Ανδρέας Πουλλικκάς*
Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι απλώς περισσότερα φωτοβολταϊκά ή μερικές επιδοτήσεις για ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αλλά υπόθεση ενός ολοκληρωμένου αειφόρου ενεργειακού συστήματος. Δεν είναι μια σειρά μεμονωμένων έργων, αλλά ένας ενιαίος μετασχηματισμός του τρόπου με τον οποίο παράγουμε και καταναλώνουμε ενέργεια. Και ένα ενεργειακό σύστημα, για να λειτουργήσει, χρειάζεται ολοκληρωμένο σχέδιο που να συνδέει τον ηλεκτρισμό με τις μεταφορές, τη θέρμανση και ψύξη σε κτίρια και βιομηχανία, την εξοικονόμηση ενέργειας, τη διαχείριση των υδατικών πόρων και των αφαλατώσεων, καθώς και την αειφόρο αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων, με ορίζοντα δεκαετιών, σαφείς στόχους και συγκεκριμένη λογοδοσία.
Σήμερα, η Κύπρος πορεύεται με αποσπασματικές αποφάσεις που δεν υπάρχει συνέργεια μεταξύ τους. Άλλο το πλάνο για τις ανανεώσιμες πηγές στο ηλεκτρικό σύστημα, άλλο για την ηλεκτροκίνηση, άλλο για την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο καθυστερήσεις, αλλά και αντιφάσεις που στο τέλος πληρώνει ο πολίτης: επενδύουμε σε πράσινη παραγωγή, αλλά αφήνουμε πράσινη ενέργεια να πάει χαμένη. Δεν λείπουν οι ιδέες ή οι τεχνολογίες λείπει η ολοκληρωμένη μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική που θα μετατρέψει τις επιμέρους πολιτικές σε λειτουργικό σύστημα: τι παράγουμε, πότε το παράγουμε, πού το αποθηκεύουμε, πώς το καταναλώνουμε και, κυρίως, πώς μειώνουμε πραγματικά τις εκπομπές σε όλους τους τομείς.
Η ευθύνη για μια ολοκληρωμένη, μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική ανήκει πρωτίστως στη Πολιτεία και ειδικότερα στο αρμόδιο Υπουργείο Ενέργειας. Είναι ευθύνη του να σχεδιάζει, να καθορίζει προτεραιότητες, να συντονίζει, να επιβλέπει την εφαρμογή και να διασφαλίζει ότι οι επιμέρους αποφάσεις υπηρετούν έναν κοινό στόχο. Όταν αυτή η κεντρική ευθύνη δεν ασκείται με συνέπεια και συνέχεια, η χώρα οδηγείται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις που δεν συνάδουν μεταξύ τους, με κόστος, καθυστερήσεις και, τελικά, απώλεια εμπιστοσύνης των πολιτών. Η στρατηγική δεν μπορεί να αφήνεται να προκύπτει από σκόρπιες πολιτικές, ούτε να αλλάζει ρυθμό ανάλογα με την πολιτική συγκυρία ή τις πιέσεις της στιγμής.
Η Πολιτεία οφείλει επίσης να δημιουργεί μηχανισμούς συντονισμού και να επιβάλλει κοινή κατεύθυνση σε όλα τα συναρμόδια υπουργεία. Ακριβώς εδώ εντοπίζεται ένα από τα βαθύτερα προβλήματα αφού δεν υπάρχει επαρκής συντονισμός μεταξύ των υπουργείων, παρότι αυτό έχει επισημανθεί επανειλημμένα. Η ενέργεια δεν είναι μόνο ηλεκτρισμός, είναι μεταφορές, κτίρια, βιομηχανία, χωροταξία και φορολογική πολιτική, και όταν αυτά σχεδιάζονται απομονωμένα, οι πολιτικές συγκρούονται αντί να ενισχύουν η μία την άλλη. Έτσι, μπορεί να προωθείται ηλεκτροκίνηση χωρίς σχέδιο για έξυπνη φόρτιση που να απορροφά τη μεσημεριανή ηλιακή παραγωγή ή να επιδοτούνται αναβαθμίσεις κτιρίων χωρίς να συνδέονται με διατιμήσεις που τις καθιστούν πραγματικά ελκυστικές.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αποθήκευση ενέργειας. Το θεσμικό πλαίσιο υπάρχει, όμως καθυστερεί η πρακτική εφαρμογή και η ταχύτητα υλοποίησης. Η καθυστέρηση αυτή δεν είναι ουδέτερη. Kοστίζει, επειδή χωρίς αποθήκευση και χωρίς συνολική ευελιξία, τεχνική και αγοραία, το σύστημα δεν μπορεί να αξιοποιήσει πλήρως την ανανεώσιμη παραγωγή και αναγκάζεται να λειτουργεί με τρόπους που υπονομεύουν την ίδια την ενεργειακή μετάβαση. Η αποθήκευση δεν είναι ένα ακόμη έργο, είναι το κλειδί που δένει τους τομείς. Στον ηλεκτρισμό σταθεροποιεί το δίκτυο και μειώνει την ανάγκη για συμβατικές μονάδες ως εφεδρεία, στις μεταφορές επιτρέπει έξυπνη φόρτιση και αξιοποίηση φθηνής καθαρής ενέργειας αντί για φόρτιση στις ώρες αιχμής, και στη θέρμανση/ψύξη επιτρέπει τη λειτουργία αντλιών θερμότητας και θερμικών λύσεων στις ώρες υψηλής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, μειώνοντας κόστος και εκπομπές. Χωρίς αυτό το «νευρικό σύστημα» της μετάβασης, η Κύπρος θα συνεχίσει να παράγει πράσινη ενέργεια που δεν μπορεί να αξιοποιήσει, ενώ ταυτόχρονα θα εισάγει καύσιμα και θα επιβαρύνεται με υψηλό κόστος λειτουργίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού της ΕΕ δεν είναι πολυτέλεια, αλλά κρίσιμος πολλαπλασιαστής ευελιξίας και ασφάλειας.
Την ίδια ώρα, η Τουρκία και το ψευδοκράτος κινούνται επιθετικά στο πεδίο των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, προωθώντας υποθαλάσσιο καλώδιο Τουρκίας-κατεχομένων, με πλήρη μελέτη σκοπιμότητας, υπογεγραμμένο μνημόνιο συναντίληψης και εκτιμώμενο χρόνο υλοποίησης τα έξι έτη. Στόχος δεν είναι μόνο η κάλυψη των αναγκών σε ηλεκτρισμό των κατεχομένων, αλλά και η προβολή του έργου στην ΕΕ ως «εναλλακτικής, καταλληλότερης λύσης», με διεκδίκηση ευρωπαϊκής χρηματοδότησης. Αυτό το πλαίσιο καθιστά την ηλεκτρική διασύνδεση GSI όχι απλώς ενεργειακή επιλογή, αλλά ζήτημα στρατηγικής ασφάλειας και αποτροπής, αφού η απουσία διασύνδεσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα αφήνει χώρο στην Τουρκία να δημιουργεί τετελεσμένα στον ηλεκτρικό τομέα, ενισχύοντας την πολιτική της επιρροή στη χώρα μας.
Οι συνέπειες του αποσπασματικού σχεδιασμού είναι ήδη ορατές και αλληλένδετες. Περικοπές στην παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές σημαίνουν χαμένη πράσινη ενέργεια και στρεβλά σήματα προς επενδυτές και νοικοκυριά. Υπάρχει κίνδυνος αξιοπιστίας, καθώς η αυξανόμενη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας χωρίς αποθήκευση, ηλεκτρική διασύνδεση, επαρκή ευελιξία, και χωρίς έξυπνη διαχείριση ζήτησης, εντείνει τις πιέσεις στη λειτουργία και αξιοπιστία του ηλεκτρικού συστήματος. Υπάρχει κλιματική καθυστέρηση, επειδή η μετάβαση δεν αποτυπώνεται μόνο σε εγκατεστημένα μεγαβάτ ανανεώσιμων πηγών αλλά σε πραγματικές μειώσεις εκπομπών στις μεταφορές και στα κτίρια, κάτι που προϋποθέτει συντονισμό πολιτικών.
Η γεωγραφία της Κύπρου κάνει την εξίσωση ακόμη πιο απαιτητική. Η χώρα μας είναι νησιωτικό, ενεργειακά απομονωμένο κράτος, με έντονη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και επαναλαμβανόμενες πιέσεις στους υδατικούς πόρους. Αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τον ηλεκτρισμό, το νερό και τις μεταφορές ως ανεξάρτητους τομείς. Χρειάζεται προσέγγιση σύζευξης ενέργειας-νερού-μεταφορών (energy-water-transport nexus), όπου οι αποφάσεις σε έναν τομέα σχεδιάζονται ώστε να βελτιστοποιούν και τους άλλους. Με άλλα λόγια, η χώρα χρειάζεται στρατηγική που να απαντά ταυτόχρονα στα ερωτήματα «πότε παράγουμε», «πότε καταναλώνουμε», «πότε αντλούμε ή/και αφαλατώνουμε» και «πότε φορτίζουμε και πότε μετακινούμαστε», ώστε να μεγιστοποιείται η αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών και να ελαχιστοποιείται το συνολικό κόστος του συστήματος. Για αυτό οι αποφάσεις για το πότε εισάγουμε και πότε εξάγουμε ενέργεια μέσω διασυνδέσεων καθώς επίσης και το πότε παράγουμε πράσινο υδρογόνο πρέπει να εντάσσονται σε ένα μακροπρόθεσμο, οικονομικά και τεχνικά τεκμηριωμένο σχέδιο.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ενεργειακές κοινότητες και οι κοιλάδες υδρογόνου μπορούν να λειτουργήσουν ως πρακτικά εργαλεία εφαρμογής της ολοκληρωμένης στρατηγικής και όχι ως απλές επικοινωνιακές έννοιες. Για να είναι βιώσιμες και να επιταχύνουν την απανθρακοποίηση, χρειάζονται σωστό σχεδιασμό επενδύσεων σε φωτοβολταϊκά, αποθήκευση και μονάδες ηλεκτρόλυσης, καθώς και κατάλληλες συνθήκες αγοράς και τιμολόγησης. Μπορούν να προσφέρουν τοπική παραγωγή και αποθήκευση που μειώνει τη συμφόρηση του δικτύου και βελτιώνει την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών, συλλογική διαχείριση φορτίων όπου η ζήτηση μεταφέρεται σε ώρες υψηλής ηλιακής παραγωγής, και ενίσχυση ανθεκτικότητας και ενεργειακής ανεξαρτησίας, εφόσον υπάρχει απλουστευμένο πλαίσιο και δίκαιη πρόσβαση στην αγορά.
Καταληκτικά, η Κύπρος δεν χρειάζεται «άλλα μεμονωμένα μέτρα», αλλά ένα στοχοθετημένο μακροπρόθεσμο σχέδιο που να ενώνει την προσφορά και τη ζήτηση. Αυτό απαιτεί ενιαία εθνική στρατηγική σύζευξης ενέργειας-νερού-μεταφορών (energy-water-transport nexus), με ετήσιους δείκτες υλοποίησης, μηχανισμό αναθεώρησης και δημόσια λογοδοσία, καθώς και μόνιμο μηχανισμό διακυβέρνησης μεταξύ υπουργείων. Απαιτείται επίσης επιτάχυνση της ενεργειακής ευελιξίας με σαφές χρονοδιάγραμμα για λειτουργία συστημάτων αποθήκευσης, αναβαθμίσεις δικτύου, έξυπνα τιμολόγια και μετρητές, και διαχείριση ζήτησης, ώστε η περίσσεια ηλιακής παραγωγής να αξιοποιείται χωρίς περικοπές.
Η χώρα μας πρέπει να περάσει από την αποσπασματική στη συστημική ενεργειακή πολιτική. Και αυτό είναι πρωτίστως ευθύνη της Πολιτείας. Να συντονίσει, να αποφασίσει και να υλοποιήσει. Παρότι αυτό έχει επισημανθεί επανειλημμένα, όλα τα πολιτικά κόμματα οφείλουν, με σοβαρότητα, να συμφωνήσουν σε έναν μακροπρόθεσμο, ολοκληρωμένο και βιώσιμο ενεργειακό σχεδιασμό. Απαιτούνται επιστημονικά τεκμηριωμένες, διακομματικές ενεργειακές συμφωνίες. Μια ολοκληρωμένη μακροπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική δεν είναι πολυτέλεια, είναι ο μόνος τρόπος να σταματήσουμε να πληρώνουμε ακριβά τις αντιφάσεις του ίδιου μας του συστήματος.
*Καθηγητής Ενεργειακών Συστημάτων
Frederick University



