Οι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί πιο πρόσφατα διαγιγνώσκονται συχνότερα και σε μικρότερη ηλικία με ψυχωτικές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια, σε σύγκριση με παλαιότερες γενιές, σύμφωνα με μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό CMAJ (Canadian Medical Association Journal).
Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα από περισσότερα από 12 εκατομμύρια άτομα που γεννήθηκαν στο Οντάριο του Καναδά μεταξύ 1960 και 2009. Από αυτούς οι 152.587 διαγνώστηκαν με ψυχωτική διαταραχή.
Μεταξύ 1997 και 2023 η ετήσια συχνότητα εμφάνισης ψυχωτικών διαταραχών αυξήθηκε κατά 60% στα άτομα ηλικίας 14-20 ετών, ενώ παρέμεινε σταθερή ή μειώθηκε στα άτομα ηλικίας 21 έως 50 ετών.
Τα ποσοστά νέων κρουσμάτων άρχισαν να αυξάνονται για όσους γεννήθηκαν από τη δεκαετία του 1980 και αργότερα.
Για παράδειγμα, άτομα που γεννήθηκαν από το 2000 έως το 2004 εκτιμήθηκε ότι είχαν 70% μεγαλύτερο ποσοστό νέων διαγνώσεων ψυχωτικών διαταραχών σε σύγκριση με άτομα που γεννήθηκαν από το 1975 έως το 1979.
Ο συνολικός αριθμός ατόμων που διαγνώστηκαν με ψυχωτική διαταραχή μέχρι την ηλικία των 30 ετών αυξήθηκε κατά 37,5% για όσους γεννήθηκαν την περίοδο 1990-1994 σε σύγκριση με άτομα που γεννήθηκαν το 1975-1979.
Η αύξηση των περιστατικών παρατηρήθηκε τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, αν και οι άνδρες παρέμειναν σε υψηλότερο κίνδυνο συνολικά.
Όσοι διαγνώστηκαν με ψυχωτικές διαταραχές μη συναισθηματικού τύπου, που σημαίνει ότι δεν συνδέονται με διαταραχές της διάθεσης, όπως η σχιζοφρένεια, ήταν συχνότερα άνδρες, κάτοικοι περιοχών χαμηλού εισοδήματος, μακροχρόνιοι κάτοικοι του Καναδά και άτομα που είχαν ήδη λάβει φροντίδα για προβλήματα ψυχικής υγείας και χρήση ουσιών.
Σημειώνεται ότι δύο πρόσφατες μελέτες από τη Δανία και την Αυστραλία διαπίστωσαν επίσης αυξήσεις με την πάροδο του χρόνου στις διαγνώσεις σχιζοφρένειας σε νεότερα άτομα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πολλοί παράγοντες ενδέχεται να συμβάλλουν στην αύξηση αυτή.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη ηλικία των γονέων, το κοινωνικοοικονομικό στρες, καθώς και αρνητικές εμπειρίες στην παιδική ηλικία.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η χρήση ουσιών, όπως κάνναβη, διεγερτικά, παραισθησιογόνα και συνθετικά ναρκωτικά, που έχει αυξηθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες στον Καναδά.



