχος του 28ου καθεστώτος είναι, συνεπώς, «η δημιουργία μιας νέας, πραγματικά ευρωπαϊκής εταιρικής δομής – της EU Inc. – με ένα ενιαίο και ομοιόμορφο σύνολο κανόνων, αποφεύγοντας 27 εθνικές παραλλαγές του ίδιου καθεστώτος. Η EU Inc. αφορά την απλότητα, την ταχύτητα και την κλίμακα», υποστήριξε.

Ο Επίτροπος ανέφερε ότι το νέο πλαίσιο θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καινοτόμων επιχειρήσεων, αλλά θα είναι νομικά διαθέσιμο σε όλες τις επιχειρήσεις, προσφέροντας απλές, ευέλικτες και ταχείες διαδικασίες για τη σύσταση και λειτουργία επιχειρήσεων σε ολόκληρη την ΕΕ, με ισχυρή έμφαση στην προσέλκυση επενδύσεων. «Συγκεκριμένα, οι επιχειρηματίες και οι καινοτόμες εταιρείες μας θα μπορούν να εγγράφουν μια εταιρεία οπουδήποτε στην ΕΕ εντός 48 ωρών – πλήρως διαδικτυακά – και να επωφελούνται από ένα ενιαίο καθεστώς κεφαλαίου σε όλα τα κράτη μέλη».

Στο πλαίσιο του 28ου καθεστώτος, «δίνουμε προτεραιότητα σε ένα ψηφιακό σύστημα “digital-first”, που θα προσφέρει εξ ορισμού ψηφιακές λύσεις στις εταιρείες σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους – από τη σύσταση και τη λειτουργία έως, κυρίως, την προσέλκυση επενδύσεων, αξιοποιώντας υφιστάμενα εργαλεία, όπως η διαδικτυακή σύσταση εταιρειών και το Πιστοποιητικό Εταιρείας της ΕΕ», είπε.

Τελικά, τα οφέλη της νέας EU Inc. θα γίνουν αισθητά πολύ πέραν της επιχειρηματικής κοινότητας, υποστήριξε. Θα μεταφραστούν σε καλύτερες θέσεις εργασίας, υψηλότερο βιοτικό επίπεδο και περισσότερες ευκαιρίες για τους πολίτες, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύσουν τη θέση της Ευρώπης στην παγκόσμια οικονομία μέσω μιας πιο ανταγωνιστικής, ανθεκτικής και καλά εδραιωμένης ευρωπαϊκής αγοράς, πρόσθεσε.

«Με αυτές τις πρωτοβουλίες, επιδιώκουμε να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον όπου περισσότερες επιχειρήσεις θα ιδρύονται στην Ευρώπη και θα μπορούν να αναπτύσσονται και να προσελκύουν κεφάλαια και επενδύσεις εντός των συνόρων μας. Με τη θέσπιση ενός σύγχρονου και απλού νομικού καθεστώτος για τις εταιρείες, ενισχύουμε την παγκόσμια ανταγωνιστικότητά μας και τοποθετούμε την Ευρώπη ως παγκόσμιο ηγέτη», υπογράμμισε.

Ερωτηθείς για το χρονοδιάγραμμα εντός του οποίου οι εταιρείες θα αρχίσουν να αισθάνονται στην πράξη τον αντίκτυπο της πρότασης για την EU Inc., απάντησε ότι η πρωτοβουλία βρίσκεται ακόμη σε προνομοθετικό στάδιο. «Οι εργασίες για την επικείμενη πρόταση βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη και το επίκεντρο αυτή τη στιγμή είναι η διαμόρφωση ενός πλαισίου που να είναι τόσο φιλόδοξο όσο και υλοποιήσιμο», ανέφερε.

Μόλις η πρόταση υιοθετηθεί και εφαρμοστεί, εκτίμησε ότι οι εταιρείες θα αρχίσουν να αισθάνονται σταδιακά τον πρακτικό αντίκτυπο, αρχίζοντας από την ευκολότερη και ταχύτερη σύσταση εταιρειών και την απλούστευση των διασυνοριακών δραστηριοτήτων, ιδίως για τις ΜμΕ και τις καινοτόμες επιχειρήσεις.

«Υπάρχει σαφές αίσθημα κατεπείγοντος, όπως εκφράστηκε και από τους ηγέτες της ΕΕ στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Οκτωβρίου. Η οικονομική ανάγκη είναι ευρέως κατανοητή και στόχος είναι να μεταφραστεί αυτή η δυναμική σε νόμο το συντομότερο δυνατό. Ως αρμόδιος Επίτροπος, επιθυμώ να δω την πρωτοβουλία να καθίσταται εφαρμοστέο δίκαιο όσο το δυνατόν ταχύτερα, ώστε να ανταποκριθεί στις παρούσες οικονομικές ανάγκες. Η ταχεία υιοθέτηση θα εξαρτηθεί από την ισχυρή πολιτική στήριξη των κρατών μελών, τις πειθαρχημένες νομοθετικές επιλογές, τη στενή συνεργασία μεταξύ των συννομοθετών – του Συμβουλίου Υπουργών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – καθώς και από την ισχυρή έμφαση στην εφαρμογή από την αρχή», υπογράμμισε.

Επιπλέον, πρόσθεσε, εξίσου σημαντική με την υιοθέτηση είναι και η αξιοποίηση του νέου πλαισίου. «Για να αποδώσει πλήρως το δυναμικό της, η EU Inc. πρέπει να προωθηθεί ενεργά μέσω των εθνικών διοικήσεων, των επιχειρηματικών δικτύων, των οικοσυστημάτων νεοφυών επιχειρήσεων και των επαγγελματιών του κλάδου. Οι επιχειρηματίες σε ολόκληρη την Ευρώπη πρέπει να κατανοήσουν όχι μόνο ότι το καθεστώς υπάρχει, αλλά και γιατί λειτουργεί προς όφελός τους».

Η EU Inc. πρέπει επίσης να ενταχθεί στη γενικότερη ατζέντα καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης, συνέχισε, παραπέμποντας στην Επίτροπο για τις Νεοφυείς Επιχειρήσεις, την Έρευνα και την Καινοτομία, Εκατερίνα Ζαχαρίεβα, η οποία, στο πλαίσιο της Πράξης Καινοτομίας, δήλωσε ότι η Ευρώπη δεν στερείται ιδεών ή ταλέντου – στερείται των συνθηκών που επιτρέπουν στην καινοτομία να κλιμακώνεται γρήγορα διασυνοριακά.

«Η EU Inc. μπορεί να συμβάλει στην παροχή του χαμένου κρίκου: μιας νομικής υποδομής που συμπληρώνει την πολιτική καινοτομίας, μειώνοντας τον κατακερματισμό, περιορίζοντας το κόστος συναλλαγών και επιτρέποντας στις καινοτόμες επιχειρήσεις να αναπτύσσονται απρόσκοπτα σε ολόκληρη την Ενιαία Αγορά. Σε ευθυγράμμιση με την επικείμενη Πράξη Καινοτομίας, μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση ότι οι καινοτομίες που αναπτύσσονται στην Ευρώπη θα εμπορευματοποιούνται, θα κλιμακώνονται και θα παραμένουν στην Ευρώπη», ανέφερε.

Τέλος, ερωτηθείς για την πολιτική αντίσταση που ενδέχεται να αντιμετωπίσει το εγχείρημα, απάντησε ότι, καθώς οι συζητήσεις προχωρούν, ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται να εκφράσουν ανησυχίες σχετικά με τις εθνικές αρμοδιότητες, ώστε να διασφαλιστεί ότι η EU Inc. δεν θα χρησιμοποιηθεί για την παράκαμψη της εθνικής εργατικής, κοινωνικής ή φορολογικής νομοθεσίας. «Είμαστε ξεκάθαροι σε αυτό το σημείο: η EU Inc. είναι ένα προαιρετικό εταιρικό πλαίσιο. Δεν αποτελεί εργαλείο παράκαμψης των εθνικών κανόνων εργασίας ή φορολογίας, αλλά μέσο μείωσης του νομικού κατακερματισμού, με πλήρη σεβασμό των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών», κατέληξε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Press Room

Μείνετε ενημερωμένοι με τo newsletter μας!

ΑρχικήΟΙΚΟΝΟΜΙΑΕΥΡΩΠΗΕπίτροπος ΜακΓκραθ: Καταναλωτική εμπιστοσύνη και ανταγωνιστικότητα πρέπει να συμβαδίζουν