Το ότι το πολιτικό σύστημα βρίσκεται στο ναδίρ δεν χρειάζονται περισπούδαστες αναλύσεις για να τεκμηριωθεί. Οι συμπεριφορές, οι πρακτικές και οι ενέργειες του, το αποδεικνύουν καθημερινά. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο λόγος που οι πολίτες απαξιώνουν όχι μόνο τους πολιτικούς, αλλά και την πολιτική.
Δυστυχώς, στην Κύπρο, η πολιτική παρακμή δεν αποτελεί πια μια ανησυχητική εξαίρεση. Έχει μετατραπεί σε κανονικότητα. Το πολιτικό σύστημα δείχνει ανίκανο να αυτοδιορθωθεί, αδύνατο να παραγάγει πολιτική, άοσμο για να φέρει νέες ιδέες, απρόθυμο να λογοδοτήσει και πλήρως αποκομμένο από την κοινωνία που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Όσο κι αν αλλάζουν οι κεφαλές και τα πρόσωπα, ο τρόπος άσκησης της εξουσίας παραμένει ο ίδιος, επιφανειακός, χωρίς κρίση, αυτάρεσκος και βαθιά προβληματικός.
Η ποιότητα του δημόσιου πολιτικού λόγου έχει καταρρεύσει. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις εξαντλούνται σε επικοινωνιακά τεχνάσματα, συνθήματα και ατάκες χωρίς περιεχόμενο και προσωπικές επιθέσεις. Τα κόμματα δεν λειτουργούν ως εργαστήρια ιδεών και παραγωγής πολιτικής, αλλά ως μηχανισμοί επιβίωσης, με μοναδικό στόχο τη διατήρηση της επιρροής τους. Η απουσία ουσιαστικής πολιτικής σκέψης δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα ενός συστήματος που αδυνατεί να κάνει πολιτική διαχείριση και φοβάται τη σύγκρουση με τα πραγματικά προβλήματα των πολιτών και του τόπου.
Η διαφθορά έχει δυστυχώς ενσωματωθεί στη λειτουργία του κράτους. Σκάνδαλα αποκαλύπτονται, υποσχέσεις για κάθαρση επαναλαμβάνονται και στη συνέχεια ξεχνιούνται. Πολιτικές ευθύνες σπανίως αναλαμβάνονται, ενώ η ατιμωρησία ενισχύει την πεποίθηση ότι το σύστημα προστατεύει τους «δικούς του». Οι θεσμοί εμφανίζονται συχνά αδύναμοι, όταν δεν είναι πλήρως εξαρτημένοι από την πολιτική εξουσία, ακυρώνοντας στην πράξη την έννοια της λογοδοσίας.
Ταυτόχρονα, τα κρίσιμα ζητήματα της χώρας αντιμετωπίζονται με πρόχειρες λύσεις και κοντόφθαλμους υπολογισμούς. Το Κυπριακό παραμένει στάσιμο, εγκλωβισμένο σε ρητορικές χωρίς αντίκρισμα και προσεγγίσεις ξεπερασμένων εποχών. Η οικονομία προς το παρόν επιβιώνει, αν και πολλοί σχεδιασμοί της μένουν γράμμα κενό. Τα κοινωνικά προβλήματα, όπως η ακρίβεια, το στεγαστικό και η εργασιακή ανασφάλεια βαθαίνουν. Αντί για στρατηγική, κυριαρχεί η διαχείριση της εικόνας.
Η κοινωνία αντιδρά με αποστασιοποίηση. Η αυξανόμενη αποχή από τις εκλογές δεν είναι σύμπτωμα αδιαφορίας, αλλά πολιτικής απογοήτευσης. Ιδιαίτερα, οι νέοι, δεν βλέπουν λόγο συμμετοχής σε ένα σύστημα που δεν τους ακούει, δεν τους λαμβάνει υπόψη και δεν τους εκπροσωπεί. Η δημοκρατία, χωρίς ενεργούς πολίτες, καταντά κενό σχήμα.
Δυστυχώς, αυτό το κατάντημα θα επιδεινωθεί περισσότερο όσο πλησιάζουμε στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Κόμματα και υποψήφιοι, αντί να ασχοληθούν με τα ουσιαστικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, επιδίδονται σε αχρείαστες κοκορομαχίες, σε κτυπήματα κάτω από τη μέση, σε επιφανειακές συμπεριφορές και σε οτιδήποτε άλλο εκτός αυτών που μπορούν να αναβαθμίσουν το πολιτικό επίπεδο.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι σήμερα βρισκόμαστε στο χαμηλότερο σκαλοπάτι της πολιτικής απαξίωσης. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν θα ήθελε να βρίσκεται σ΄ αυτό που ονομάζουμε πολιτική.
Και το δράμα της πολιτικής ζωής αναμένεται να συνεχιστεί και μετά τις εκλογές. Αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις που θέλουν στη Βουλή τα λεγόμενα αντισυστημικά κόμματα, με την εικόνα που εκπέμπουν, μάλλον οδηγούμαστε σε ένα πύργο της Βαβέλ, όπου κανένας δεν θα συνεννοείται με τον άλλο. Η νέα Βουλή, ενδέχεται να αδυνατεί να λαμβάνει κοινές αποφάσεις, ενώ το πιθανότερο είναι να προωθεί περιθωριακές ρυθμίσεις και γενικά να αναποδογυρίσει τα πάντα.
Το κυπριακό πολιτικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε ένα ξεκάθαρο δίλημμα: Ριζική ανασύνταξη ή περαιτέρω παρακμή. Χωρίς πραγματική ρήξη με τις αναχρονιστικές μεθολογίες, χωρίς διαφάνεια και χωρίς ουσιαστική ανανέωση της πολιτικής νοοτροπίας μας, η κρίση αξιοπιστίας θα βαθαίνει. Και τότε, η ευθύνη δεν θα βαραίνει μόνο τους πολιτικούς, αλλά ένα σύστημα που επέλεξε συνειδητά να αγνοήσει τα όριά του.
Ιωσήφ Ιωσήφ



