Η αντίδραση της αγοράς στην τελευταία αναταραχή που προκάλεσε ο Λευκός Οίκος είχε κάτι παράδοξο.

Ενώ οι αμερικανικές μετοχές και τα κρατικά ομόλογα βρήκαν στήριξη μετά την αναδίπλωση του Ντόναλντ Τραμπ στους δασμούς προς Ευρωπαίους συμμάχους, το δολάριο δεν ακολούθησε. Αντίθετα, βυθίστηκε.

Ο ICE U.S. Dollar Index (DXY) – ο δείκτης που παρακολουθεί την πορεία του αμερικανικού νομίσματος έναντι ενός καλαθιού μεγάλων νομισμάτων – υποχώρησε περίπου 1,9% σε εβδομαδιαία βάση, στη χειρότερη επίδοση από τα τέλη Μαΐου και στη χειρότερη εβδομάδα των τελευταίων οκτώ μηνών.  Παράλληλα, ο Bloomberg Dollar Spot Index κατέγραψε επίσης τη μεγαλύτερη εβδομαδιαία πτώση του ίδιου διαστήματος.

Το μήνυμα της αγοράς είναι σαφές: η ανάκαμψη σε μετοχές/ομόλογα μπορεί να ήταν «τεχνική», όμως το δολάριο αποτιμά μια πιο βαθιά μεταβολή ρίσκου, που δεν σβήνει με μία αναδίπλωση.

Από το «σοκ πολιτικής» στο premium κινδύνου του δολαρίου

Η πρώτη και πιο άμεση αιτία της πτώσης είναι η αβεβαιότητα πολιτικής. Οι απειλές για δασμούς, οι γεωπολιτικές αιχμές και οι αιφνίδιες αναδιπλώσεις διευρύνουν το εύρος των πιθανών επιλογών της Ουάσιγκτον με τρόπο που οι αγορές θεωρούν αποσταθεροποιητικό.

Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του λεγόμενου political risk premium — και το δολάριο λειτουργεί ως η κύρια «βαλβίδα εκτόνωσης».

Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους, όπου το αμερικανικό νόμισμα ενισχυόταν σε φάσεις αναταραχής ως ασφαλές καταφύγιο, σήμερα η ίδια η πηγή της αβεβαιότητας θεωρείται ότι προέρχεται από τις ΗΠΑ. Όταν ο κίνδυνος είναι «made in USA», το δολάριο δυσκολεύεται να παίξει τον παραδοσιακό του ρόλο.

Γιατί αυτή τη φορά τα επιτόκια δεν αρκούν

Η πτώση του δολαρίου έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή δεν συνοδεύεται από κατάρρευση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων. Αυτές παραμένουν σχετικά ανθεκτικές, καθώς η αμερικανική οικονομία δείχνει ακόμη αντοχές και η νομισματική πολιτική δεν έχει αλλάξει δραματικά κατεύθυνση.

Αυτό υποδηλώνει ότι η αγορά συναλλάγματος διαβάζει» αλλιώς την κατάσταση: το πρόβλημα δεν είναι το ύψος των επιτοκίων, αλλά η θεσμική αξιοπιστία και η προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής.

Με απλά λόγια, η αγορά δεν αμφισβητεί τόσο την οικονομική ισχύ των ΗΠΑ όσο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή ασκείται.

Η σκιά πάνω από τη Fed και η θεσμική αβεβαιότητα

Ένας δεύτερος, πιο δομικός παράγοντας αφορά την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Κάθε ένδειξη πολιτικής πίεσης προς τη Fed ή κάθε δημόσια σύγκρουση γύρω από τον ρόλο της κεντρικής τράπεζας εισάγει ένα νέο επίπεδο αβεβαιότητας για το δολάριο.

Η ανεξαρτησία της Federal Reserve αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της παγκόσμιας εμπιστοσύνης στο αμερικανικό νόμισμα. Όταν αυτός ο πυλώνας αμφισβητείται, έστω και έμμεσα, η ζημιά δεν είναι στιγμιαία αλλά σωρευτική: επηρεάζει προσδοκίες ετών.

Η Ιαπωνία, το γεν και το «ντόμινο» στα νομίσματα

Βραχυπρόθεσμα, η πτώση του δολαρίου ενισχύθηκε από εξελίξεις στην Ιαπωνία. Η ενίσχυση του γεν —με φόντο σενάρια παρέμβασης και αλλαγής ισορροπιών στην ασιατική αγορά συναλλάγματος— λειτούργησε ως καταλύτης. Όμως δεν ήταν η αιτία.

Το κρίσιμο είναι πως όταν το δολάριο αρχίζει να υποχωρεί, ενεργοποιούνται αλυσιδωτές κινήσεις: επενδυτές μειώνουν θέσεις σε δολάρια, ενισχύουν εναλλακτικά νομίσματα και αυξάνουν την έκθεση σε «ουδέτερα» ή περιφερειακά ασφαλή καταφύγια, όπως το ελβετικό φράγκο.

Τι σημαίνει η πτώση του δολαρίου για τον υπόλοιπο κόσμο

Η αποδυνάμωση του δολαρίου δεν είναι απλώς ένα αμερικανικό θέμα. Έχει παγκόσμιες συνέπειες, διαφορετικές για κάθε κατηγορία οικονομιών.

1. Ευρώπη: ανάσα, αλλά όχι χωρίς κόστος

Για την Ευρωζώνη, ένα ασθενέστερο δολάριο σημαίνει ισχυρότερο ευρώ, άρα φθηνότερες εισαγωγές ενέργειας και πρώτων υλών που τιμολογούνται σε δολάρια. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει αποπληθωριστικά και να διευκολύνει τη νομισματική πολιτική.

Ωστόσο, το ισχυρό ευρώ πιέζει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εξαγωγών. Για βιομηχανίες που βασίζονται σε εξαγωγές προς τρίτες αγορές, η πτώση του δολαρίου μεταφράζεται σε στενότερα περιθώρια κέρδους.

2. Αναδυόμενες αγορές: προσωρινή ανακούφιση

Πολλές αναδυόμενες οικονομίες έχουν χρέος σε δολάρια. Η αποδυνάμωση του αμερικανικού νομίσματος μειώνει το βάρος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους και προσφέρει ανάσα ρευστότητας.

Όμως η ανακούφιση αυτή δεν είναι δεδομένα μόνιμη. Αν η πτώση του δολαρίου συνοδεύεται από αυξημένη γεωπολιτική αστάθεια ή από απότομες μεταβολές κεφαλαιακών ροών, οι ίδιες αυτές αγορές μπορεί να βρεθούν εκ νέου εκτεθειμένες.

3. Εμπορεύματα και χρυσός: ενίσχυση των «εναλλακτικών αξιών»

Το ασθενέστερο δολάριο παραδοσιακά στηρίζει τις τιμές των εμπορευμάτων, ιδίως του χρυσού. Όταν το βασικό νόμισμα του συστήματος χάνει έδαφος, οι επενδυτές αναζητούν αποθήκες αξίας εκτός fiat νομισμάτων.

Αυτό εξηγεί γιατί η πτώση του δολαρίου συνοδεύεται συχνά από ισχυρή ζήτηση για χρυσό, αλλά και από αυξημένο ενδιαφέρον για άλλα «μη κρατικά» ή εναλλακτικά assets.

4. Παγκόσμιο εμπόριο και απο-δολαριοποίηση

Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η συνεχής υποτίμηση του δολαρίου τροφοδοτεί τη συζήτηση για απο-δολαριοποίηση.

Όχι με την έννοια της άμεσης αντικατάστασης του δολαρίου —κάτι τέτοιο δεν φαίνεται ρεαλιστικό— αλλά με τη σταδιακή πολυδιάσπαση του νομισματικού συστήματος.

Περισσότερα διμερή συμβόλαια σε τοπικά νομίσματα, εναλλακτικά συστήματα πληρωμών και περιφερειακές νομισματικές συμφωνίες αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα όσο η αξιοπιστία του δολαρίου δείχνει να φθείρεται.

Κυρίαρχο, αλλά όχι άτρωτο

Παρά όλα τα παραπάνω, το δολάριο παραμένει —προς το παρόν— ο ακρογωνιαίος λίθος του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η βαθιά και ρευστή αγορά των αμερικανικών ομολόγων, το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας και η ιστορική εμπιστοσύνη δεν εξαφανίζονται σε μία εβδομάδα κακών αποδόσεων.

Όμως η τρέχουσα πτώση – που έρχεται ύστερα από ένα έτος κατά το οποίο επίσης υποτιμήθηκε αισθητά – λειτουργεί ως προειδοποιητικό σήμα. Δείχνει ότι οι αγορές αρχίζουν να τιμολογούν ένα μέλλον λιγότερο μονοπολικό, όπου το δολάριο παραμένει ισχυρό, αλλά όχι αδιαμφισβήτητο.

Και αυτό, για έναν πλανήτη που επί δεκαετίες είχε μάθει να λειτουργεί γύρω από ένα και μόνο νόμισμα-άξονα, συνιστά μια αλλαγή πολύ βαθύτερη από μια απλή εβδομαδιαία πτώση σε έναν δείκτη.