Στόχος του όπως λέει η «αναγέννηση» ενός κλάδου που σήμερα βιώνει «ολική αποτυχία» και η μετατροπή του σε πεδίο δράσης για τις μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές, οι οποίες θα επενδύσουν δισεκατομμύρια για να «φτιάξουν τις υποδομές και να αρχίσουν να βγάζουν χρήματα για τη χώρα».
Το αφήγημα είναι δελεαστικό: η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο —περίπου 300 δισ. βαρέλια, σχεδόν το 1/5 των παγκόσμιων— ενώ η παραγωγή της έχει καταρρεύσει.
Αν αποκατασταθεί, όλοι κερδίζουν: η χώρα, οι αμερικανικές εταιρείες, ίσως και η γεωπολιτική επιρροή των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο. Όμως, πίσω από το εντυπωσιακό σχέδιο κρύβεται μια πολύ πιο δύσκολη πραγματικότητα.
Εκδίκηση, αποζημιώσεις και ένα παλιό χρέος
Η υπόθεση έχει και ιστορικό βάθος. Από την εποχή του Ούγκο Τσάβες, η Βενεζουέλα εθνικοποίησε περιουσιακά στοιχεία δυτικών εταιρειών.
Αγωγές ύψους περίπου 60 δισ. δολαρίων έχουν κατατεθεί εναντίον του κράτους και της PDVSA σε διεθνή δικαστήρια.
Λίγες εβδομάδες πριν από τη σύλληψη Μαδούρο, ο Τραμπ απαιτούσε δημόσια την «επιστροφή όλων των πετρελαίων και των περιουσιακών στοιχείων που εκλάπησαν».
Το σχέδιο βεβαίως δεν περιορίζεται στην όποια «απόδοση δικαιοσύνης» και αποζημιώσεων. Στόχος είναι η επαναφορά της παραγωγής, η οποία από τα τέλη της δεκαετίας του 2000 έχει μειωθεί κατά περίπου δύο τρίτα, κοντά στο 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Γιατί η παραγωγή μπορεί πρώτα…να πέσει κι άλλο
Στο άμεσο μέλλον, το πιθανότερο σενάριο δεν είναι η ανάκαμψη αλλά η περαιτέρω πτώση. Ο αμερικανικός αποκλεισμός στις εξαγωγές, οι κυρώσεις και οι κατασχέσεις δεξαμενόπλοιων έχουν ήδη πλήξει τις ροές.
Η χώρα αντιμετωπίζει έλλειψη νάφθας —απαραίτητου διαλύτη για το εξαιρετικά βαρύ και «κολλώδες» πετρέλαιό της— μετά τη διακοπή προμηθειών από τη Ρωσία.
Χωρίς άρση του αποκλεισμού, η παραγωγή θα μπορούσε να υποχωρήσει ακόμη και κάτω από τα 700.000 βαρέλια ημερησίως.
Ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο ομαλής πολιτικής μετάβασης και άρσης κυρώσεων, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για περίπου 1,2 εκατ. βαρέλια έως τα τέλη του 2026 — επίπεδο που απλώς επαναφέρει τη χώρα σε μετριότητα, όχι σε ενεργειακή υπερδύναμη.
Τα τρία μεγάλα εμπόδια: χρήμα, άνθρωποι, αγορά
Για να επιστρέψει η Βενεζουέλα εκεί που βρισκόταν πριν από 15 χρόνια, θα απαιτηθούν τεράστιες επενδύσεις.
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, χρειάζονται περί τα 110 δισ. δολάρια μόνο για έρευνα και παραγωγή — ποσό διπλάσιο από τις συνολικές επενδύσεις των αμερικανικών πετρελαϊκών παγκοσμίως μέσα σε ένα έτος.
Η Chevron, που ήδη δραστηριοποιείται στη χώρα υπό ειδική άδεια, ενδέχεται να επεκτείνει την παρουσία της.
Άλλοι όμιλοι, όπως η ExxonMobil και η ConocoPhillips, παραμένουν επιφυλακτικοί, έχοντας «καεί» στο παρελθόν. Τράπεζες και ασφαλιστές, απαραίτητοι για τη χρηματοδότηση και την κάλυψη των φορτίων, κινούνται ακόμη πιο αργά.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι το ανθρώπινο δυναμικό. Η μαζική φυγή μηχανικών και γεωλόγων έχει αφήσει την PDVSA αποδυναμωμένη και, σε μεγάλο βαθμό, υπό στρατιωτική διοίκηση. Η δημιουργία βιώσιμων κοινοπραξιών με δυτικές εταιρείες προϋποθέτει ριζική αναδιάρθρωση — μια διαδικασία ετών.
Το τρίτο και ίσως καθοριστικό εμπόδιο είναι η ίδια η αγορά. Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας εκτιμά ότι η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου θα υπερβαίνει τη ζήτηση έως το τέλος της δεκαετίας, με νέους παίκτες όπως η Βραζιλία και η Γουιάνα να αυξάνουν την παραγωγή τους.
Πολλοί αναλυτές βλέπουν τις τιμές να κινούνται προς τα 50 δολάρια το βαρέλι ή και χαμηλότερα — κάτω από το κόστος βιωσιμότητας για πολλά κοιτάσματα της Βενεζουέλας.
Πηγή: Ναυτεμπορική, Νατάσα Στασινού • [email protected]



