Η Κύπρος μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν υπό βρετανική κυριαρχία. Οι δυο μεγαλύτερες κοινότητες ήταν οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι. Οι μεν ελληνοκύπριοι επιθυμούσαν την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. ενώ οι τουρκοκύπριοι αντιτίθεντο σε τέτοια προοπτική. Εν τω μεταξύ το ΑΚΕΛ / Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (πρώην Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου) ολοένα και μεγάλωνε σε πολιτική απήχηση, πράγμα που ανησυχούσε την Εθναρχία (δηλαδή την Εκκλησία της Κύπρου) που ήταν ο παραδοσιακός εκφραστής των Ελληνοκύπριων.
Η ιδέα για διεξαγωγή ενωτικού δημοψηφίσματος το οποίο να χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό επιχείρημα για προώθηση του σκοπού της Ένωσης προήλθε αρχικά από το ΑΚΕΛ, το οποίο το πρότεινε στην Εθναρχία. Όμως η Εκκλησία αποφάσισε να αναλάβει αυτή την πρωτοβουλία των κινήσεων, διοργανώνοντας μόνη της το δημοψήφισμα.
Το δημοψήφισμα, το οποίο ουσιαστικά ήταν συλλογή υπογραφών διεξήχθη στις 15 και 22 Ιανουαρίου 1950, 2 διαδοχικές Κυριακές. Οι ψηφοφόροι ή υπογράφοντες έπρεπε να επιλέξουν ένα εκ των δύο επιλογών: «ΑΞΙΟΥΜΕΝ, ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ» ή «ΕΝΙΣΤΑΜΕΘΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΝ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ». Παρότι υπήρξαν αναφορές για νοθεία (για παράδειγμα ένα άτομο υπόγραφε για όλη του την οικογένεια), είναι γενικά παραδεκτό πως ανέδειξε την πλειοψηφική θέληση ανάμεσα στους ελληνοκύπριους για Ένωση με την Ελλάδα.
| Επιλογή | Ψήφοι | Ποσοστά |
|---|---|---|
| Υπέρ | 215.108 | 95,71 % |
| Κατά | 9.639 | 4,29 % |
| Σύνολο | 224.747 | 100 % |
Οι Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι ήταν ενάντια στην προοπτική Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, αντιτάχθηκαν του δημοψηφίσματος με μαζικές διαδηλώσεις.
Τα τελικά αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, τα μοιράστηκε η Εκκλησία με το ΑΚΕΛ. Δημιουργήθηκαν από ελληνοκύπριους δυο ξεχωριστές ομάδες/αποστολές, μια από την Δεξιά που απευθυνόταν σε χώρες της Δύσης και μια από το ΑΚΕΛ που απευθυνόταν σε χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Και οι δυο αποστολές απευθύνθηκαν όπως αποδείχτηκε σε ώτα μη ακούοντα, καθώς καμία χώρα (δυτική ή ανατολική) δεν ήταν πρόθυμη να στηρίξει το αίτημα για Ένωση.
Το δημοψήφισμα του 1950 συζητείται στην Βουλή της Κύπρου το 2017
Στις αρχές του 2017 προκλήθηκε πολιτική κρίση στην Κύπρο, που επηρέασε τις συνομιλίες Αναστασιάδη–Ακιντζί για λύση του Κυπριακού προβλήματος.
Στις 10 Φεβρουαρίου 2017 εγκρίθηκε από την Βουλή της Κύπρου τροπολογία που εισηγήθηκε το ΕΛΑΜ και αφορούσε τη μνημόνευση του Ενωτικού Δημοψηφίσματος του 1950 στις σχολικές αίθουσες. Όλα τα κόμματα την υπερψήφισαν, εκτός από τον ΔΗΣΥ που τήρησε αποχή και το ΑΚΕΛ που καταψήφισε. Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία κρίσης στις συνομιλίες για το Κυπριακό καθώς η τουρκική πλευρά ισχυριζόταν πως ήταν απαράδεκτη η επαναφορά της ενωτικής πολιτικής από τους ελληνοκύπριους.
Αναλυτικότερα:
Στις 8 Απριλίου 2017 η Βουλή υπερψήφισε διάταξη η οποία ακύρωσε εμμέσως την προηγούμενη τροπολογία, με ψήφους του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ.
Στις 15 Ιανουαρίου 1950 οι Κύπριοι προσήλθαν στις κάλπες για να ψηφίσουν υπέρ ή κατά της Ένωσης του νησιού με την Ελλάδα. Στο δημοψήφισμα πήραν μέρος για πρώτη φορά και οι γυναίκες άνω των 18 ετών, αλλά και οι Τουρκοκύπριοι του νησιού, πολλοί από τους οποίους έδωσαν θετική ψήφο. Το αποτέλεσμα ήταν συντριπτικό.
Από τους 224.747 πολίτες με δικαίωμα ψήφου, ψήφισαν οι 215.108 και από αυτούς οι 215.103 τάχθηκαν υπέρ της Ένωσης.
Η πρωτοβουλία του ΑΚΕΛ
Η ιδέα για δημοψήφισμα συζητήθηκε και ανακοινώθηκε για πρώτη φορά από την αριστερά. Η ηγεσία του ΑΚΕΛ σε ανακοίνωσή της τον Σεπτέμβριο του ’49, παρότρυνε τους Έλληνες της Κύπρου «να κάμουν την 15η του Γενάρη μέρα θριάμβου για την Ένωση και σαρωτικής ήττας για το ξενικό ιμπεριαλιστικό καθεστώς».
Ευθύς αμέσως την ιδέα για δημοψήφισμα υιοθέτησε η Εθναρχία υπό την καθοδήγηση του Μακαρίου Γ’, νεαρού τότε Μητροπολίτη Κιτίου. Έτσι, το ΑΚΕΛ χάριν της ενότητας εγκατέλειψε τα αρχικά του σχέδια και κάλεσε τα μέλη του να ψηφίσουν υπέρ στο δημοψήφισμα που ετοίμασε η Εκκλησία της Κύπρου.

Στιγμιότυπο από τη συλλογή υπογραφών.Πηγή: Λεμεσού Μνήμες
Η άρνηση και η τρομοκρατία των αποικιοκρατών…
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β΄ ζήτησε από τον τότε Βρετανό Κυβερνήτη Andrew Wright όπως η αποικιακή κυβέρνηση αναλάβει τη διενέργεια του δημοψηφίσματος. Η αγγλική κυβέρνηση όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά απάντησε με αλαζονεία: «Αντιλαμβάνομαι ότι η λέξις “δημοψήφισμα” χρησιμοποιείται διά να περιγράψει την οργανωμένην εκλιπάρησιν του κοινού, όπως υπογράψει έγγραφον προσλαμβάνοντος την μορφήν διακηρύξεως των πόθων του. Η προτεινόμενη αίτησις ή διακήρυξις θα συσχετίζεται αμέσως με το θέμα της Ενώσεως της Κύπρου μετά της Ελλάδος. Η στάσις της Κυβερνήσεως της Αυτού Μεγαλειότητος και συνεπώς και της Κυπριακής Κυβερνήσεως, επί του θέματος τούτου, όπως επανειλημμένως διετυπώθη, είναι ότι το ζήτημα είναι κλειστόν».
Αμέσως οι αποικιοκρατικές αρχές έβαλαν σε εφαρμογή σχέδιο τρομοκράτησης του πληθυσμού και απείλησαν όλους τους δασκάλους και τους δημοσίους υπαλλήλους ότι όποιος ψηφίσει θα απολυθεί.

Αμέσως μετά την υπογραφή του Ενωτικού Δημοψηφίσματος, έξω από την εκκλησία της Αγίας Νάπας. Στους τοίχους προκηρύξεις με τη λέξη ΕΝΩΣΙΣ. Πηγή: Λεμεσού Μνήμες, Στέλιος Θεοφίλου
Η αρνητική στάση και η τρομοκρατία του Ράιτ δεν πτόησε την Εθναρχία. Λίγες μέρες αργότερα, ο Αρχιεπίσκοπος με εγκύκλιο ανακοίνωσε τη διενέργεια δημοψηφίσματος.
Η συλλογή των υπογραφών
Η διενέργεια του δημοψηφίσματος διήρκεσε μία εβδομάδα και πραγματοποιήθηκε σε δύο Κυριακές. Ήδη από την πρώτη Κυριακή, 15 Ιανουαρίου, η προσέλευση του κόσμου ήταν αθρόα, αφού είχε ήδη ψηφίσει το 90% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Οι επιλογές ήταν δύο: «Αξιούμε την Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα» ή «Ενιστάμεθα εις την Ένωσιν της Κύπρου με την Ελλάδα».

Πρώτη φορά ψήφισαν γυναίκες στην Κύπρο.
Οι συμμετέχοντες υπέγραφαν τέσσερις φορές. Έτσι δημιουργήθηκαν τέσσερις τόμοι οι οποίοι μοιράστηκαν με σκοπό τη διεθνοποίηση του αιτήματος: ένας τόμος φυλάχθηκε εκ μέρους της Εκκλησίας της Κύπρου, ενώ οι άλλοι τρεις συνόδευσαν τις πρεσβείες και απεστάλησαν σε Νέα Υόρκη, Λονδίνο και Αθήνα.

Δύο ξεχωριστές πρεσβείες …
Αν και η Εθναρχία συνεργάστηκε με την Αριστερά για πρώτη φορά, ωστόσο αυτή η συμπόρευση θα έφτανε στο τέρμα της. Οι χώρες που είχε αποφασίσει να επισκεφθεί η πρεσβεία της Εκκλησίας προκάλεσαν τις αντιδράσεις του ΑΚΕΛ, το οποίο ήθελε να συμπεριλάβει τις χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού.
Ωστόσο, η Εθναρχία δεν επιθυμούσε την εμπλοκή των Σοβιετικών στο κυπριακό ζήτημα. Έτσι, δημιουργήθηκαν δύο πρεσβείες. Η πρεσβεία της Εθναρχίας υπό τον Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό και τους Νικόλαο Λανίτη, Σάββα Λοϊζίδη και Γεώργιο Ρωσσίδη. Η δεύτερη ονομάστηκε πρεσβεία Εθνικού Απελευθερωτικού Συνασπισμού (ΕΑΣ) υπό τον έλεγχο του ΑΚΕΛ και σε αυτή συμμετείχαν ο γενικός γραμματέας του ΑΚΕΛ Εζεκίας Παπαϊωάννου, το μέλος του κόμματος Εύδωρος Ιωαννίδης που διέμενε στο Λονδίνο και το στέλεχος του ΑΚΕΛ Αδάμος Αδάμαντος, δήμαρχος Αμμοχώστου. Η επιφυλακτική Αθήνα και οι κλειστές βρετανικές πόρτες
Η Εθναρχία έκανε πρώτη στάση στην Αθήνα. Στην πραγματικότητα όμως, η κυβέρνηση Πλαστήρα δεν ήταν έτοιμη να συγκρουσθεί με το Λονδίνο. Για αυτό και όταν η κυπριακή πρεσβεία ζήτησε συνάντηση με τον πρωθυπουργό, η στάση της κυβέρνησης ήταν επιφυλακτική.

Χαρακτηριστική μάλιστα ήταν η δήλωση του τότε αντιπροέδρου Γεώργιου Παπανδρέου που δήλωσε ότι η «Η Ελλάς αναπνέει σήμερον με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν. Δεν ημπορεί, λόγω του Κυπριακού, να διακινδυνεύσει από ασφυξίαν». Η αντίδραση όμως του ελληνικού κοινού ήταν εντελώς διαφορετική από της επίσημης Αθήνας. Στις 20 Μαΐου πλήθος κόσμου ξεχύθηκε στους δρόμους για να υποστηρίξουν το αίτημα των Κυπρίων για Ένωση.

Η υποδοχή της πρεσβείας στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 1950 από τον αθηναϊκό λαό. (αρχείο Κ. Μεγαλοκονόμου). Ακολούθως η πρεσβεία μετέβη στο Λονδίνο.
Όπως ήταν όμως αναμενόμενο εκεί συνάντησε κλειστές πόρτες, ενώ κανένας επίσημος φορέας δεν τους υποδέχτηκε. Πιο θερμή υπήρξε η αντιμετώπιση των ΗΠΑ, αφού μετά από διαμεσολάβηση Ελληνοαμερικανών, καθώς και του Αρχιεπισκόπου Αμερικής, η πρεσβεία συναντήθηκε με αμερικανό αξιωματούχο του Υπουργείου Εξωτερικών. Ακολούθησαν περιοδείες σε πόλεις των ΗΠΑ γνωστοποιώντας το αίτημα της Κύπρου. Ταυτόχρονα, η ΕΑΣ επισκέφθηκε τη Βρετανία, το Παρίσι, Τσεχοσλοβακία, Ρουμανία, Ουγγαρία και Πολωνία, ενώ αρνητική απάντηση για είσοδο έλαβε από τη Μόσχα και τις ΗΠΑ.

Για πρώτη φορά ψήφισαν και γυναίκες.
Αν και οι πρεσβείες και το 95,7% του δημοψηφίσματος δεν έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα, το ενωτικό δημοψήφισμα αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς σταθμούς στην ιστορία της Κύπρου. Πρόκειται για την πρώτη πρωτοβουλία που έτυχε παλλαϊκής υποστήριξης και που για πρώτη φορά είδε τη Δεξιά να συνεργάζεται με την Αριστερά για χάριν της εθνικής ολοκλήρωσης. Ένα σχεδόν χρόνο αργότερα ο Μακάριος Γ΄εκλέχθηκε Αρχιεπίσκοπος. Ο νεαρός Μακάριος έγινε το επίκεντρο της κυπριακής πολιτικής σκηνής με κυριότερη την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ….



