Το κύριο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης του Προέδρου της Δημοκρατίας, Γιώργου Βασιλείου, ήταν η συναινετική πολιτική που ασκούσε στο εσωτερικό, με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να λαμβάνονται ομόφωνες αποφάσεις στο Εθνικό Συμβούλιο, είπε στο ΚΥΠΕ, ο Ανδρέας Φιλίππου, που διετέλεσε Υπουργός Παιδείας επί διακυβέρνησης Γιώργου Βασιλείου, την περίοδο 1988-1990.
Ο κ. Φιλίππου υπενθύμισε ότι ο Γιώργος Βασιλείου εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας χωρίς ανήκει σε κόμμα. «Ήταν η πρώτη φορά που μη κομματικό στέλεχος ή αρχηγός κόμματος εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας», είπε. Σημείωσε ότι στον πρώτο γύρο των εκλογών τότε, με την υποστήριξη του ΑΚΕΛ, είχε επικρατήσει του εν ενεργεία Προέδρου, Σπύρου Κυπριανού και του Βάσου Λυσσαρίδη, ενώ πέρασε στον δεύτερο γύρο με αντίπαλο τον Γλαύκο Κληρίδη, του οποίου επικράτησε με τη στήριξη και της ΕΔΕΚ.
«Ο Γιώργος Βασιλείου ακολούθησε μια συναινετική πολιτική», είπε. Το σημαντικότερο που κατάφερε εντός της κυπριακής πολιτικής σκηνής «ήταν να συμφωνήσουν όλα τα κόμματα σε ομόφωνες αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου το 1989», ανέφερε ο κ. Φιλίππου, εκτιμώντας ότι αν δεν αποφάσιζε ο ΔΗΣΥ να συμφωνήσει με το ΔΗΚΟ για στήριξη του Γλαύκου Κληρίδη το 1992, «ο Πρόεδρος Βασιλείου ενδεχομένως θα επανεκλεγόταν το 1992 με πολύ μεγάλη πιθανότητα να λύσει το Κυπριακό».
Ο Ανδρέας Φιλίππου επανέλαβε ότι όλα τα μεγάλα επιτεύγματα που πέτυχε ο Πρόεδρος Βασιλείου, ήταν αποτέλεσμα της συναινετικής πολιτικής που ακολουθούσε, «ίσως και επειδή δεν είχε κόμμα από πίσω του». Συνέχισε λέγοντας ότι κατά τη διακυβέρνηση Βασιλείου, «μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι υπήρχε για πρώτο φορά μεγαλύτερη ισότητα ευκαιριών των πολιτών στην κυβέρνηση και τις κυβερνητικές θέσεις. Έπαψαν να διορίζονται μονοκομματικά φίλοι της κυβέρνησης. Ήταν άτομα από όλο το φάσμα του πολιτικού συστήματος».
Ο κ. Φιλίππου σημείωσε ως παράδειγμα του πώς ο Γιώργος Βασιλείου έπαιρνε αποφάσεις το γεγονός ότι δεν γνωρίζονταν πριν από τον διορισμό του στη θέση του Υπουργού Παιδείας. «Εγώ δεν τον γνώριζα καθόλου. Όποια γνωριμία είχαμε ήταν μέσα από τις δημοσιεύσεις του καθενός. Είχα δημοσιεύσει πολλά κείμενα μεταξύ 1978-1988 για την ανάγκη να ιδρυθεί πανεπιστήμιο στην Κύπρο και εξέφραζα τις θέσεις μου για το τι είδους πανεπιστήμιο θέλω, για τη δομή του. Με επέλεξε και μου ζήτησε να αφήσω το Πανεπιστήμιο Πατρών και να έρθω στη Λευκωσία να αναλάβω το Υπουργείο Παιδείας. Του τόνισα ότι εμένα με ενδιέφερε να ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο Κύπρου και ένα Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών, ώστε να μπορούν να σπουδάζουν και τα φτωχότερα παιδιά της κυπριακής κοινωνίας αν είχαν επιστημονικά τις δυνατότητες».
Παρόλο που η προσπάθεια για το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών ξεκίνησε επί διακυβέρνησης Βασιλείου, αυτό δεν κατέστη εφικτό να ολοκληρωθεί και ψηφίστηκε σε νόμο αργότερα, το 1997. Ωστόσο, «επί Βασιλείου ένα σημαντικό επίτευγμα, ίσως από τα πιο σημαντικά της κυβέρνησης ήταν η κατάθεση νομοσχεδίου για την ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου το 1988 και μετά από μεγάλους κόπους ψηφίστηκε ομόφωνα το 1989. Έτσι από το 1989 η Κύπρος διαθέτει ένα πανεπιστήμιο πρώτης κλάσης», είπε ο κ. Φιλίππου.
Όσον αφορά τη συμβολή του Γιώργου Βασιλείου στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, ο κ. Φιλίππου είπε ότι τότε, το ΑΚΕΛ, που είχε στηρίξει την υποψηφιότητά του, δεν ήθελε ακόμη την ένταξη στην ΕΕ. «Ο Γιώργος Βασιλείου ασφαλώς είχε μια υποχρέωση απέναντι στο ΑΚΕΛ, διότι εξελέγη λόγω της υποστήριξής του. Υπήρξε ένας δισταγμός. Αλλά την πήρε την απόφαση και έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να ενταχθούμε», ανέφερε, σημειώνοντας το γεγονός ως «μία από τις αποφάσεις που έδειξε την ανεξαρτησία του απέναντι στο κόμμα που τον στήριξε».
Αργότερα, πρόσθεσε, επί Γλαύκου Κληρίδη, του ζητήθηκε η βοήθεια και ήταν ο διαπραγματευτής της Κύπρου στις διαπραγματεύσεις για την ένταξη. Ο κ. Φιλίππου χαρακτήρισε «δύσκολες» τις διαπραγματεύσεις. «Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι όροι που πέτυχε η κυβέρνηση Κληρίδη, με διαπραγματευτή τον Γιώργο Βασιλείου, ήταν πολύ καλοί. Καταφέραμε να μπούμε στην ΕΕ, κυρίως με τη βοήθεια και απαίτηση της Ελλάδας», που είχε θέσει ως προϋπόθεση την ένταξη της Κύπρου, προκειμένου να ψηφίσει τη διεύρυνση.
Ο Γιώργος Βασιλείου για το Κυπριακό, μέσα από συνεντεύξεις του στο ΚΥΠΕ
Σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ το 2009, με αφορμή την ολοκλήρωση του α’ γύρου απευθείας συνομιλιών Χριστόφια-Ταλάτ, ο Γιώργος Βασιλείου τόνιζε: «Μας συμφέρει η λύση, γιατί δεν μπορείς να ζεις πάντα με την ελπίδα της λύσης χωρίς αυτή» και συνέχισε λέγοντας ότι «θέλουμε η Κύπρος να γίνει ξανά ενιαίο σύνολο».
Ενίσχυσε το επιχείρημά του, σημειώνοντας ότι τα οφέλη για την Κύπρο θα είναι πολλά. «Σήμερα, η Κύπρος αντιμετωπίζει δύσκολες οικονομικές συνθήκες, δεν υπάρχει αμφιβολία. Έχουμε μείωση του τουρισμού, των επενδύσεων, του αριθμού των ξένων που έρχονται να ζήσουν εδώ, ιδίως των Ρώσων, των εργασιών που σχετίζονται με τους τουρίστες, αλλά και μείωση της προοπτικής επίλυσης όλων αυτών των θεμάτων, καθώς δεν ξέρουμε πότε ακριβώς θα λήξει η κρίση. Αν υποθέσουμε, όμως, ότι έχουμε αύριο ή σε τρεις μήνες μια συμφωνία για λύση, ό,τι και να ‘ναι η κατάσταση στο εξωτερικό, στην Κύπρο τα πράγματα αλλάζουν άρδην», εκτίμησε.
Όπως εξήγησε, οι αποζημιώσεις που θα υπάρξουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, καθώς και οι δεσμεύσεις των διαφόρων χωρών να βοηθήσουν και οικονομικά στην ανοικοδόμηση, για τη μεταβατική περίοδο και αλλού, σημαίνει ότι θα υπάρξει ένα σημαντικό ποσό που θα έρθει εδώ να επενδυθεί και θα δοθεί η δυνατότητα στην οικονομία να κινηθεί. Εκτός αυτού, «θα έχουμε αναμφισβήτητα αύξηση του τουρισμού και των ξένων επενδύσεων διότι όλοι θα βλέπουν τις νέες δυνατότητες που υπάρχουν», είχε πει. «Αν έχουμε λύση, να είστε βέβαιοι ότι η άνοδος που θα δούμε, θα είναι ίσως η μεγαλύτερη από τότε που η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη. Ο κάθε Κύπριος πρέπει να συνειδητοποιήσει τα οφέλη που θα έχει από τη λύση», σημείωσε.
Επιπλέον, ανέφερε ότι η «ομοσπονδία πρέπει να γίνει συνείδηση στην Κύπρο», σημειώνοντας ότι «ομοσπονδία σημαίνει πολιτική ισότητα».
Σε άλλη του συνέντευξη στο ΚΥΠΕ, το 2007, με αφορμή τα 50 χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης, ο Γιώργος Βασιλείου, κάνοντας αναδρομή στην ενταξιακή πορεία της Κύπρου, είπε ότι ”το πρώτο εμπόδιο που είχαμε να περάσουμε μετά την αίτηση ένταξης ήταν να πείσουμε ότι η υποβολή ένταξης δεν είχε στόχο τη μη πρόοδο των προσπαθειών για λύση και άρα έπρεπε να επαυξήσουμε τις προσπάθειες για λύση και το κάναμε και αυτό απάντησε στις επιφυλάξεις κάποιων”.
Όπως είπε, σε όλο αυτό το διάστημα ”γινόταν σκληρή δουλειά εντός Κύπρου, αλλά και συνεχείς επαφές για δημιουργία καλών σχέσεων και για να πείθουμε ότι είμαστε σοβαροί και υπεύθυνοι τόσο για την ένταξή μας όσο και για τη λύση του Κυπριακού”.
Όταν η Κύπρος πήρε το πράσινο φως για έναρξη των διαπραγματεύσεων, οι οποίες καθορίστηκαν για την 31η Μαρτίου 1998, ο τότε Πρόεδρος Γλαύκος Κληρίδης επέλεξε τον Γιώργο Βασιλείου ως τον διαπραγματευτή για την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ.
Ερωτηθείς γιατί ανέλαβε τη θέση αυτή, είπε πως το έκανε γιατί ένοιωθε ότι έτσι θα συνείσφερε σε μια διαδικασία που έδινε προοπτική για λύση του Κυπριακού. «Ξέρω πολύ καλά ότι διαπραγματεύσεις μιας χώρας όπως η Κύπρος, με το εθνικό πρόβλημα σε εκκρεμότητα και με τον τρόπο που θα μας αντιμετωπίζουν οι διάφορες χώρες στο εξωτερικό, προϋποθέτει να είσαι δέκα φορές πιο έτοιμος και πιο οργανωμένος παρά οποιοσδήποτε άλλος», είχε πει.
Πηγή: ΚΥΠΕ



