Υπήρξε ξένη παρέμβαση στις πρόσφατες κινητοποιήσεις στο Ιράν αναφέρει η Πρεσβεία στη Λευκωσία η οποία αναμεταδίδει αναφορές από κρατικές υπηρεσίες στη χώρα που αξιολογούν την κατάσταση.
Αναφέρεται ότι η πρώτη φάση των διαδηλώσεων τον Δεκέμβρη ήταν ειρηνική με αφορμή την οικονομική κατάσταση “και οι αρχές συνεργάστηκαν άμεσα με εκπροσώπους συντεχνιών και οικονομικούς ακτιβιστές για να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες τους”.
Η Πρεσβεία αναφέρει ότι στη συνέχεια οι διαμαρτυρίες κλιμακώθηκαν “καθώς εμπλέκονταν νέα στοιχεία, οδηγώντας σε εκτεταμένες πράξεις δημόσιας διατάραξης της τάξης και ζημιές σε περιουσίες, αν και οι διαδηλωτές παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό άοπλοι”.
Υποστηρίζεται ότι αργότερα στις διαδηλώσεις εντάχθηκαν βίαια από ένοπλα τρομοκρατικά στοιχεία “εξοπλισμένα με πυροβόλα όπλα, στόχευσαν αδιακρίτως τόσο το προσωπικό ασφαλείας όσο και αθώους πολίτες”.
Υποστηρίζεται ότι “η εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών και του ισραηλινού καθεστώτος στη διευκόλυνση αυτών των πράξεων είναι σαφής και παραδεκτή”.
Μεταξύ άλλων υποστηρίζεται ότι υπήρξε βία με εντολή ξένων, στόχευση των υπηρεσιών πρώτων βοηθειών, ακραία βαρβαρότητα και σαμποτάζ με ζημιές σε τζαμιά, τράπεζες , εμπορικά συγκροτήματα, κυβερνητικά κέντρα, πυροσβεστικά οχήματα και ασθενοφόρα στην Τεχεράνη και αλλού και ότι οι δυνάμεις ασφαλείας κατέσχεσαν περισσότερα από 1.300 όπλα από τρομοκρατικές ομάδες.
“Η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν θεωρεί αυτήν την τρομοκρατική εκστρατεία άμεση συνέχεια του «Πολέμου των Δώδεκα Ημερών», της κοινής στρατιωτικής επιθετικότητας ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν τον Ιούνιο του 2025”, αναφέρεται στην αναδημοσίευση της Πρεσβείας.
Επίσης υποστηρίζεται ότι “πάνω από το 80% του πληθυσμού εξέφρασε την επιθυμία να τερματιστεί η αναταραχή και να λογοδοτήσουν οι ταραξίες και οι παραβάτες του νόμου”.
“Μόνο περίπου το 30% απέδωσε τα γεγονότα κυρίως σε εγχώρια οικονομικά ζητήματα, ενώ περισσότερο από το 70% προσδιόρισε την ξένη υποκίνηση ως την κύρια αιτία”, υποστηρίζει το Ιράν.



